150 χρόνια από τη Κομμούνα του Παρισιού: διδάγματα για την επανάσταση!

  • Εκτύπωση
«Το κόμμα δεν δημιουργεί την επανάσταση κατά βούληση, δεν επιλέγει τη στιγμή να καταλάβει την εξουσία που αποτελεί τον στόχο του, αλλά παρεμβαίνει ενεργά στα γεγονότα, διεισδύει συνεχώς στην συνείδηση της επαναστατικής μάζας, αξιολογεί την αντίσταση του εχθρού, και καθορίζει έτσι την πιο ευνοϊκή στιγμή για την αποφασιστική δράση». (Λέων Τρότσκι «Τα διδάγματα της Κομμούνας», 4 Φεβρουαρίου 1921).

Ανειλικρινής θα ήταν όποιος ισχυριζόταν ότι είχε προβλέψει τις λαϊκές εξεγέρσεις των τελευταίων μηνών στην Αργεντινή, τη Χιλή, τη Βολιβία ή τον Ισημερινό, το Χονγκ Κονγκ ή την Ινδία, το Ιράν και το Ιράκ, τον Λίβανο, την Αίγυπτο ή την Αλγερία... Ανειλικρινής θα ήταν επίσης όποιος ισχυριζόταν ότι θα ανακοίνωνε τις επόμενες χώρες που θα βιώσουν μαζικές κινητοποιήσεις εναντίον των κυβερνήσεων και των κυβερνώντων τάξεων. Ωστόσο, αυτές οι κινητοποιήσεις δεν είναι ξαφνικές· αποτελούν έκρηξη οργής που συσσωρεύεται επί δεκαετίες και συνέχεια αγώνων και απεργιών, τοπικών ή τομεακών.

Το 1871, η εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου δεν είχε προβλεφθεί από κανέναν. Ξέσπασε εξαιτίας ενός πολύ συγκεκριμένου οικονομικού πλαισίου. Η Κομμούνα του Παρισιού ήταν το αποκορύφωμα της ανάπτυξης (για περισσότερες από δύο δεκαετίες) του εργατικού κινήματος και της επιβεβαίωσης της πολιτικής ανεξαρτησίας του από την αστική τάξη.

 

Ενάμιση αιώνα αργότερα, ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ. Αλλά η κοινωνία κυριαρχείται περισσότερο από ποτέ από μια μειοψηφία που έχει τα μέσα να παράγει πλούτο και ζει από τη δουλειά εκείνων που τον δημιουργούν. Μια μειοψηφία που κυβερνά την πλειοψηφία, όχι μόνο μέσα στις εταιρείες, αλλά και έξω από αυτές, με νόμους που προστατεύουν την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής με κάθε κόστος, με κυβερνήσεις και ένοπλα μέσα που υπερασπίζονται την άρχουσα τάξη καταπνίγοντας κάθε διαμαρτυρία εναντίον των συμφερόντων της και λεηλατώντας τον πλούτο άλλων σε όλο τον κόσμο. Ενάμιση αιώνα μετά, είναι εμφανές ότι δεν είναι αρκετή η απότιση φόρου τιμής στους μαχητές της Κομμούνας, αλλά καθίσταται αναγκαία η συνέχιση του δικού τους αγώνα με την αξιοποίηση των διδαγμάτων και της εμπειρίας που απορρέουν από αυτόν.

Ένα νεοσύστατο προλεταριάτο ως συνειδητή και οργανωμένη τάξη

Κατά τη διάρκεια των οκτώ δεκαετιών πριν από την Κομμούνα, η Γαλλία γνώριζε μια απίστευτη διαδοχή πολιτικών καθεστώτων: Συνταγματική Μοναρχία (1789-1792), 1η Δημοκρατία (1792-1804), με τρία διαφορετικά συντάγματα, Πρώτη Αυτοκρατορία (1804-1815), αποκατάσταση της μοναρχίας (με μια προσπάθεια να επιστρέψει στον απολυταρχισμό μέχρι το 1830 και στη συνέχεια ένα κοινοβουλευτικό σύστημα έως το 1848), Δεύτερη Δημοκρατία (1848-1852) και Δεύτερη Αυτοκρατορία (1852-1870). Αυτή η αστάθεια αντανακλούσε έναν αγώνα ανάμεσα σε αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «αντίπαλες φατρίες και μερίδες της τάξης των ιδιοκτητών». Με άλλα λόγια, κάθε αλλαγή καθεστώτος προέκυψε από την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κοινωνικών ομάδων που είχαν μεν διαφορετικά συμφέροντα, ωστόσο εκμεταλλεύονταν από κοινού τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού· οι ηλικιωμένοι ευγενείς ζούσαν από τη γη τους την οποία καλλιεργούσαν οι αγρότες, η μπουρζουαζία των μεγαλεμπόρων ζούσε από το εμπόριο χερσαίων προϊόντων και βιομηχανοποιημένων αγαθών, η νέα βιομηχανική μπουρζουαζία ζούσε στην πλάτη της όχι λιγότερο νέας εργατικής τάξης, η «οικονομική αριστοκρατία» κατείχε τις τράπεζες και τους τίτλους ιδιοκτησίας των μεγάλων εταιρειών...

Εάν καθένα από τα διαδοχικά καθεστώτα επέτρεπε στη μία ή την άλλη από αυτές τις μερίδες της τάξης των εκμεταλλευτών να αποκτήσουν πολιτική εξουσία, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εκμεταλλευόμενη τάξη δεν ήταν ακόμη σε θέση να προβάλει τα συμφέροντά της. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια -ιδίως οι «sans-culottes»- αποτελούνται από μικρούς εργοδότες και ανεξάρτητους τεχνίτες, αλλά όχι προλετάριους (εκείνους που δεν τους ανήκει καν το εργαλείο της εργασίας τους), που παράγουν, με αντάλλαγμα μισθό προφανώς χαμηλότερο από το άθροισμα του πλούτου που δημιουργείται από την εργασία τους. Οι φτωχότερες μάζες, στις πόλεις, όπως και στην ύπαιθρο, έπαιξαν σίγουρα καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση· ήταν αυτοί που έριξαν τη Βαστίλη και αφαίρεσαν τα προνόμια των ευγενών, ήταν αυτοί που ώθησαν τη Συνέλευση να θέσει τον βασιλιά σε αντιπαράθεση με τους υπερασπιστές του παλιού καθεστώτος. Είναι αυτοί που ώθησαν στην εξουσία τη Συμβατική Συνέλευση (1792-1795), η οποία έδωσε το δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πολίτες, και όχι μόνο στους πλούσιους, θέσπισε τον νόμο για τη συγκράτηση των τιμών (στις αποικίες οι επαναστάτες σκλάβοι κατάφεραν την κατάργηση της δουλείας)· αλλά όλες αυτές οι κατακτήσεις επιτεύχθηκαν χωρίς ομοιογένεια, χωρίς οργάνωση, χωρίς άλλη προοπτική. Με την άνοδο στην εξουσία του ενός ή του ή άλλου εκπροσώπου της αστικής τάξης, αυτές οι λαϊκές μάζες έχασαν γρήγορα τα κέρδη τους: το πάγωμα των τιμών καταργήθηκε το 1794, το επιλεκτικό δικαίωμα ψήφου επανήλθε το 1795, η δουλεία το 1802, και η καταστολή ήταν πάντοτε όλο και πιο βάναυση.

Στη Γαλλία, το εργατικό κίνημα είχε τις πρώτες του εκφάνσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1830, σε ένα πλαίσιο εκβιομηχάνισης της χώρας, με τις εξεγέρσεις των υφαντουργών εργατών της Λυών το 1831 και το 1834 και την εξέγερση της παρισινής εργατικής τάξης τον ίδιο χρόνο. Τον Φεβρουάριο του 1848, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και αυξανόμενης ανεργίας, αυτό το εργατικό κίνημα έδειξε την ικανότητά του να υπερασπίζεται όχι μόνο τα κοινωνικά, αλλά και τα πολιτικά αιτήματα, ανατρέποντας τη μοναρχία και ανακηρύσσοντας, μετά από τρεις ημέρες εξέγερσης, τη Δεύτερη Δημοκρατία.

Ωστόσο, η σοσιαλιστική εργατική κυβέρνηση που είχε σχηματιστεί στο Δημαρχείο του Παρισιού συμφώνησε να παραδώσει την εξουσία σε μια άλλη, αποτελούμενη από μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς βουλευτές. Οι πρώτοι μήνες της Δεύτερης Δημοκρατίας χαρακτηρίστηκαν από σημαντικές προόδους: δικαίωμα ψήφου σε όλους τους άνδρες και οριστική κατάργηση της λογοκρισίας στην ψηφοφορία, οριστική κατάργηση της δουλείας (ωστόσο, με καταβολή αποζημίωσης σε ιδιοκτήτες σκλάβων), δημιουργία εθνικών εργαστηρίων που εγγυώνται μισθό για άνεργους, κλπ. Αλλά αυτό που οι καπιταλιστές δίνουν με το ένα χέρι όταν δεν έχουν άλλη επιλογή, το παίρνουν με το άλλο στην πρώτη ευκαιρία. Από τον Ιούνιο έκλεισαν τα εθνικά εργαστήρια, τα οποία θεωρούνται από τη μπουρζουαζία πολύ ακριβά και πολύ ανοιχτά σε σοσιαλιστικές ιδέες, και στα οποία είχαν συγκεντρωθεί 100.000 εργαζόμενοι. Η τετραήμερη εξέγερση στις λαϊκές γειτονιές του Παρισιού είχε ως αποτέλεσμα αρκετές χιλιάδες θανάτους, και ακολουθήθηκε από μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της ελευθερίας της έκφρασης. Όπως αντιλαμβανόταν ο Μαρξ, η σύγχυση μεταξύ των συμφερόντων των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευομένων τελείωνε: η βυθισμένη στο αίμα των ανταρτών του Ιουνίου τρικολόρ σημαία της αστικής επανάστασης είχε μεταβληθεί σε κόκκινη σημαία της προλεταριακής επανάστασης.

1870-1871: από τον πόλεμο στην εξέγερση

Η αστική τάξη κατάλαβε επίσης ότι τώρα είχε να κάνει με μια εργατική τάξη που είναι πρόθυμη να υπερασπιστεί τα δικά της συμφέροντα. Τον Δεκέμβριο του 1848, όλες οι φατρίες της ενώθηκαν στο «Κόμμα της Τάξης» (σημ.μτφ: order:τάξη με την έννοια της αρμονίας/πειθαρχίας) γύρω από την προεδρική υποψηφιότητα του Λούις-Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος όντας αντιμέτωπος με απειλές κοινωνικής αναταραχής, σύντομα επέκτεινε τη δύναμή του, μέχρι το σημείο να ανακηρύξει τη Δεύτερη Αυτοκρατορία, το 1852. Αλλά το προλεταριάτο οργανώθηκε από τη μεριά του, μετά την επέκτασή του σε διεθνή κλίμακα με τη δημιουργία της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, το 1864. Για πρώτη φορά, γεννήθηκε μια διεθνής οργάνωση, αντιμέτωπη με τις εθνικές αστικές τάξεις που δεν είχαν τότε οποιοδήποτε κοινό θεσμικό όργανο. Η Πρώτη Διεθνής ήταν πολύ διαφορετική, τόσο πολιτικά όσο και στις μορφές οργάνωσής της, συγκεντρώνοντας αναρχικούς, μαρξιστές, αριστερούς δημοκρατικούς ή υποστηρικτές της ριζοσπαστικής δράσης μικροομάδων («μπλανκισμός»), ενώσεις, συνδικάτα, κοινότητες ή κόμματα· στη Γαλλία, από τα 400 μέλη που αριθμούσε το 1865, αυξήθηκε στα 40.000 στις αρχές του 1870, παρά τις απαγορεύσεις. Η βοναπαρτιστική εξουσία αναγκάστηκε σίγουρα να χαλαρώσει την αντεργατική νομοθεσία, ακόμη και να νομιμοποιήσει τις απεργίες και τα συνδικάτα στη δεκαετία του 1860, με αυστηρούς περιορισμούς. Όμως οι «σοσιαλιστικές» συναντήσεις, ο κριτικός τύπος και οι διαδηλώσεις απαγορεύονταν ακόμη. Το 1869, δεκατέσσερις απεργοί σκοτώθηκαν στο Ρικαμαρί, στην περιοχή εξόρυξης του Μασίφ Σεντράλ.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τη 19η Ιουλίου του 1870, μεταξύ της Γαλλίας και των γερμανικών κρατών που κυβερνούνταν από το Βασίλειο της Πρωσίας, οι εργατικές οργανώσεις ξεκίνησαν διαμαρτυρίες κατά του καθεστώτος και του πολεμοχαρούς του χαρακτήρα. Και στις 4 Σεπτεμβρίου, στο Παρίσι, δύο ημέρες μετά την ήττα του Σεντάν και τη φυλάκιση του Ναπολέοντα Γ΄ από την Πρωσία, οι διαδηλωτές εισέβαλαν στο Παλέ Μπουρμπόν για να διακηρύξουν εκεί τη Δημοκρατία. Για άλλη μια φορά, ένας εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο στρατηγός Τροσού, κατέλαβε τις μάζες εξαπίνης και σχημάτισε την κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας. Αλλά στην πόλη, το προλεταριάτο δεν παρέμεινε ανενεργό: οι αγωνιστές του επένδυσαν στις επιτροπές επαγρύπνησης των περιοχών των λαϊκών περιοχών, των ενώσεων που οργάνωναν την άμυνα του Παρισιού. Στις 5 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε μια κεντρική επιτροπή των είκοσι πολεοδομικών διαμερισμάτων, η οποία άνοιξε την Εθνική Φρουρά -το ένοπλο σώμα του Παρισιού- σε όλους τους πολίτες και όχι μόνο σε εκείνους που ήταν αρκετά πλούσιοι για να πληρώσουν οι ίδιοι τον εξοπλισμό τους· και μάλιστα, αποφασίστηκε η πληρωμή ενός ποσού στους στρατιώτες.

Στο τέλος του μήνα, 180.000 πρωσικά στρατεύματα περιβάλλουν την πρωτεύουσα. Η Κεντρική Επιτροπή του Παρισιού κάλεσε την κυβέρνηση να οργανώσει την άμυνα και να συνεχίσει τον πόλεμο. Αυτή η θέση μπορεί προφανώς να έρχεται σε αντίθεση με τον αντιπολεμικό ακτιβισμό του προηγούμενου καλοκαιριού, με τον διεθνισμό και τον αντιμιλιταρισμό του εργατικού κινήματος, αλλά το παρισινό προλεταριάτο είχε κατά νου τα γεγονότα του 1814 και του 1815, όταν οι ευρωπαϊκοί στρατοί είχαν νικήσει τον Ναπολέοντα Α΄ και είχαν αποκαταστήσει τη μοναρχία στη Γαλλία. Ο πόλεμος που ζήτησε η Κεντρική Επιτροπή δεν στράφηκε εναντίον του γερμανικού λαού, αλλά εναντίον του αρχηγού της, του καγκελάριου Βίσμαρκ, και ενάντια στη γαλλική αστική τάξη που τον είδε ως σωτήρα τους. Το ότι πολλές λαϊκές εξεγέρσεις εμφανίστηκαν μεταξύ Οκτωβρίου και Φεβρουαρίου απέβη εναντίον της γαλλικής κυβέρνησης. Και στο όνομά τους φυλακίστηκαν πολλοί εξεγερμένοι, συμπεριλαμβανομένων και μελών της Εθνικής Φρουράς.

Καθώς οι ήττες για τον γαλλικό στρατό επαναλαμβάνονταν και ο Μπίσμαρκ είχε φτάσει στο σημείο να διακηρύξει τη γέννηση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στις 18 Ιανουαρίου 1871 στις Βερσαλλίες, οι αντιδραστικοί πολιτικοί, αρχής γενομένης από τους βασιλικούς, προχώρησαν σε νομοθετικές εκλογές με ένα πρόγραμμα για παύση του πολέμου. Αυτό, ως σύνθημα, λογικά συνάντησε μεγάλη απήχηση στη γαλλική αγροτιά, στην οποία ο πόλεμος έφερε μόνο θάνατο και ερήμωση και η οποία δεν κατανοούσε τους πολιτικούς ελιγμούς των υποστηρικτών της επιστροφής της μοναρχίας. Έτσι, στην Εθνοσυνέλευση -εξελέγη τον Φεβρουάριο και συνήλθε στο Μπορντό για να συζητήσει τους όρους ειρήνης με τη Γερμανία- κυριαρχούσαν βασιλικοί βουλευτές. Ωστόσο, επειδή ήταν αδύνατη η συμφωνία μεταξύ τους όσον αφορά τον σκιώδη ηγέτη που θα τοποθετηθεί στο θρόνο, ανέθεσαν την εξουσία στον Αδόλφο Θιέρσο, πρώην αρχηγό του Κόμματος της Τάξης και υπεύθυνο, σχεδόν σαράντα χρόνια νωρίτερα, για την καταστολή της απεργίας των υφαντουργών στη Λυών. Γρήγορα, η Συνέλευση ξεπέρασε τη όριά της και μετατράπηκε σε Συνταγματική.

Ταυτόχρονα, στο Παρίσι, τα τάγματα της Εθνικής Φρουράς οργανώνονταν σε μια ομοσπονδία, με εκλεγμένους αντιπροσώπους και ηγέτες, με σκοπό την ενίσχυση της υπεράσπισης της πόλης. Όταν την 1η Μαρτίου, ο γερμανικός στρατός μπήκε στα δυτικά της πρωτεύουσας μέσω των αστικών συνοικιών, συνοδεύτηκε από εκπροσώπους της κυβέρνησης (που τώρα είχε ως κέντρο τις Βερσαλλίες) που ήταν πρόθυμοι να ανακτήσουν τον έλεγχο και των συνοικιών της εργατικής τάξης. Αρκετές δημοκρατικές εφημερίδες απαγορεύτηκαν και η κυβέρνηση τερμάτισε το μορατόριουμ ενοικίου που διακηρύχθηκε στην έναρξη της πολιορκίας της πόλης. Η κυβέρνηση διόρισε έναν εκπρόσωπό της για να ηγηθεί της Εθνικής Φρουράς και κατάργησε την αμοιβή των μελών της. Αρνούμενοι να υπακούσουν, οι φαντάροι σχημάτισαν μια Κεντρική Επιτροπή της Εθνικής Φρουράς. Ήταν αυτοί που, στις 18 Μαρτίου, στράφηκαν εναντίον της κυβέρνησης που είχε αποφασίσει να αποσύρει τα όπλα από τη Μονμάρτη και να συλλάβει τους επαναστάτες ηγέτες. Η εξέγερση ήταν επιτυχής· ο στρατός που στάλθηκε εναντίον των πολιτών του Παρισιού αδελφοποιήθηκε μαζί τους. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να φύγει και η Κεντρική Επιτροπή της Εθνικής Φρουράς μετακόμισε στο Δημαρχείο· το προλεταριάτο απέκτησε την εξουσία του Παρισιού.

Πρωτόγνωρα επιτεύγματα υπό την ηγεσία του προλεταριάτου

Η επικοινωνία με την κυβέρνηση των Βερσαλλιών διακόπηκε τις επόμενες ημέρες, παρά τις διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής δημάρχους των πολεοδομικών διαμερισμάτων. Η νόμιμη εξουσία εκπορευότανε από τα νέα δημοκρατικά όργανα τα οποία είχε δομήσει η ίδια η εργατική τάξη, πρώτα μέσα από την Εθνική Φρουρά, και ,πολύ σύντομα, στο τοπικό επίπεδο των περιφερειών της πόλης ,για να σχηματιστεί έτσι η Κομμούνα του Παρισιού.

Η πρώτη απόφαση της Κομμούνας ήταν να αντικαταστήσει τον μόνιμο στρατό, που είχε επικεφαλής τους αστούς και αριστοκράτες, πάντα πιστούς στο κατεστημένο, με λαϊκές πολιτοφυλακές οργανωμένες στο επίπεδο που ήταν απαραίτητο.

Λήφθηκαν και άλλα έκτακτα μέτρα, όπως μειώσεις ή αναστολές ενοικίων και ανάκτηση κενών κατοικιών, παύση των διώξεων για χρεωμένα άτομα και η αναστολή χορήγησης ομολόγων ως αντάλλαγμα πώλησης αντικειμένων. Η Κομμούνα προκάλεσε πρωτοφανείς μετασχηματισμούς σε όλες τις πτυχές της πολιτικής ζωής και της κοινωνίας: για παράδειγμα αποφασίστηκαν ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους και η έναρξη της οργάνωσης της λαϊκής δημόσιας εκπαίδευσης.

Πολλές γυναίκες εργαζόμενες έπαιξαν βασικό ρόλο σε όλη την επαναστατική διαδικασία του 1871, συμπεριλαμβανομένων κάποιων μελών της Ένωσης Γυναικών για την Άμυνα του Παρισιού και τη Φροντίδα των Πληγέντων. Ενώ δεν κατοχυρώθηκε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, που είναι ένα από τα πιο σημαντικά αρνητικά της Κομμούνας, αυτές κατέλαβαν κεντρικές θέσεις στην πολιτική της δράση και στην υπεράσπισή της, προωθώντας τα δικαιώματά τους όπως ποτέ άλλοτε· καθιερώθηκαν η ίση αμοιβή και στα δύο φύλα, (ενώ μέχρι πρότινος μια γυναίκα έπαιρνε μισθό ίσο με το μισό ενός άνδρα), η αναγνώριση της συμβίωσης, η κατάργηση του Τμήματος Ηθών που έλεγχε τις γυναίκες, ειδικά τις πόρνες, και η απαγόρευση της πορνείας για να καταπολεμηθεί η μάστιγα των προαγωγών τους (πολλές πόρνες παίρνουν όπλα στα οδοφράγματα) κλπ.

Ο εργατικός έλεγχος ασκήθηκε επιτέλους στον χώρο εργασίας, με την απαγόρευση της μείωσης των μισθών και της επιβολής προστίμων από τους εργοδότες, καθώς και την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας στα αρτοποιεία. Κυριότερο απ' όλα ήταν το ότι τα εργαστήρια που εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες τους που είχαν φύγει από την πόλη αξιοποιήθηκαν από τις ενώσεις των εργαζομένων για να συνεχίσουν την παραγωγή. Σε μια τοπική οπωσδήποτε κλίμακα, η εργατική τάξη απέδειξε ότι ήταν δυνατή μια εγκαθίδρυση οικονομίας υπό την καθοδήγηση των παραγωγών.

Η Κομμούνα ήταν μια άνευ προηγουμένου δημοκρατική εμπειρία, με την εντολή από την περιφέρεια να δίνεται στους εκλεγμένους αντιπροσώπους, ανακλητούς ανά πάσα στιγμή, αμειβόμενους με τον ίδιο μισθό με τους εργάτες, επιλεγμένους γενικά ανάμεσα στους εργάτες ή από τις τάξεις αναγνωρισμένων επαναστατικών μαχητών ανεξαρτήτως εθνικότητας. Επικεφαλής της επιτροπής εργασίας ήταν ο Ούγγρος επαναστάτης Λέων Φράνκελ, ενώ η 11η Λεγεώνα της Εθνικής Φρουράς διοικούνταν από τον Πολωνό Γιαροσλάβ Νταμπρόβσκι.

Δεν υπήρχε λοιπόν πλέον θέμα ανάθεσης εν λευκώ στους ασκούντες την εξουσία, ούτε υπήρχε η δυνατότητα σ’ αυτούς να προδώσουν την εμπιστοσύνη του λαού και να αθετήσουν τις υποσχέσεις τους. Αντίθετα, οι συνελεύσεις συζητούσαν πρώτα τα πολιτικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και στη συνέχεια έδιναν εντολή σε όσους θα εφάρμοζαν τις αποφάσεις τους. Αυτό ίσχυε για ολόκληρη τη διοίκηση, συμπεριλαμβανομένου του δικαστικού προσωπικού.

Μια τέτοια οργάνωση δεν υπήρχε ως θεωρία προηγουμένως. Αλλά από τότε έχει γίνει πρότυπο, ένα μοντέλο για το πώς θα μπορούσε να είναι η δημοκρατία σε μια κοινωνία απαλλαγμένη από εκμετάλλευση και καταπίεση, σε εθνικό επίπεδο και πέραν αυτού. Η εργατική τάξη ήταν όντως η κεντρική δύναμη ικανή να ενσωματώσει όλα τα φτωχά στρώματα, τους μικρούς τεχνίτες ή τους εμπόρους που συμφώνησαν να συνδέσουν τη μοίρα τους με αυτήν, γιατί από μόνη της είχε την ικανότητα οργάνωσης και πρωτοβουλίας σε επαρκή βαθμό για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Και μάλιστα αποδείχθηκε ικανή να γεννήσει μια νέα κοινωνία.

Τα όρια, το τέλος και τα μαθήματα της Κομμούνας

Όλη αυτή η πρόοδος έγινε μέσα σε λίγες μέρες, όταν το κεντρικό μέλημα της Κομμούνας ήταν να αμυνθεί ενάντια σε έναν στρατό κατοχής και μια κυβέρνηση που είχε ορκιστεί στο να πετύχει την πτώση της Κομμούνας.

Ακριβώς όμως αυτή η έλλειψη χρόνου εξηγεί αναμφισβήτητα γιατί οι γυναίκες δεν απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου, ένα μέτρο που ήταν απαραίτητο για την καθιέρωση της εργατικής εξουσίας. Ήταν επίσης απαραίτητο να εκμηδενιστεί η δύναμη των καπιταλιστών, αρχής γενομένης από τον περιορισμό των οικονομικών τους. Ωστόσο, τα χρήματα που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία της Κομμούνας προέκυψαν μέσω δανεισμού από την Τράπεζα της Γαλλίας, με τη δέσμευση να επιστραφούν, ακριβώς όπως και η οικειοποίηση των εργαστηρίων έγινε με υπόσχεση αποζημίωσης των ιδιοκτητών τους. Αυτό ήταν συνέπεια της ανεπαρκούς προετοιμασίας των εργατικών μαζών, που δεν είχαν εκπαιδευτεί σε ένα επαναστατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα, ενώ οι περιθωριακές μάζες της μικροαστικής τάξης που συμμετείχαν στο κίνημα ήταν πολύ προσκολλημένες στον σεβασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Η εργατική τάξη λοιπόν, πράγμα που αντιλήφθηκε τότε ο Μαρξ, δεν μπορούσε απλώς να πάρει τον κρατικό μηχανισμό όπως είναι και να τον λειτουργήσει για τα δικά της συμφέροντα. Ωστόσο, θέλοντας να διατηρήσει την επίφαση μιας νομιμότητας, η Κεντρική Επιτροπή διαπραγματεύτηκε με τους δημάρχους των διαμερισμάτων, επιδιώκοντας να πείσει τον ίδιο τον Θιέρσο για τη νομιμότητά της. Συνεπώς η Κεντρική Επιτροπή δεν προετοιμάστηκε για την μάχη, και ακόμη λιγότερο δεν πήρε την πρωτοβουλία να την κηρύξει η ίδια· Οι Βερσαλλίες ήταν ευάλωτες τις πρώτες μέρες και ο γαλλικός στρατός δεν είχε ακόμη ανασυσταθεί.

Τέλος, η Κομμούνα δεν διέθετε εθνική εμβέλεια. Σίγουρα, Κομμούνες ανακηρύχθηκαν και αλλού: στο Λε Κρουζό, στη Ντιζόν, στη Λυών, στη Μασσαλία, στη Ναρμπόν, στο Σεν-Ετιέν και στην Τουλούζη, αλλά ο στρατός τις κατέστειλε σε λίγες μέρες. Από τις αρχές Απριλίου, ο στρατός των Βερσαλλιών ξεκίνησε τις επιθέσεις του στα περίχωρα του Παρισιού, πρώτα στα δυτικά, όπου συνελήφθησαν και σκοτώθηκαν αρκετά τάγματα. Οι εκκλήσεις από την Κομμούνα προς τον υπόλοιπο λαό ξεκίνησαν τις επόμενες εβδομάδες, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά και δεν υπήρχε επαρκής χρόνος αντίδρασης ώστε να σχηματιστούν μάχιμες μονάδες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν.

Τι θα μπορούσε να δώσει στην Κομμούνα του 1871 ένα εθνικό σχέδιο εφαρμογής; Μια οργάνωση που θα ήταν παρούσα σε όλη τη χώρα, βασισμένη στην εργατική τάξη, η οποία θα είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα τη διάδοση ενός προγράμματος εργατικής εξουσίας· εν συντομία: ένα επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα. Οι μαχητές της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων έπαιξαν σημαντικό ρόλο, αλλά η δομή της Διεθνούς ήταν τότε πολύ χαλαρή για να καταστεί η Διεθνής αυτό που χρειαζόταν η εξέγερση.

Στις 21 Μαΐου, ο στρατός μπήκε στο Παρίσι και ξεκίνησε μια εβδομάδα αδυσώπητης καταστολής. Τουλάχιστον 30.000 Κομμουνάροι, ακόμη και απλοί κάτοικοι, δολοφονήθηκαν. Οι συνοικίες της εργατικής τάξης γέμισαν φωτιά και αίμα. Στις 28 Μαΐου, τα τελευταία οδοφράγματα έπεσαν και ο τελικός αγώνας έληξε στο νεκροταφείο Περ-Λασέζ, ανατολικά του Παρισιού, όπου στήθηκαν στον τοίχο οι τελευταίοι μαχητές. Ήταν το τέλος της «αιματηρής εβδομάδας».

Οι κακές μέρες θα τελειώσουν!

45.000 κρατούμενοι καταδικάστηκαν είτε σε θάνατο είτε σε καταναγκαστική εργασία στη Νέα Καληδονία είτε σε φυλάκιση. Το Παρίσι έχασε δεκάδες χιλιάδες εργάτες από τους πιο αποφασισμένους να βάλουν τέλος στον καπιταλισμό. Το επόμενο έτος, η Εθνική Φρουρά διαλύθηκε και η συμμετοχή στη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων απαγορεύτηκε.

Αλλά σε μια ταξική και εκμεταλλευτική κοινωνία δεν μπορεί να σταματήσει η ταξική πάλη. Χρειάστηκε λιγότερο από μια δεκαετία για να επαναληφθούν οι αγώνες εδώ και εκεί. Ήδη από το 1879 και το 1880, το εργατικό κίνημα ανάγκασε το κοινοβούλιο να εγκρίνει νόμους περί αμνηστίας.

Και αν οι ακτιβιστές διατηρούν τη μνήμη των εμπειριών, αντλούν και διαδίδουν τα μαθήματά τους και προβλέπουν μελλοντικούς αγώνες, αντίθετα το προλεταριάτο δεν ξεκινά εκ του μηδενός μετά τις ήττες του, ακόμη και τις χειρότερες. Το επαναστατικό κόμμα δεν είναι ο φορέας ενός ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος και ένας υποψήφιος για ηγεσία στην επαναστατική εποχή. Είναι ο φορέας μιας μνήμης που επιτρέπει στο προλεταριάτο, όπως έγραψε ο Τρότσκι, «να απελευθερωθεί από την ανάγκη να ξαναρχίσει την ιστορία του».

Το να μιλάς για την επανάσταση σημαίνει να οικοδομείς πάνω στους αγώνες των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων. Μερικές φορές σημαίνει να παίρνεις την πρωτοβουλία, μερικές φορές να παρασύρεσαι από τις μάζες, όταν ο θυμός των μαζών ξαφνικά ξεσπά στους δρόμους ή σε γειτονιές της εργατικής τάξης, σε χώρους εργασίας ή σπουδών. Σε κάθε περίπτωση, σημαίνει ότι οφείλουμε να επιδιώκουμε τη διεύρυνση κάθε αγώνα για την αμφισβήτηση της ίδιας της εξουσίας του κράτους και της άρχουσας τάξης. Σημαίνει επίσης ότι οφείλουμε να μετατρέπουμε κάθε αντιπαράθεση σε μια ευκαιρία για να μάθουμε, να πειραματιστούμε, να αντλήσουμε διδάγματα από επιτυχίες, αποτυχίες, καινοτομίες και να κατανοήσουμε τα όριά τους.

Στους αγώνες για τα συμφέροντά της, η τάξη μας συνειδητοποιεί τη δύναμή της, την ενότητα της πέρα από τα αρχικά της διαχωριστικά, το χρώμα, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, και κερδίζει αυτοπεποίθηση εναντίον εκείνων που συνήθως την καταδυναστεύουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκει και επιλέγει τις μορφές της οργάνωσής της. Ο επαναστατικός μαρξισμός δεν είναι ένα κίνημα που παρουσιάζει ένα ήδη καθορισμένο ουτοπικό σχέδιο (που για να γίνει πραγματικότητα, θα πρέπει να αγωνιστούμε για να πείσουμε τον καθένα από τους γύρω μας). Αντίθετα, είναι ένα κίνημα που ενθαρρύνει την εργατική τάξη να πάρει τις υποθέσεις της στα χέρια της και να απαιτήσει την ηγεσία της κοινωνίας στο σύνολό της, το 2021 όπως και το 1871.

Jean-Baptiste Pelé

Μερικές αναφορές μπορούν να βρεθούν στο: www.marxists.org

Karl Marx, La guerre civile en France (pamphlet publié dès 1871)

Vladimir Ilitch Lénine, « À la mémoire de la Commune » (article de 1911)

Léon Trotsky, « Les leçons de la Commune » (article de 1921)