Πρόταση πολιτικού κειμένου συνδιάσκεψης 2021

Η πανδημία καταλύτης της καπιταλιστικής κρίσης και ο νέος κύκλος της ταξικής πάλης

 (Νίκος Τ., Μάνος Σκ., Νικόλας, Φανή)

Πριν από ενάμισι περίπου χρόνο, εξαιτίας της τεράστιας ανάπτυξης του παγκόσμιου καταμερισμού της καπιταλιστικής οικονομικής δραστηριότητας και της συνεπαγόμενης γιγάντωσης των διεθνών αεροπορικών συγκοινωνιών, η πανδημία του Covid-19 εξαπλώθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα (σε σχέση με όλες τις προηγούμενες γνωστές πανδημίες). Μέσα σε τρεις μόλις μήνες από την εμφάνισή της, εξαπλώθηκε από την επαρχία Γουχάν της Κίνας σε ολόκληρο τον πλανήτη, προκαλώντας μέχρι τις αρχές του Ιουλίου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 4 εκατομμύρια θανάτους και 185 εκατομμύρια καταγεγραμμένες μολύνσεις. Η πανδημία εξακολουθεί να σκορπίζει και σήμερα τη φρίκη των μαζικών θανάτων σε ηλικιωμένους ανθρώπους, «ευάλωτους, με υποκείμενα νοσήματα», που κατοικούν κυρίως στις πυκνοκατοικημένες βιομηχανικές περιοχές, στις φτωχογειτονιές των μεγαλουπόλεων του «τρίτου κόσμου» και στα γηροκομεία. Οι εργαζόμενοι που αναγκάζονται να συνωστίζονται στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στους χώρους της δουλειάς αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία των κρουσμάτων.

Η πανδημία σκόρπισε ένα εφιαλτικό αίσθημα ανασφάλειας στους κατοίκους των μητροπόλεων του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, καθώς αποκάλυψε τις τραγικές ελλείψεις και ανεπάρκειες των εθνικών συστημάτων υγείας που οξύνθηκαν στο έπακρο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών, αλλά επίσης και τη δραματική αδυναμία των πιο σύγχρονων μεθόδων της ιατρικής να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα φονικά συμπτώματα της ασθένειας. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη στις χώρες του καπιταλιστικού «νότου», όπου οι κοινωνικές υπηρεσίες είχαν πληγεί περισσότερο βάναυσα από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της λιτότητας. Τα περιθώρια που άφησαν οι πολιτικές τους και μέσα στα οποία μπορούν να κινηθούν οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών για να διαχειριστούν την πανδημία είναι πολύ στενά. Ο ιδιωτικός τομέας της υγείας, που είχε παράλληλα γιγαντωθεί, με την επένδυση μεγάλων ιδιωτικών κεφαλαίων, αποδείχτηκε εντελώς άχρηστος για την αντιμετώπιση της πανδημίας, αφού, όπως είναι φυσικό, το μοναδικό κίνητρο και κριτήριο για τη λειτουργία του είναι το κέρδος των ιδιοκτητών. Η επίταξη των εγκαταστάσεων και των υπηρεσιών αυτού του τομέα, που θα επέβαλλε ένας «πολεμικός» σχεδιασμός για την αντιμετώπιση της πανδημίας, είναι ανέφικτη στο πλαίσιο του συστήματος, καθώς θα έφερνε τις κυβερνήσεις σε άμεση σύγκρουση με ισχυρά τμήματα της αστικής τους τάξης.

 Οι κυβερνήσεις έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους για την αντιμετώπιση της πανδημίας αποκλειστικά στον γενικό εμβολιασμό του πληθυσμού που θα δημιουργήσει την πολυπόθητη «ανοσία της αγέλης». Υποδέχτηκαν το φθινόπωρο με θριαμβευτικές τυμπανοκρουσίες τις πρώτες ανακοινώσεις των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών για τη ραγδαία πρόοδο των ερευνών τους και έσπευσαν να ανακοινώσουν την εντός των επομένων δύο-τριών μηνών επιστροφή στην «κανονική ζωή». Όμως η παραγωγή και η διάθεση των εμβολίων βρίσκεται στα χέρια αυτών των μεγάλων ιδιωτικών φαρμακοβιομηχανιών, που υπακούν αποκλειστικά στους νόμους της «ελεύθερης αγοράς» και του «υγιούς ανταγωνισμού». Επιβάλλουν επομένως τις δικές τους προτεραιότητες στη διάθεση, αλλά και στους ρυθμούς παραγωγής και διανομής, και έτσι ο προγραμματισμός των γενικών εμβολιασμών, ειδικά στα οικονομικά ασθενέστερα κράτη, αναπροσαρμόζεται διαρκώς και το χρονοδιάγραμμα παρατείνεται.

Από την άλλη πλευρά η ουσιαστική ανικανότητα προγραμματισμού ενός ταυτόχρονου, γενικού εμβολιασμού του πληθυσμού στις χώρες του ονομαζόμενου «τρίτου κόσμου» της Ασίας και της πάμφτωχης, λεηλατημένης από τους αποικιοκράτες, Αφρικής, ευνοεί τις μεταλλάξεις του ιού και αποτελεί εγγύηση ότι ο κίνδυνος της πανδημίας θα παραμείνει και ότι ένα τέταρτο κύμα θα βρίσκεται διαρκώς προ των πυλών του «ανεπτυγμένου» κόσμου. Στα μέσα του Ιουνίου άνω του 75% όλων των εμβολίων είχε χορηγηθεί σε μόλις δέκα κράτη, την ώρα που το πρόγραμμα Covax του ΠΟΥ είχε προμηθεύσει μόνο 72 εκατομμύρια δόσεις σε 125 χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος, που επαρκούσαν για να εμβολιάσουν μόλις το 1% των πληθυσμών τους. Όμως οι πάνοπλες συνοριακές φρουρές και οι αντι-μεταναστευτικοί συνοριακοί φράχτες έχουν αποδειχτεί εντελώς άχρηστοι για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης των πανδημιών. Εν τω μεταξύ η διαρκής εμφάνιση νέων μεταλλάξεων του κορωνοϊού, προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για την αποτελεσματικότητα των προηγούμενων εμβολιασμών και για την εξέλιξη της πανδημίας κατά τους επόμενους μήνες.

 

Οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας

Τα γενικευμένα μέτρα της καραντίνας του και του lockdown χρειάστηκαν μόλις έναν με ενάμιση μήνα για να επιφέρουν την κατάρρευση αεροπορικών εταιρειών και της αγοράς του τουρισμού, να πλήξουν την αγορά και την παραγωγή ενός πλήθους καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών (ακόμη και αγαθών διαρκείας όπως αυτοκινήτων), να πλήξουν τη μεγάλη μάζα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και να εκτοξεύσουν την ανεργία σε ένα χωρίς προηγούμενο ύψος, τουλάχιστον για την μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή. Κατέδειξαν έτσι πόσο εύθραυστα και ευάλωτα είναι τελικά τόσο το τεχνολογικό οικοδόμημα, όσο και το πλέγμα των εσωτερικών αγορών του μαζικού καταναλωτισμού που έχει αναπτύξει ο ύστερος, παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και που πάνω τους στηρίζει σε μεγάλο βαθμό την παράταση της παρακμιακής του επιβίωσης. Η αρχική πρόβλεψη της πτώσης του παγκόσμιου ΑΕΠ για το 2020 κατά 2,9% έχει ήδη αναθεωρηθεί σε 4,5%, ενώ άλλες πηγές υπολογίζουν ακόμα μεγαλύτερη πτώση, έως και τα όρια του 10%. Στην Ευρώπη οι προβλέψεις λένε ότι και το 2021 θα παραμείνει χρονιά ύφεσης. Εκατομμύρια εργαζόμενοι έχασαν τις θέσεις εργασίας ή το εισόδημά τους ή αναγκάστηκαν να συνεχίσουν να εργάζονται σε επισφαλείς συνθήκες. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, 150 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βυθιστούν σε ακραία φτώχεια.

Όμως η κρίση που πυροδότησε η πανδημία ήρθε για να πλήξει την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, ενώ αυτή δεν είχε κατορθώσει να ανακάμψει ουσιαστικά από το προηγούμενο κραχ του 2008, που είχε πυροδοτήσει η κατάρρευση των αμερικανικών τραπεζών Lehman Brothers. Ένα κραχ που σημάδεψε το τέλος ενός εξαιρετικά μακρού καθοδικού κύματος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας (1970-2008), χωρίς όμως από το 2008 μέχρι σήμερα να έχει σηματοδοτηθεί και η έναρξη ενός νέου ανοδικού μακρού κύματος. Οι κρατικές ενισχύσεις κράτησαν στη ζωή τις «πολύ μεγάλες εταιρείες που δεν θα έπρεπε να καταρρεύσουν», αλλά αυτό δεν απέτρεψε μια φάση επιβράδυνσης της ανάπτυξης τα τελευταία δέκα χρόνια. Οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της ΕΕ ακολούθησαν βασικά μια πολιτική εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και τη λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση», που απαιτούσε να αγοράζουν τεράστιες μάζες χρηματιστηριακών περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να διατηρηθούν οι τιμές τους και έμμεσα να μειωθεί το κόστος δανεισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια νέα τεράστια φούσκα τιμών των χρηματιστηριακών περιουσιακών στοιχείων. Οι κεντρικές τράπεζες έθεσαν έτσι σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομία τροφοδοτώντας το χρέος, τις φούσκες, και επιτρέποντας στις εταιρείες-«ζόμπι» να επιβιώνουν. Ήδη από το 2014, ο όγκος των κερδών παρουσίαζε στασιμότητα και το μέσο ποσοστό κέρδους μια νέα μείωση. Οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αυτή την τάση με μειώσεις της φορολογίας των επιχειρήσεων και αυτό συνεπαγόταν με τη σειρά του τη μείωση των δημοσίων δαπανών. Έτσι, πριν ακόμη να ενσκήψει η πανδημία, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, μετά από το κραχ του 2008, βρισκόταν και πάλι στα πρόθυρα μιας νέας οικονομικής κρίσης. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας παρέμενε σε πολύ χαμηλά επίπεδα, λόγω της στασιμότητας της επένδυσης σε πολύ χαμηλά επίπεδα – με απώτερη αιτία τη συνεχιζόμενη καθοδική πίεση του μέσου ποσοστού κέρδους, που κάνει τις επενδύσεις μη ελκυστικές. Η πανδημία ήρθε σαν ένας «εξωγενής» παράγοντας για να επιταχύνει την έλευση αυτής της νέας κρίσης και να αναδείξει τις βαθύτερες αδυναμίες του συστήματος.

Την ίδια περίοδο, στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες σημειώθηκε στασιμότητα ή ακόμη και μείωση των μισθών, ενώ κατά «παράδοξο» τρόπο τα ποσοστά της ανεργίας που ανακοινώνονταν επίσημα από τις κυβερνήσεις γενικά παρουσίαζαν μια σχετική μόνο μείωση. Στην πραγματικότητα, όμως, τα επίσημα ποσοστά ανεργίας αντιστοιχούσαν μόνο στο ποσοστό των ανέργων που εξακολουθούσαν να αναζητούν μια «κανονική» δουλειά επί του καταγεγραμμένου εργασιακά ενεργού πληθυσμού και δεν περιελάμβαναν όλους αυτούς που είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια αναζήτησης μιας τέτοιας εργασίας. Επιπλέον, είναι γεγονός ότι οι εργαζόμενοι κατά κανόνα προσλαμβάνονταν σε πολύ χειρότερες δουλειές από αυτές που είχαν πριν από την κρίση του 2008, με μικρότερες αμοιβές και χειρότερες συνθήκες εργασίας.

Μέσα στην κρίση της πανδημίας, από την άνοιξη του 2020, όλες σχεδόν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις επιδίωξαν και πάλι να στηρίξουν τις αστικές τους τάξεις με προσωρινές πολιτικές άμεσων χρηματικών επιδοτήσεων των οικονομικά ασθενέστερων καπιταλιστών, αλλά και εγγυήσεις των κερδών των μεγαλύτερων καταβάλλοντας τεράστια ποσά απευθείας σε τράπεζες και σε επιχειρήσεις. Μια πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής δείχνει ότι από την έναρξη της πανδημίας, οι περιουσίες των δισεκατομμυριούχων των ΗΠΑ αυξήθηκαν συνολικά κατά ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Σύμφωνα με το περιοδικό Bloomberg, οι 50 πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου έχουν δει τον πλούτο τους να αυξάνεται κατά 782 δισεκατομμύρια δολάρια. Ταυτόχρονα, τα εθνικά χρέη αυξήθηκαν σημαντικά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, το εθνικό χρέος 30 χωρών υπερέβη το 100% του ΑΕΠ τους το 2020. Μεταξύ των 20 χωρών με τα υψηλότερα χρέη είναι οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως η Ιαπωνία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως, αυτή η κατάσταση είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις περιφερειακές και ημιαποικιακές χώρες, από την Αγκόλα έως την Αργεντινή, λόγω της πιθανότητας κρίσεων χρέους, ειδικά εάν τα επιτόκια αρχίσουν να αυξάνονται. Το ιδιωτικό χρέος και το ποσοστό των εταιρειών-«ζόμπι», που υποστηρίζονται από κρατική ενίσχυση και χρέος, έχουν επίσης αυξηθεί.

Είναι προφανές ότι τα επιτόκια του δημόσιου χρέους, και συνακόλουθα και του ιδιωτικού χρέους, θα αυξηθούν παγκοσμίως μόλις σταματήσουν τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης των κεντρικών τραπεζών. Οι κυβερνώντες διαβεβαιώνουν ότι τα προγράμματα αυτά θα σταματήσουν μόλις αρχίσουν να υπάρχουν πληθωριστικές πιέσεις. Ήδη ο πληθωρισμός έχει εμφανιστεί στις ΗΠΑ, όπου η Κεντρική Τράπεζα εξετάζει τη παύση των προγραμμάτων νομισματικής στήριξης, τη στιγμή που ο Μπάιντεν ρίχνει στην οικονομία 2 τρισεκατομμύρια δολάρια σε προγράμματα ενίσχυσης, τα οποία παρότι ίσως ευνοούν μια κάπως ταχύτερη ανάκαμψη των ΗΠΑ σε σχέση με άλλες χώρες που επιλέγουν λιγότερο δραστικές μεθόδους οικονομικής αναζωογόνησης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν μπορούν να έχουν μονιμότερα ενισχυτικά αποτελέσματα, πέραν από ένα πρόσκαιρο sugar rush της οικονομίας που θα καταλήξει σύντομα πάλι στη στασιμότητα. Είναι βέβαιο ότι μια ενδεχόμενη αύξηση του επιπέδου των τιμών θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων η οποία θα ενταθεί παραπέρα και από την αναστολή των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτό θα σημάνει μείωση του ποσοστού κέρδους της επιχείρησης (της διαφοράς του ποσοστού κέρδους από το επιτόκιο δανεισμού της) και εξασθένιση της όποιας οικονομικής μεγέθυνσης. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν σκληρό νόμισμα (ευρώ) και αδύναμο τραπεζικό σύστημα, αυτό θα φέρει και σημαντικές δυσκολίες στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, που είναι ήδη πάνω από 200% του ΑΕΠ και βαίνει συνεχώς αυξανόμενο.

Μπορεί να βρισκόμαστε σε ένα πρόσκαιρο κύμα ευφορίας για την (αμφίβολη υγειονομικά) επάνοδο σε μια ορισμένη κανονικότητα, όμως η αναμενόμενη ανάκαμψη κάποιων βασικών μεγεθών, μετά από 1,5 χρόνο γενικής κατάρρευσης δε φαίνεται υπό τις σημερινές συνθήκες ικανή να οδηγήσει σε μια περίοδο καπιταλιστικής άνθισης, έστω ολιγόχρονης. Η αντικειμενική λειτουργία της κρίσης ως μηχανισμού καταστροφής των λιγότερο παραγωγικών κεφαλαίων δεν έχει ολοκληρωθεί – είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την κρίση της πανδημίας, οι χρεοκοπίες επιχειρήσεων ήταν ποσοστιαία λιγότερες από ό,τι προηγουμένως, κυρίως λόγω των κρατικών προγραμμάτων ενίσχυσης. Εφόσον δεν ολοκλήρωσε τον ρόλο της, η καπιταλιστική κρίση δεν πρόκειται να φύγει. Εξάλλου, το βάθος και η ιστορικότητα της σημερινής κρίσης σημαίνει ότι οι αυτόματοι μηχανισμοί οικονομικής καταστροφής – και αναγέννησης – που διαθέτει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν επαρκούν για να ανατάξουν το ποσοστό κέρδους: θα χρειαστούν μεγάλα εξω-οικονομικά γεγονότα, όπως χρειάστηκαν σε κάθε παρόμοια περίσταση στην ιστορία.

 

Οι πανδημίες και το διαχρονικό πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής

Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, μεσο-μακροπρόθεσμα βρίσκεται αντιμέτωπο με δραματικά αδιέξοδα, με κυριότερο το ζήτημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη από την αλόγιστη χρήση των καυσίμων υδρογονανθράκων και τις εφιαλτικές επιπτώσεις από την συνεπαγόμενη κλιματική αλλαγή. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται πλέον άμεσα αισθητές σε όλο και μεγαλύτερες περιοχές του πλανήτη και απειλούν την επιβίωση όλο και μεγαλύτερων πληθυσμών. Ταυτόχρονα, και σε αυτόν τον τομέα, γίνονται ολοένα και πιο φανερές οι εσωτερικές αντιφάσεις και οι εγγενείς αδυναμίες του καπιταλισμού που καθιστούν αδύνατο έναν παγκόσμιο κεντρικό σχεδιασμό και μια ριζική αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων και του καταμερισμού της οικονομικής δραστηριότητας, που θα μπορούσε να αναστρέψει την πορεία προς την καταστροφή, ή έστω τη συμμόρφωση των κυβερνήσεων σε κανόνες που θα μπορούσαν να την ανακόψουν.

Μια ένδειξη ακριβώς αυτών των αδυναμιών του καπιταλιστικού συστήματος αποτέλεσαν και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους αντιμετώπισαν και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι αστικές κυβερνήσεις την πανδημία του κορωνοϊού, δηλαδή με την ολοκληρωτική έλλειψη αλληλεγγύης και συντονισμού. Μια έλλειψη αλληλεγγύης και συντονισμού που διαπιστώθηκε ακόμη και ανάμεσα στις κυβερνήσεις της «Ενωμένης» Ευρώπης, ενώ η γραφειοκρατία των Βρυξελλών αποδείχθηκε εντελώς ανεπαρκής για να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις ανάγκες  πανευρωπαϊκής διαχείρισης και συντονισμού των εμβολιασμών. Συνολικά, το καπιταλιστικό σύστημα επέδειξε τρομακτική αδυναμία να αντιμετωπίσει την πανδημία – ακόμα και τα λίγα πιο πετυχημένα παραδείγματα (πχ Κίνα) συνδυάζονται με εξαιρετικά αυταρχικές πολιτικές διαχείρισης.

Η ίδια η εμφάνιση και η διασπορά της πανδημίας αποτελεί μια ισχυρή προειδοποίηση προς την ανθρωπότητα, σχετικά με τις ολέθριες συνέπειες από την ακόρεστη και άναρχη επέκταση της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων από τον αδηφάγο καπιταλισμό, που εισβάλλει στα τελευταία φυσικά οικοσυστήματα, τα απειλεί με ολοκληρωτικό αφανισμό και επιδεινώνει διαρκώς την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Η άμεση σύνδεση της εμφάνισης των νέων επιδημιών με την καταστροφή των φυσικών οικοσυστημάτων δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή από την κοινωνική πλειοψηφία, καθώς αυτή η αλήθεια συσκοτίζεται συστηματικά από τις κυβερνήσεις και τα χειραγωγούμενα ΜΜΕ. Αποτελεί ένα ακόμη καθήκον της αντικαπιταλιστικής αριστεράς να την κατανοήσει σε βάθος, να τη φωτίσει με επάρκεια, να την προβάλλει συστηματικά και αντιπαραθετικά προς τις συνωμοσιολογικές εκδοχές για την προέλευση των επιδημιών, που διακινούνται κυρίως από την ακροδεξιά και σκορπίζουν τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό στα λαϊκά στρώματα.

 

Εντείνεται η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα

Η κοινωνική και οικονομική παρακμή των ΗΠΑ είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή και στον ρόλο τους σαν παγκόσμιου χωροφύλακα και εγγυητή του καπιταλιστικού συστήματος αρκετό χρονικό διάστημα πριν από την έκρηξη της πανδημίας. Χαρακτηριστική είναι η ταπεινωτική για τις ΗΠΑ αποχώρηση από το Αφγανιστάν, με την παράδοση της εξουσίας στους Ταλιμπάν, η αντιμετώπιση των οποίων υπήρξε ο ονομαστικός στόχος του εικοσάχρονου πολέμου. Η συνεπαγόμενη κόπωση της στρατιωτικής τους ισχύος και η μείωση της επεμβατικής τους ικανότητας έχει επιτρέψει σε «νέους» παίκτες να εμφανίζονται και να διεκδικούν αποφασιστικούς ρόλους σε συγκεκριμένες περιοχές του πλανήτη. Η Ρωσία ανέλαβε καθοριστικές στρατιωτικές πρωτοβουλίες στη Συρία και στη Λιβύη και επεκτείνει διαρκώς την παρουσία και τις διεκδικήσεις της σε μια σειρά από μέτωπα. Η Γαλλία προσπαθεί να κάνει ξανά αισθητή τη παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο, την Αφρική και τις υπερπόντιες κτήσεις της. Η Γερμανία, με αυξημένο από καιρό το κύρος της μέσα στην «Ενωμένη» Ευρώπη, παίζει ξανά καθοριστικό ρόλο σε τοπικές διενέξεις, όπως στην ελληνοτουρκική, και φαίνεται να ανακτά επίσης σταδιακά ένα μέρος της ξεχασμένης στρατιωτικής της ικανότητας και ισχύος.

Η προηγούμενη εξωτερική πολιτική του Τραμπ στα πλαίσια της αντίληψης του «η Αμερική πρώτα», είχε οδηγήσει σε μια σειρά από προσπάθειες βελτίωσης της θέσης των ΗΠΑ σε σχέση με την Κίνα, τη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαλύοντας συμμαχίες και πολυμερείς συμφωνίες που ήταν χαρακτηριστικές των προηγούμενων διοικήσεων, ιδίως του Ομπάμα. Τώρα ένας από τους στόχους του φιλόδοξου σχεδίου του Μπάιντεν είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ σε σχέση με την Κίνα. Ωστόσο, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η κορυφαία παγκόσμια δύναμη δυσκολεύεται να επιβάλει τις πολιτικές της σε παγκόσμιο επίπεδο και να δημιουργήσει εκ νέου τη συναίνεση του παρελθόντος, όταν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ συνεργάστηκαν για να εδραιώσουν την ηγεμονία τους. Η σπουδή της  κυβέρνησης Μπάιντεν να απαντήσει αποφασιστικά και κατά προτεραιότητα στην κινεζική πρόκληση στον Ειρηνικό με τον άξονα AUKUS (Αυστραλία – Ηνωμένο Βασίλειο – Ηνωμένες Πολιτείες) κατέστη δυνατή μόνο εις βάρος των συμμαχιών των ΗΠΑ στον Ατλαντικό, με τη Γαλλία να ανακαλεί πρεσβευτές και την ΕΕ συνολικά να προσπαθεί να επωφεληθεί εκατέρωθεν. Διαφαίνεται μια κρίση παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας, η οποία συμβαίνει σπάνια στην ιστορία του καπιταλισμού. Ωστόσο, δεν έχει ακόμα αναδειχτεί κάποια νέα ιμπεριαλιστική υπερδύναμη ικανή να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ, ιδίως σε στρατιωτικό επίπεδο.

Τη στιγμή που γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι για την αντιμετώπιση της κρίσης που προκαλεί η πανδημία απαιτείται ένας παγκόσμιος σχεδιασμός και συντονισμός, η καθεμιά από τις άρχουσες τάξεις των καπιταλιστικών κρατών προσπαθεί λυσσαλέα να εξασφαλίσει τη λειτουργία της δικιάς της οικονομίας και της δικιάς της αλυσίδας εφοδιασμού. Μια γεύση αυτών των αλληλοσυγκρουόμενων προσπαθειών διαπιστώσαμε στο πρώτο κύμα της πανδημίας, όταν η καθεμιά προσπαθούσε να εξασφαλίσει για λογαριασμό της μηχανήματα για τις ΜΕΘ, μάσκες για το ιατρικό προσωπικό, αντιϊκά φάρμακα, προεγγραφές και προαγορές για το μελλοντικό εμβόλιο κλπ. Δεν δίστασαν να καταφύγουν ακόμη και σε πειρατικές επιχειρήσεις προκειμένου να εφοδιαστούν με κάποιες ποσότητες από τα υλικά που βρίσκονταν σε έλλειψη. Αλλά και στο δεύτερο κύμα η καθεμιά επεδίωξε την εξασφάλιση για λογαριασμό της, της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας εμβολίων, παραβιάζοντας τις προηγούμενες διακρατικές συμφωνίες, με αποτέλεσμα τους πολύ διαφορετικούς ρυθμούς εμβολιασμού, ακόμη και ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ. 

Είναι αναμενόμενο οι ιμπεριαλιστικές χώρες να αυξάνουν διαρκώς την πίεσή τους προς τις χώρες της περιφέρειας, καθώς προσπαθούν να επιλύσουν κοινωνικές, οικονομικές ακόμη και πολιτικές κρίσεις μέσα στα ίδια τους τα σύνορα. Η ιμπεριαλιστική εμπλοκή έχει υπάρξει αποφασιστικός παράγοντας στη μετατροπή μιας σειράς λαϊκών εξεγέρσεων (Λιβύη, Συρία κ.ά.) σε  μαύρες τρύπες του πλανήτη, ενώ η άμεση ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση έχει δημιουργήσει άλλες (Αφγανιστάν, Ιράκ). Προφανώς, αυτό ήδη συνδυάζεται με επιθέσεις στις κατακτήσεις των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Σε αυτό το πλαίσιο εντείνεται η ιμπεριαλιστική καταπίεση, οι παρεμβάσεις, ακόμη και οι άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις στις χώρες της περιφέρειας. Η περίπτωση της Βενεζουέλας είναι η πιο ξεκάθαρη: οι ΗΠΑ, μην μπορώντας να ανεχτούν ούτε τις ελπίδες της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων που επενδύθηκαν στην – αντιφατική – μπολιβαριανή διαδικασία, ούτε οποιονδήποτε βαθμό ελευθερίας της «μπολιμπουρζουαζίας» που συνδέεται με το νέο καθεστώς, απειλούν το καθεστώς Μαδούρο απευθείας με τον στρατό τους, στέλνοντας πολεμικά πλοία και επιπλέον στρατεύματα στην περιοχή της Καραϊβικής και επικηρύσσοντας το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος. Αν στη Βενεζουέλα το πραξικόπημα-οπερέτα Γκουαϊδό απέτυχε, δεν συνέβη το ίδιο με το πραξικόπημα στη Βολιβία, όπου ο Μοράλες, σε μια παρόμοια τροχιά με την Μπολιβαριανή πολιτική διεργασία, ανετράπη από τον Αμερικανικό παράγοντα, έστω κι αν το κόμμα του επανήλθε στην εξουσία έναν χρόνο αργότερα με τον Άρσε. Η περίπτωση της Ουκρανίας, με την ανοιχτή στήριξη που παρέχεται στις φασιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις προκειμένου να διατηρηθεί το καθεστώς του Κιέβου, είναι επίσης χαρακτηριστική του κυνισμού αλλά και της εθελοτυφλίας της ιμπεριαλιστικής πολιτικής.

Η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε την αναδιάταξη των πολεμικών της πλοίων στις αποικιακές κτήσεις της στον Ινδικό Ωκεανό και στην περιοχή της Καραϊβικής-Λατινικής Αμερικής. Αυτή η στρατιωτική αναδιάταξη, ειδικά στην Καραϊβική, χωρίς αμφιβολία αποτελεί απάντηση στις στρατιωτικές κινήσεις των ΗΠΑ ενώ η συμφωνία AUKUS απλώς επιβεβαιώνει τις γαλλικές «ανησυχίες». Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι σε ένα όλο και πιο τεταμένο διεθνές πλαίσιο, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όχι μόνο θα αυξήσουν την πίεση τους στις χώρες της περιφέρειας, αλλά θα προστατεύσουν επίσης και τις θέσεις τους από τις φιλοδοξίες των ανταγωνιστικών δυνάμεων. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο μπορούμε να δούμε την διαρκώς αυξανόμενη ένταση στην Αφρική, γενικότερα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και στην Ανατολική Μεσόγειο, με την όλο και μεγαλύτερη άμεση εμπλοκή των στρατιωτικών δυνάμεων.

Η Ρωσία, η άλλοτε παγκόσμια υπερδύναμη, παρά τη μερική οικονομική της ανάκαμψη μετά από το μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό πλήγμα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης με την καταστροφική «θεραπεία σοκ», κατατάσσεται σήμερα μόλις στην 11η θέση παγκοσμίως από πλευράς ΑΕΠ (και στην 64η από πλευράς ΑΕΠ κατά κεφαλή). Ωστόσο, παραμένει μια πολύ ισχυρή στρατιωτική δύναμη και επιπλέον διαθέτει μια σημαντική πολεμική βιομηχανία που επιβίωσε από την καταστροφή του παλαιού «σοσιαλιστικού» βιομηχανικού τομέα της. Έτσι το αυταρχικό καθεστώς του Πούτιν μπορεί από το 2015 να αναπτύσσει τις μεγάλης έκτασης επεμβατικές του δραστηριότητες στη Συρία, στηρίζοντας το καθεστώς Άσαντ και εδραιώνοντας την παρουσία του. Στη Λιβύη στηρίζει στρατιωτικά τον Χάφταρ, σε συμμαχία με τον δικτάτορα Σίσι της Αιγύπτου. Στην Ουκρανία παρέχει επίσης στρατιωτική στήριξη και επιβάλλει ταυτόχρονα την πολιτική του στις ημιαυτόνομες περιοχές του Ντομπάς.   

Στο ζήτημα της εντατικοποίησης της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού, θα πρέπει να εντάξουμε τόσο τον διαρκή ανταγωνισμό και τις τριβές ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα όσο και τον  αυξανόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Γερμανία. Εάν η οικονομική, υγειονομική και κοινωνική κρίση επιδεινωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, κινδυνεύουμε να εισέλθουμε σε μια περίοδο συνεχώς ισχυρότερων ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων, τις οποίες δεν έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό.

 

To παγκόσμιο δυναμικό της εργατικής τάξης

Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ), το δυναμικό της παγκόσμιας εργατικής τάξης αυξήθηκε κατά 25% από το 2000 έως το 2019. Ο αριθμός των εργαζόμενων αυξήθηκε από 2,6 δισεκατομμύρια σε 3,3 δισεκατομμύρια τις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα. Από αυτούς τους εργαζόμενους, σύμφωνα με τη ΔΟΕ, το 53% ήταν με μισθό ή με ημερομίσθιο (έναντι του 43% το 1996). Το 34% θεωρούνται αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι (έναντι του 31% το 1996). Το 11% είναι συνεργαζόμενα μέλη οικογενειών (λιγότερο από το μισό του 23% που αυτοί εκπροσωπούσαν το 1996) και το 2% είναι εργοδότες (ενώ το 1996 αντιπροσώπευαν 3,4%). Την ίδια περίοδο, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 60%, ενώ το εργατικό δυναμικό που απασχολείται στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 40%.

Σε αντίθεση με τις θεωρίες πολλών αστών δημοσιολόγων για έναν «μεταβιομηχανικό» κόσμο, το εργατικό δυναμικό που εργάζεται σε εργοστάσια, αυξήθηκε από 393 εκατομμύρια το 2000 σε 460 εκατομμύρια το 2019. Το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό (που περιλαμβάνει επίσης τις κατασκευές και τα ορυχεία) αυξήθηκε από 536 εκατομμύρια σε 755 εκατομμύρια την ίδια περίοδο. Οι επικοινωνίες και οι υπηρεσίες απασχολούσαν 226 εκατομμύρια άτομα το 2019, σε σύγκριση με 116 εκατομμύρια το 2000. Οπωσδήποτε, το γεγονός ότι μεγάλες βιομηχανίες μετεγκαταστάθηκαν εκτός Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης και έχουν αναπροσαρμοσθεί ορισμένες δραστηριότητες, έχει δημιουργήσει δύο μεγάλους πόλους στην παγκόσμια εργατική τάξη. Ενώ υπάρχουν εκατομμύρια εργαζόμενοι σε μεγάλες βιομηχανίες με έδρα στην Ασία ή σε άλλες περιφερειακές χώρες, υπάρχει επίσης ένας συγκεντρωμένος τομέας διαχείρισης του εφοδιασμού (logistics) και διανομής των εμπορευμάτων, με ιδιαίτερο βάρος στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αλλά ο οποίος είναι επίσης παρών και σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα του κόσμου. Σε αυτό προστίθεται η αυξανόμενη προλεταριοποίηση τομέων εργαζομένων που στο παρελθόν συνδέονταν κοινωνικά και πολιτιστικά με τη μικροαστική τάξη (δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι σε υπηρεσίες, στην υγειονομική περίθαλψη και στην εκπαίδευση). Αυτοί οι εργαζόμενοι έχουν δει τις συνθήκες διαβίωσής τους να επιδεινώνονται ραγδαία. Τομείς όπως το πετρέλαιο, η ενέργεια, οι μεταφορές, τα λιμάνια και τα logistics κατέχουν σημαντικές στρατηγικές θέσεις και μπορούν να παραλύσουν την κυκλοφορία αγαθών και ανθρώπων.

Είναι γεγονός ότι αυτή η πραγματικότητα της εργατικής τάξης ενέχει ένα παράδοξο: η μάζα του βιομηχανικού προλεταριάτου συγκεντρώνεται σε περιοχές όπου η εργατική τάξη έχει λιγότερες πολιτικές εμπειρίες οργάνωσης, ενώ στις χώρες με μεγαλύτερη ιστορική εμπειρία για το εργατικό κίνημα, το βάρος μετατοπίζεται σε κλάδους και εργατικά στρώματα με χαμηλότερο επίπεδο οργάνωσης. Ταυτόχρονα, η δραματική επέκταση της επισφαλούς εργασίας έχει διευρύνει τις μισθολογικές διαφοροποιήσεις μέσα στην εργατική τάξη των ανεπτυγμένων χωρών θέτοντας ξανά και σε νέες βάσεις το ζήτημα της εργατικής αριστοκρατίας. Αυτό θέτει ιδιαίτερα πολιτικά καθήκοντα για την οικοδόμηση της ταξικής συνείδησης. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αντικειμενική ισχύς της εργατικής τάξης από στρατηγική άποψη μεγαλώνει, και θέτει σε αμφισβήτηση τις «μετα-καπιταλιστικές» ιδεολογίες.

Επιπλέον, αυτές οι ιδεολογίες υποθέτουν ότι το τρέχον σύστημα προχωρά προς έναν σχεδόν συνολικό αυτοματισμό της παραγωγής, που θα καθιστούσε το εργατικό δυναμικό περιττό, αντικαθιστώντας την ανθρώπινη εργασία με μηχανές. Είναι γεγονός ότι μια γενικευμένη εφαρμογή των καινοτομιών της πληροφορικής και της ρομποτικής, όχι μόνο στην κατασκευαστική βιομηχανία, αλλά και στον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες) θα είχε επιφέρει μια εκρηκτική αύξηση της ανεργίας με κατακλυσμιαίες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες. Όπως, όμως, παρατηρούσε ήδη από τη δεκαετία του ’90 ο Ε. Μαντέλ:

«… χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τις εκρηκτικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες μιας τέτοιας μόνιμης ανεργίας, είναι φανερό ότι αυτή θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην παραγωγή της υπεραξίας. Η νέα τεχνολογία θα σήμαινε ένα νέο ποιοτικό άλμα προς τα εμπρός της παραγόμενης μάζας των αξιών χρήσης (τόσων των παλιών όσο και νέων). Ποιος όμως πρόκειται να αγοράσει αυτό το τεράστιο πλήθος αγαθών κάτω από συνθήκες μαζικής ανεργίας μέσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες; Δυστυχώς για τους καπιταλιστές τα ρομπότ δεν αγοράζουν προϊόντα. Και αν μάλιστα αυτό το τεράστιο πλήθος περιλαμβάνει μια ποιοτικά ανώτερη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών – αγαθών που αγοράζονται με την υπεραξία – μια τέτοια ριζική ανατροπή της διανομής του εθνικού εισοδήματος δεν θα συνεπάγονταν και πάλι ιδιαίτερα βίαιους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες;

...

[Οι συνθήκες για μια αποφασιστική ανάκαμψη του καπιταλισμού] δεν θα προκύψουν αυτομάτως ως προϊόντα συγκεκριμένων οικονομικών αλλαγών και σύγχρονων οικονομικών εξελίξεων. Η πραγματοποίησή τους, τουλάχιστον σε τέτοια κλίμακα ικανή να απελευθερώσει μια νέα διαδικασία μακροχρόνιας επιταχυνόμενης ανάπτυξης στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, θα απαιτούσε βαρυσήμαντες αλλαγές στους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς των ταξικών δυνάμεων, τόσο στο εσωτερικό μιας σειράς από καπιταλιστικές χώρες-κλειδιά όσο και σε διεθνή κλίμακα. Με άλλα λόγια το αν θα πραγματοποιηθούν ή όχι θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων που θα σημαδέψουν τα επόμενα χρόνια …»[1]

 

Ο προηγούμενος κύκλος της ταξικής πάλης

Στις 18 Δεκεμβρίου 2010, στην Τυνησία, ο πλανόδιος πωλητής Μοχάμεντ Μπουαζίζι αυτοπυρπολήθηκε διαμαρτυρόμενος για την κατάσχεση του εμπορεύματός του από την αστυνομία. Θα ακολουθήσει ένα κύμα μαζικών εξεγέρσεων που θα σαρώσει τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής και θα συνοδεύεται από μια πρωτοφανή πολιτική αφύπνιση των λαϊκών στρωμάτων και της αραβικής νεολαίας, και θα ονομασθεί «Αραβική Άνοιξη». Ειδικά στην Αίγυπτο, το επίκεντρο των κινητοποιήσεων θα γίνει η παρατεταμένη κατάληψη της πλατείας Ταχρίρ του Καΐρου και θα οδηγήσει στην παραίτηση του Μουμπάρακ από την εξουσία μετά από 30 χρόνια.   

Από τις αρχές του 2011 ανάλογες μαζικές  κινητοποιήσεις θα σημειωθούν στις χώρες που έχουν πληγεί από την «κρίση χρέους»: στην Ισπανία, με επίκεντρο την κατάληψη της κεντρικής πλατείας της Μαδρίτης, Πουέρτα ντελ Σολ, στην Ελλάδα με επίκεντρο την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος και στη συνέχεια το απεργιακό κύμα και τις καταλήψεις δημοσίων κτιρίων το φθινόπωρο του 2011, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, αλλά και στις ΗΠΑ με το κίνημα “Occupy Wall Street”. Κινητοποιήσεις θα πραγματοποιηθούν σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, στη Γερμανία και στην Αγγλία, με δυναμικές φοιτητικές κινητοποιήσεις. Ωστόσο, το κύμα εξαπλώθηκε επίσης ορμητικά και σε χώρες όπως η Ινδία, το Ιράν και η Χιλή. Κοινά χαρακτηριστικά των κινητοποιήσεων υπήρξαν η εναντίωση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η εχθρότητα απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική και η καχυποψία για τα κοινοβουλευτικά κόμματα, η «από τα κάτω» πρωτοβουλία για τη διοργάνωσή τους μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, η απουσία στοιχειώδους οργανωτικής δομής, η απουσία συγκροτημένης ηγεσίας, η επίκληση της «άμεσης δημοκρατίας» με «ανοιχτές συνελεύσεις» και η γενικά επιφυλακτική αντιμετώπιση των κομμάτων της αριστεράς και των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες ήταν εξ ορισμού εχθρικές προς την αναβίωση της μαζικής πρωτοβουλίας και αυτενέργειας. Η ρεφορμιστική αριστερά τήρησε αποστάσεις από τις κινητοποιήσεις, καθώς αυτές κινούνταν σε μια γενικά αντικοινοβουλευτική κατεύθυνση, ενώ μερικά παραδοσιακά σταλινικά κόμματα κράτησαν ακόμη και μια ανοιχτά εχθρική στάση καθώς αυτές βρίσκονταν εντελώς εκτός του κομματικού τους ελέγχου (π.χ. ΚΚΕ).  Οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς κατά κανόνα συμμετείχαν σε αυτές, αλλά χωρίς συντονισμό και χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, χωρίς προωθητικές προτάσεις για τη λειτουργία των συνελεύσεων και την οργανωτική τους διάρθρωση σε ένα ανώτερο επίπεδο, ώστε να μπορέσουν να κατακτήσουν μια στοιχειώδη πολιτική συγκρότηση και διάρκεια. Οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού, ακόμη και αν διέβλεπαν τις δυνατότητες αυτής της κατάστασης, εκτός από την οργανωτική αδυναμία τους λόγω του κατακερματισμού τους, αποδείχθηκαν επίσης ανέτοιμες να λειτουργήσουν έγκαιρα με γρήγορα ανακλαστικά.      

Η δικτατορία που επιβλήθηκε τελικά στην Αίγυπτο, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Λιβύη και στη Συρία που είχαν σαν αποτέλεσμα τον εκφυλισμό των κινητοποιήσεων σε εμφύλιους φατριαστικούς πολέμους, έκλεισαν βίαια τον κύκλο της Αραβικής Άνοιξης. Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βρήκαν την ευκαιρία να εμπλακούν, προκαλώντας κατάσταση χάους για τις δικές τους επιδιώξεις. Όταν ηγεμονεύουν αντιδραστικές ηγεσίες, τα αποτελέσματα των εξεγέρσεων μπορεί να είναι νέες καταστάσεις οξυμένης ταξικής καταπίεσης. Απάντηση σε αυτό είναι ο αγώνας για την ταξική ανεξαρτησία των εξεγερμένων μαζών από αστικές ηγεσίες και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όχι η φοβική στάση απέναντι στους αγώνες και η αναμονή μέχρι κάποτε να ωριμάσουν οι συνθήκες ή να αλλάξουν οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί.

Η διαμεσολάβηση των λαϊκών διεκδικήσεων από τα ανερχόμενα ρεφορμιστικά κόμματα του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και του Podemos στην Ισπανία, σημάδεψαν το τέλος των πιο μαζικών και μαχητικών κινητοποιήσεων στην Ευρώπη. Η πολιτική πανωλεθρία του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 σκόρπισε τελικά την απογοήτευση στη μεγάλη πλειοψηφία της «γενιάς των πλατειών» που είχε προσανατολίσει τις φρούδες ελπίδες της σε μια πιο «ρεαλιστική» κοινοβουλευτική λύση.

Ωστόσο, και οι αστικές κυβερνήσεις με την επιμονή τους στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της λιτότητας, είχαν επίσης υποστεί ένα βαθύ πλήγμα στο κύρος και στην αξιοπιστία τους που με τη σειρά του οδήγησε σε μια κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης των αστικών τάξεων. Ένα σύμπτωμα αυτής της κρίσης αποτέλεσε η εμφάνιση και η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, που συνοδεύονταν από την αναβίωση του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας (τώρα κυρίως με τη μορφή της ισλαμοφοβίας), της συνωμοσιολογίας, αλλά και γενικότερα της επιδίωξης των ατομικών λύσεων, από μια σημαντική μερίδα μικροαστικών στρωμάτων που απειλούνταν από την οικονομική ύφεση αλλά και εργαζομένων και ανέργων. Πολλά κόμματα της παραδοσιακής δεξιάς μετατοπίσθηκαν σε ακόμη δεξιότερες θέσεις (αντι-μεταναστευτικές πολιτικές, εθνικιστική ρητορεία), στην προσπάθεια τους να αναχαιτίσουν τις διαρροές τους προς την ακροδεξιά. Στην Ιταλία η Λέγκα του Βορρά, στη Γαλλία η Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν,  στην Αυστρία το Κόμμα της Ελευθερίας, στη Σουηδία οι Σουηδοί Δημοκράτες, στην Ολλανδία το Κόμμα για την Ελευθερία, έχουν σταθεροποιηθεί ως κοινοβουλευτικές δυνάμεις, για να αναφέρουμε μόνο μερικές από τις σημαντικότερες περιπτώσεις. Ιδιαίτερη, ωστόσο, ανησυχία έχει προκαλέσει η αναβίωση της ακροδεξιάς στη Γερμανία με την εμφάνιση και εκλογική άνοδο του μισαλλόδοξου και ξενοφοβικού AfD. Εκτός Ευρώπης, θα πρέπει να αναφέρουμε τις κυβερνήσεις Μπολσονάρου στη Βραζιλία και Μόντι στην Ινδία.

Αποκορύφωμα αυτής της τάσης υπήρξε η εκλογή του ανεκδιήγητου Τραμπ το 2016 στην ηγεσία του κόμματος των ρεπουμπλικάνων και στη συνέχεια για τέσσερα ολόκληρα χρόνια (2017-2021) στη θέση του «πλανητάρχη». Μια εικόνα που μπορούμε να πούμε ότι συνόψισε με τον εναργέστερο τρόπο την οικονομική και κοινωνική παρακμή της άρχουσας τάξης στην ηγέτιδα δύναμη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Είναι γεγονός ότι οι προκλήσεις των ακροδεξιών στους δρόμους σε όλες τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες σχεδόν ποτέ δεν έμειναν αναπάντητες. Σε κάθε δημόσια εκδήλωση των φασιστικών μορφωμάτων υπήρξε μια απάντηση από ένα μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα, στο οποίο σημαντικό, αν όχι πρωταγωνιστικό, ρόλο έπαιξαν οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ενώ δημιουργήθηκαν συντονιστικά όργανα για τον προγραμματισμό των κινητοποιήσεων, τις αντιφασιστικές καμπάνιες, τη νομική στήριξη των αγωνιστών κλπ. Οι μαχητικές αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, αν και δεν κατόρθωσαν να αναστρέψουν το ανοδικό ρεύμα της ακροδεξιάς, κατόρθωσαν σε μεγάλο βαθμό να το ανακόψουν και να το καθηλώσουν, καθώς συμβάλλουν αποφασιστικά στην συνειδητοποίηση από πλατύτερα στρώματα των εργαζομένων των κινδύνων που αυτό εγκυμονεί.   

Στις ΗΠΑ, από την πρώτη μέρα της ανόδου στην προεδρία του Τραμπ, υπήρξε ένα πλατύ «αντι-Τραμπ» κίνημα «από τα κάτω», που έδινε συνεχώς απαντήσεις στις εθνικιστικές, ξενοφοβικές, μισαλλόδοξες και μισογυνικές προκλητικές δηλώσεις και πολιτικές του «πλανητάρχη». Την ίδια περίοδο, η αποθράσυνση φασιστικών οργανώσεων στις ΗΠΑ, από την γνωστή Ku Klux Klan με την μεγάλη ιστορία, μέχρι τα Proud Boys, που εμφανίστηκαν κατά την επίθεση στο Καπιτώλιο, οδήγησε ακόμη και στον σχηματισμό ομάδων αυτοάμυνας από τη Μαύρη Κοινότητα στα πλαίσια της οργάνωσης Black Lives Matter.     

Τέλος, στις περισσότερες χώρες του πρώην «ανατολικού μπλοκ», Ουγγαρία, Πολωνία, Ουκρανία, Σλοβενία κλπ, τα ακροδεξιά μορφώματα εξακολουθούν να παρουσιάζονται δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο και να μπορούν αρκετά άνετα να σχηματίζουν ή να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις, κυρίως εξαιτίας της μέχρι σήμερα αδυναμίας των εργατικών τάξεων να συνέλθουν και να ανασυνταχθούν από την πολιτική σύγχυση που τους προκάλεσαν και τη βαθιά απογοήτευση που τους ενστάλαξαν τα προηγούμενα σταλινικά καθεστώτα.

Η απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς και άλλων αντιδραστικών ή/και φιλοϊμπεριαλιστικών δυνάμεων προφανώς δεν είναι να εύχεται η αριστερά την καπιταλιστική σταθερότητα από φόβο προς την αστάθεια και την άνοδο της ακροδεξιάς. Χρειάζεται ενεργή εμπλοκή στις κοινωνικές εκρήξεις, αποφασιστικότητα και ένα νέο σχέδιο για την οικοδόμηση αντικαπιταλιστικών/επαναστατικών κομμάτων.

 

Το ξεκίνημα ενός νέου κύκλου

Πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, σε πολλές χώρες είχε αρχίσει να εμφανίζεται μια νέα άνοδος της ταξικής πάλης. Ήδη από το 2018 ξεκίνησε ένα νέο κύμα ταξικής πάλης. Στη Γαλλία, εμφανίστηκαν τα  Κίτρινα Γιλέκα, που παρά τη διαταξική τους σύνθεση και την πολιτική αμορφία, ανέδειξαν ένα πολύ υψηλό επίπεδο ετοιμότητας αντιπαράθεσης των λαϊκών μαζών με το κράτος. Η ριζοσπαστικοποίησή τους ενέπνευσε τους επόμενους αγώνες, όπως π.χ. την ιστορικής διάρκειας απεργία ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν. Η σπίθα των μαζικών κινητοποιήσεων εξαπλώθηκε και πάλι διεθνώς το 2019, με τις εξεγέρσεις στο Χονγκ Κονγκ, την Αλγερία και το Σουδάν. Ακολούθησαν χώρες όπως ο Λίβανος και το καθημαγμένο από τον πόλεμο Ιράκ. Στη Λατινική Αμερική, είδαμε λαϊκές εξεγέρσεις στον Ισημερινό, την Κολομβία, το Πουέρτο Ρίκο και τη Χιλή, όπου εμφανίστηκε η επιστροφή μαζικών γενικών απεργιών.

Τις παραμονές της πανδημίας, από τον Λίβανο έως τον Ισημερινό, τη Γαλλία, τη Βολιβία, τη Χιλή, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αλγερία και το Χονγκ Κονγκ, η εργατική τάξη, οι γυναίκες, η νεολαία, το κίνημα των μαύρων, και ευρύτεροι τομείς των καταπιεσμένων μαζών βγήκαν ξανά στους δρόμους. Διαμαρτύρονταν ενάντια τις πολιτικές λιτότητας των κυβερνήσεων που εφάρμοζαν τις ντιρεκτίβες του ΔΝΤ, κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Σημαντικές κινητοποιήσεις έγιναν επίσης σε πολλές χώρες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών κρατών, η υγειονομική μαζί με την οικονομική κρίση, έφεραν στην επιφάνεια και όξυναν ανισότητες, ταξικές διαιρέσεις και φυλετικές διακρίσεις, αλλά και τη σημασία των επισφαλώς εργαζομένων για τη λειτουργία της κοινωνίας. Οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης και ιδίως οι συνέπειες των μέτρων καταπολέμησης της πανδημίας έγιναν περισσότερο αισθητές στους επισφαλώς εργαζόμενους, στους άνεργους και στους ανασφάλιστους. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί η δυσαρέσκεια που έχει συσσωρευτεί στις νοσοκομειακές υπηρεσίες και σε ολόκληρο τον τομέα της υγείας, καθώς και στους τομείς της παιδείας, των κοινωνικών υπηρεσιών, των συγκοινωνιών κλπ, σε όλες σχεδόν τις χώρες.

Από τους πρώτους μήνες της πανδημίας, η εφαρμογή των μέτρων της καραντίνας και του lockdown στις περισσότερες χώρες του κόσμου είχαν σαν αποτέλεσμα μια υποχώρηση των κινητοποιήσεων. Οι κυβερνήσεις άδραξαν την ευκαιρία για να νομοθετήσουν μια σειρά αντεργατικά μέτρα που αποβλέπουν στην περαιτέρω συμπίεση του κόστους της εργασίας ελπίζοντας έτσι ότι θα επιτύχουν μεσοπρόθεσμα την ανάκαμψη του μέσου ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών. Όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, στις χώρες με τον διογκωμένο τριτογενή τομέα (των υπηρεσιών), εκτός από τα μέτρα που πλήττουν άμεσα όλους τους εργαζόμενους (παράταση του εργάσιμου χρόνου για συνταξιοδότηση, ελαστικά ωράρια, ατομικές συμβάσεις εργασίας κλπ), γίνεται μια προσπάθεια για την συστηματική αξιοποίηση των τεχνολογικών καινοτομιών της πληροφορικής για τον ολοκληρωτικό έλεγχο και την επίβλεψη της εργασίας, για την τηλε-παρακολούθηση των παραγωγικών διαδικασιών και παράλληλα για την αποδιάρθρωση των συλλογικών συνδικαλιστικών διαδικασιών και για την παραπέρα ατομικοποίηση των εργαζομένων. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, εάν υποθέσουμε ότι θα αφεθεί χωρίς αντίσταση από τους εργαζόμενους η γενικευμένη εφαρμογή των επιτευγμάτων της πληροφορικής στην υπηρεσία των καπιταλιστικών συμφερόντων, τότε μπορεί να ανοίξει μια νέα εποχή βαρβαρότητας, μπροστά στην οποία θα ωχριά η πρόβλεψη του Όργουελ για την κοινωνία του «1984»!

Όμως, η πανδημία ανέδειξε επίσης τη σημασία του ρόλου ορισμένων βασικών κατηγοριών εργαζομένων, χάρις στους οποίους οι κοινωνίες στάθηκαν όρθιες και οι οποίοι απέκτησαν μια νέα αυτοπεποίθηση. Εργαζόμενοι σε επισφαλείς θέσεις εργασίας άρχισαν να οργανώνονται σε νέες συνδικαλιστικές οργανώσεις ή να πραγματοποιούν διαμαρτυρίες και επί μέρους απεργίες για καλύτερες συνθήκες εργασίας σε διάφορες χώρες - από ημερομίσθιους εργάτες, ντελιβεράδες και εργαζόμενους σε logistics μέχρι τους υπαλλήλους της Amazon, από τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, στην καθαριότητα μέχρι τους εκπαιδευτικούς και άλλους.

Το περασμένο καλοκαίρι, στις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας, οι μαζικές διαδηλώσεις που ξεκίνησαν από την Μινεάπολη με αφορμή τη δολοφονία του μαύρου Τζορτζ Φλόυντ, εξαπλώθηκαν αστραπιαία σε όλη την χώρα. Για πάνω από τέσσερεις εβδομάδες, περισσότερες από 150 πόλεις φλέγονταν. Οι διαδηλωτές, αμφισβητώντας την απαγόρευση κυκλοφορίας, συγκρούονταν με την αστυνομία, έκαναν επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, φτάνοντας μέχρι έξω από τον Λευκό Οίκο. Οι αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις διεθνιστικής αλληλεγγύης απλώθηκαν σε όλο σχεδόν τον πλανήτη.

Ο κόσμος, αργότερα, γνώρισε τις μαζικές απεργίες των εργατών και τους αγώνες των αγροτών στην Ινδία, καθώς και μια μαζική και δυναμική αντίσταση στο στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μιανμάρ. Οι εργαζόμενοι σε όλο τον κόσμο συμμετείχαν επίσης σε διάφορους, μικρότερης κλίμακας, ωστόσο σημαντικούς αγώνες, όπως η απεργία των εργαζομένων στα διυλιστήρια Grandpuits  ενάντια στον γίγαντα της Total στη Γαλλία, και οι ταξικοί αγώνες σε χώρες όπως η Ιταλία και η Αργεντινή.

Οι βάρβαροι ισραηλινοί βομβαρδισμοί εναντίον της Παλαιστίνης τον περασμένο Μάιο προκάλεσαν επίσης στις περισσότερες χώρες ένα κύμα μαζικών μαχητικών αντιπολεμικών και αντιιμπεριαλιστικών κινητοποιήσεων διεθνιστικής αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό. Σημαντικές κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν ακόμη και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ, παρόμοιες με τις οποίες είχαμε να δούμε πολύ καιρό.

Στην Κίνα, η επιβράδυνση της οικονομίας είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλέσει μια όξυνση της ταξικής πάλης στο εσωτερικό της, πολλαπλασιάζοντας τις σημερινές διάσπαρτες αντιδράσεις της γιγαντιαίας κινεζικής εργατικής τάξης, που την ένταση και την έκτασή τους δε μας επιτρέπει να γνωρίσουμε με ακρίβεια η ισχυρή προπαγάνδα της κυβέρνησης.

Όλες αυτές οι μεγάλες κινητοποιήσεις αλλά και οι αποσπασματικοί αγώνες της εργατικής τάξης που πραγματοποιήθηκαν κατά τον τελευταίο χρόνο, ενώ βρίσκονταν σε πλήρη ισχύ τα αστυνομικά μέτρα των lockdown από τις αστικές κυβερνήσεις, μας δημιουργούν την πεποίθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο παλιρροϊκό κύμα της ταξικής πάλης. Η εργατική τάξη θα αντισταθεί αποφασιστικά στην εφαρμογή των μέτρων που νομοθετήθηκαν μέσα στις συνθήκες της καραντίνας και θα αντεπιτεθεί αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες για την δικιά της αλληλοενημέρωση, την πολιτική συνειδητοποίηση και την οργανωτική της συγκρότηση.

 

Το πρόβλημα της πολιτικής συγκρότησης

Αν η κοινωνική και οικονομική παρακμή του καπιταλισμού αποτυπώνεται στην κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης των αστικών τάξεων, το εργατικό κίνημα δεν έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα να συγκροτήσει μια πολιτική απάντηση ανάλογη του μεγέθους του κινδύνου και της κρισιμότητας της κατάστασης.

Η υποχώρηση της πολιτικής συνείδησης και η ουσιαστική απουσία πολιτικής εκπροσώπησης των εργατικών μαζών, όπως τουλάχιστον έχουν διαμορφωθεί εδώ και τριάντα χρόνια, μετά από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του «ανατολικού μπλοκ», δεν επέτρεψαν μέχρι σήμερα μια άμεση έκφραση της ταξικής πάλης σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Ακόμη χειρότερα αποτέλεσαν τροχοπέδη για την συγκρότηση ανώτερων συντονιστικών οργάνων πάλης, όπως συντονιστικών των γενικών συνελεύσεων, των απεργιακών επιτροπών κλπ. Η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού αν και φαίνεται να έχει εξασθενήσει σημαντικά μετά από την κρίση του 2008, δεν έχει συναντήσει ακόμη έναν αντίπαλο ικανό για να της αντιπαρατεθεί με αξιώσεις και διατηρεί έτσι ανέπαφες τις προσχώσεις της στην «κοινή λογική».

Τα μεγάλα κομουνιστικά κόμματα της Νότιας Ευρώπης (Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας) οδηγήθηκαν στην αποσύνθεση και την οριστική ρεφορμιστική απαξίωση, ενώ αυτά που επιβιώνουν (Ελλάδας, Πορτογαλίας) παραμένουν εγκλωβισμένα στην αγκύλωση της σταλινικής-γραφειοκρατικής παράδοσής τους χωρίς σοβαρές δυνατότητες ανανέωσης και ανάπτυξης. Οι προσδοκίες ότι κόμματα με εργατική καταγωγή αλλά μακρόχρονη οργανική εμπλοκή στη διαχείριση των καπιταλιστικών κρατών (οι Εργατικοί του Κόρμπυν) ή ακόμα και «προοδευτικά» αστικά κόμματα (οι Δημοκρατικοί σε μια ενδεχόμενη εσωκομματική νίκη του Σάντερς) θα μπορούσαν να στραφούν σε ριζοσπαστική κατεύθυνση διαψεύστηκαν οικτρά την προηγούμενη χρονιά, με την εκδίωξη του Κόρμπυν από την ηγεσία και την άνευ όρων συνθηκολόγηση του Σάντερς με τον Μπάιντεν.

Ένα σημαντικό τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς βυθίστηκε στην απογοήτευση αυτής της προηγούμενης άμπωτης του εργατικού κινήματος και προσπάθησε να διασωθεί πολιτικά με την προσχώρηση σε ρεφορμιστικά σχέδια (Συνασπισμός, Podemos, Μπλόκο της Αριστεράς στην Πορτογαλία κλπ), οδηγώντας έτσι σε ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση δυνάμεις που θα μπορούσαν να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο στην ανασυγκρότηση μιας επαναστατικής αριστεράς. Ο ακολουθητισμός στον ρεφορμισμό μέσα από τα «πλατιά κόμματα» οδήγησαν στη στήριξη αστικών κυβερνήσεων (PSOE-Podemos στο Ισπανικό Κράτος, Σοσιαλιστικό Κόμμα και κοινοβουλευτική υποστήριξη ΚΚ και Μπλόκο στην Πορτογαλία, Σοσιαλδημοκράτες με τη στήριξη της Κοκκινοπράσινης συμμαχίας στη Δανία, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην Ελλάδα, η πρόσφατη προθυμία αντικαπιταλιστικών οργανώσεων να στηρίξουν μια κυβέρνηση με επικεφαλής το Sinn Fein στην Ιρλανδία), με καταστροφικές συνέπειες για το κίνημα και την αξιοπιστία των ρευμάτων της επαναστατικής αριστεράς. Οι χρεοκοπίες αυτές έρχονται να προστεθούν στις παλιότερες καταστροφικές εμπειρίες της στήριξης της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στην κυβέρνηση Πρόντι στην Ιταλία, της κυβέρνησης PT στη Βραζιλία ή της άκριτης υποστήριξης της Μπολιβαριανής διαδικασίας που προσαρμόστηκε στον πραγματισμό της καπιταλιστικής διαχείρισης (χωρίς αυτό καθόλου να συσκοτίζει το καθήκον της αποτροπής των πραξικοπημάτων στις χώρες αυτές). Δεν είναι τυχαίο που όλες οι αξιόλογου μεγέθους διεθνείς οργανώσεις είναι σε βαθιά κρίση και γνωρίζουν διασπάσεις.

Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνουμε ότι αρκετές μικρές δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και της επαναστατικής αριστεράς, αν και κατακερματισμένες, παραμένουν παντού ζωντανές και σχετικά ανανεωμένες, παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και αξιοποιούν δημιουργικά τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών. Αναπτύσσεται για πρώτη φορά μεταξύ τους ένας διεθνικός, πλατύς διάλογος και μια αλληλοενημέρωση που επιτρέπει την έγκαιρη προσέγγιση και ανάλυση επίκαιρων ζητημάτων και τη διαρκή ζύμωση των ιδεών. Οι δυνάμεις αυτές που κατόρθωσαν να επιβιώσουν πολιτικά, ακόμη και να ανανεωθούν μέσα στη περίοδο της άμπωτης του εργατικού κινήματος, μπορούν και πρέπει να παίξουν έναν καταλυτικό ρόλο στην περίοδο της επερχόμενης πλημμυρίδας.

Από την άλλη πλευρά, όλοι οι επιμέρους ταξικοί αγώνες και οι κινητοποιήσεις, μπορούν να συντείνουν σε μια νέα άνοδο του μέσου επιπέδου συνείδησης της εργατικής τάξης που θα προκαλέσει με τη σειρά της την παραγωγή μιας όλο και μεγαλύτερης πρωτοπορίας ριζοσπαστικοποιημένων εργαζομένων, ικανής να συνεισφέρει αποφασιστικά στην εργατική μαχητικότητα και στην εμφάνιση μιας νέας ηγεσίας και νέων επαναστατικών κομμάτων. Επαναστατικών κομμάτων που να είναι ικανά να ανταποκριθούν στην ευθύνη που απαιτείται από τη φύση των αναμετρήσεων που πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Το στρώμα αυτό ίσως σε ορισμένες χώρες-κλειδιά να έχει μέχρι σήμερα καθυστερήσει να αναπτυχθεί, ωστόσο είναι παντού υπαρκτό και δραστήριο.

 

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα

 

Στην εποχή της πανδημίας

Από την αρχή της πανδημίας, με την πρωτόγνωρη κοινωνική και πολιτική κατάσταση που αυτή δημιούργησε, βρεθήκαμε αντιμέτωποι-ες με μια σειρά, πραγματικά ή πλαστά, διλήμματα. Δυστυχώς οι οργανώσεις της αριστεράς και της εργατικής τάξης απάντησαν με πολύ διαφορετικό τρόπο σε αυτά και, σε αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η αδυναμία πραγματικής αντιπολίτευσης απέναντι στην καταστροφική κρατική και κυβερνητική διαχείριση.

Εξαρχής αναδείξαμε την άποψη ότι η ίδια η πανδημία είναι αποτέλεσμα αφενός του τρόπου με τον οποίο ο παγκόσμιος καπιταλισμός μεταχειρίζεται τη φύση και αφετέρου της διεθνούς οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης, των συνθηκών υπό τις οποίες χιλιάδες και εκατομμύρια άνθρωποι εργάζονται και ζουν, όπως και του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, του εμπορίου και των μεταφορών. Η άποψη ότι η κλιματική αλλαγή, με τη λεηλασία ανεκμετάλλευτων μέχρι πρότινος περιοχών του πλανήτη και την επαφή του ανθρώπου με άγνωστα μέχρι πρότινος αντιγόνα, σχετίζεται με την πανδημία του κορωνοϊού, και προοιωνίζεται νέους θανατηφόρους κινδύνους,  κερδίζει έδαφος ακόμα και ανάμεσα στους συστημικούς αναλυτές. Ο ρόλος που έπαιξαν στην αρχική εκτόξευση των κρουσμάτων οι μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, στις οποίες εργάζονται στοιβαγμένοι χιλιάδες άνθρωποι χωρίς στοιχειώδη μέσα προστασίας, είναι αδιαμφισβήτητος. Η δε εξέλιξη της πανδημίας, με τη διαδοχική μετατόπιση του κέντρου βάρους από την ΕΕ και τις ΗΠΑ, στις αναδυόμενες οικονομίες (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Μεξικό) και τώρα στις πιο περιφερειακές καπιταλιστικές χώρες (Ινδονησία, Νότια Αφρική, Ταϊλάνδη) φαίνεται όντως να επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι ο κορωνοϊός «ακολουθεί» τη ροή των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου.

Στην Ελλάδα, ήταν από την αρχή σαφές ότι τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν ήταν καθόλου μέτρα «κοινωνικής σωτηρίας», παρά προϊόν της προσκόλλησής της στο πιο ακραίο νεοφιλελεύθερο δόγμα, αλλά και ταυτόχρονα μια προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντιφατικούς στόχους: από τη μία, να μην καταρρεύσει τελείως το σύστημα (ολική κατάρρευση στις ήδη παραπαίουσες δομές υγείας, ανθρώπινο κόστος που δεν είναι διαχειρίσιμο και κοινωνικές αντιδράσεις που μπορούν να πάρουν εξεγερτικές διαστάσεις) και από την άλλη, να μην καταρρεύσει τελείως η κερδοφορία των επιχειρήσεων.

Ήδη από τον Μάρτιο του 2020 γράφαμε:

«Η ίδια η επιδημία επιτελεί μέρος της καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων που έχει ανάγκη το καπιταλιστικό σύστημα για να ξεπεράσει τη χρόνια κρίση του. Στο παρελθόν, και δεν αποκλείεται και στο ορατό μέλλον, αυτή η συνθήκη σήμαινε πόλεμο μεταξύ κρατών στο πλαίσιο του αγώνα για την αναδιανομή των αγορών, που υπάρχει και σήμερα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που στα κανάλια σήμερα επαναφέρουν την λέξη «πόλεμος», υποδεικνύοντας τον ιό ως τον αόρατο εχθρό, στο όνομα του οποίου επιβάλλουν μέτρα στρατιωτικοποίησης. Άλλη μια θανάσιμη κρίση του καπιταλισμού θα επιχειρηθεί να φορτωθεί στις πλάτες των εργαζόμενων τάξεων.

Ταυτόχρονα, η διαχείριση της επιδημίας από τις αστικές τάξεις και τα κράτη τους είναι και μια αναδιάρθρωση της εργασίας, μια διαδικασία αύξησης της εποπτείας στη συνολική οικονομική διαδικασία της παραγωγής και της κυκλοφορίας, καθώς και ένα τεράστιο πείραμα κοινωνικού ελέγχου και διαχείρισης πληθυσμών. Πολλά από τα έκτακτα μέτρα θα μείνουν για πολύ. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η επιχειρησιακή ικανότητα του κράτους θα αναβαθμιστεί και θα χρησιμοποιηθεί για τον πραγματικό του σκοπό, τη διαιώνιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και την καταπίεση όσων αντιδρούν σε αυτή, και κυρίως των συλλογικών εκφράσεων της εργατικής τάξης.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται ως σωτήρας του συνόλου της κοινωνίας, εκμεταλλευόμενη τον δικαιολογημένο φόβο. Σε αυτό την βοηθάει η παντελής απουσία οποιασδήποτε αντιπολίτευσης από τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης προβάλλεται ως ο σκοπός που ενώνει όλες τις τάξεις, κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης. Επιβάλλει την εθνική ενότητα στο όνομα της σωτηρίας. Επιβάλλει απαγόρευση της κυκλοφορίας, σαν αυτό να ήταν αυτονόητο δικαίωμα της.»

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδειξε εξαρχής τον κυνισμό της. Το ήδη χειμαζόμενο ΕΣΥ και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας δεν ενισχύθηκαν ποτέ, παρά μόνο με επικοινωνιακές προσλήψεις που σε κάθε περίπτωση ήταν σταγόνες στον ωκεανό. Αρνήθηκε πεισματικά να λάβει υπ'όψιν και στο ελάχιστο τα αιτήματα των συνδικάτων των υγειονομικών, που ήταν και τα πρώτα που έσπασαν την καραντίνα με τις κινητοποιήσεις τον Απρίλιο του 2020. Αντιμετώπισε τα τεράστια κενά σε υγειονομικό προσωπικό με υποχρεωτικές μετακινήσεις, ακόμα και προσωπικού άσχετων ειδικοτήτων από τμήμα σε τμήμα νοσοκομείου, από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, μέχρι και από νομό σε νομό. Η μόνιμη επωδός περί «ατομικής ευθύνης» επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί και στο υγειονομικό προσωπικό, με τα εγκληματικά κενά και τις ελλείψεις σε τμήματα και ΜΕΘ COVID να καλύπτονται από το επαγγελματικό φιλότιμο και εκ των ενόντων. Σε αυτό είχε την αμέριστη συμπαράσταση των συνδικαλιστικών παρατάξεων και της ρεφορμιστικής αριστεράς, οι οποίες, παρά τις συνδικαλιστικές κορώνες, ενσωματώθηκαν πρόθυμα στην «εθνική προσπάθεια», συνεπείς με τη γενική πολιτική τους στάση.

Τα μέτρα, λοιπόν, του υποτιθέμενου ελέγχου της διασποράς της πανδημίας, εκτός από παράλογα, αντιφατικά και πολιτικά και ταξικά καθοριζόμενα, λογοδοτούσαν πάντα και στην οικτρή κατάσταση του υγειονομικού συστήματος, η οποία παρουσιαζόταν περίπου ως θέσφατο και αντικειμενικό δεδομένο. Το όριο, άλλωστε, στο πόσοι μπορούσαν και μπορούν να νοσήσουν ταυτόχρονα δεν έμπαινε, και δεν μπαίνει, αντικειμενικά από τα επιδημιολογικά δεδομένα του ιού, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι επικεφαλής της «εθνικής προσπάθειας». Έμπαινε και μπαίνει με βάση τα όρια και τις δυνατότητες του καθημαγμένου συστήματος πρόνοιας, πρόληψης και υγείας. Ο εκβιασμός λοιπόν είναι σαφής: αν αρρωστήσετε με ρυθμό που θα ξεπερνά τις δυνατότητες του συστήματος που εμείς διαλύσαμε, εσείς θα φταίτε, κι εσείς θα το πληρώσετε.

Τα μέτρα ποτέ δεν ήταν ούτε αμιγώς υγειονομικά, ούτε όμως και άσχετα με την πανδημία. Ήταν και είναι μέτρα διαχείρισης της πανδημίας με βάση τα κριτήρια και τις προτεραιότητες των καπιταλιστών. Κυρίως λογοδοτούν στον περιορισμό όλων των άλλων δραστηριοτήτων πέραν της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό αποτυπώθηκε ιδιαίτερα στο δεύτερο lockdown, όπου συρρικνώθηκε κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, πλην της εργασίας και των απαραίτητων συνοδών μεταφορών, που στις περισσότερες περιπτώσεις διατηρήθηκαν στο ακέραιο και σε κάποιες εντάθηκαν (π.χ. διανομές). Αποκορύφωση της καπιταλιστικής χυδαιότητας ήταν το άνοιγμα του λιανεμπορίου, και πρακτικά όλης σχεδόν της οικονομίας, ενώ εξακολουθούσε να ισχύει η νυχτερινή απαγόρευση της κυκλοφορίας και το σύστημα των sms. Αποτυπώθηκε, όμως, και στο ιδεολογικό επίπεδο με το «άγχος της παραγωγικότητας»: οι λόγοι για τους οποίους επιτρεπόταν η μετακίνηση είναι μόνο η εργασία, η υγεία, οι απαραίτητες οικονομικές συναλλαγές ή έστω η άθληση. Η αναψυχή και η κοινωνική ζωή καθίστανται περιττοί λόγοι μετακίνησης και ποινικοποιούνται συλλήβδην, χωρίς καμία υγειονομική διάκριση. Ο κίνδυνος που διατρέχει η εργατική τάξη στη δουλειά της θεωρείται αναγκαίο κακό, ο (κατά κανόνα μικρότερος) κίνδυνος εάν κάνει κάτι πέραν του να δουλεύει για τον εργοδότη της είναι έγκλημα κατά της κοινωνίας. Τα μέτρα τα υπαγορεύει ο κυνισμός της καπιταλιστικής παραγωγής και κερδοφορίας. Η πιο χαρακτηριστική απόδειξη ότι η διαχείριση της πανδημίας προκύπτει βασικά από τις πολιτικές στοχεύσεις της κυβέρνησης, τις συμμαχίες που επιδιώκει και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί, ήταν η απάνθρωπη και χωρίς καμία απολύτως υγειονομική λογική απαγόρευση και καταστολή των πολιτικών και απεργιακών συγκεντρώσεων του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη. Η κυβέρνηση εισήγαγε ένα πρωτοφανές μέτρο: το ιδιώνυμο αδίκημα της συμμετοχής σε διαδήλωση, κάτι το οποίο δεν εφαρμόστηκε πουθενά διεθνώς (είχαμε μεγάλες διαδηλώσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ μέσα στην καραντίνα), και το οποίο έγινε στην πράξη κουρελόχαρτο τόσο με τις-αριθμητικά περιορισμένες, αλλά σημαντικές-συγκεντρώσεις του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη και κυρίως με τις μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις των αρχών του 2021.

Σε κάθε περίπτωση, και η εφαρμογή των ήδη ταξικών μέτρων έγινε επίσης με προφανή ταξική μεροληψία, με τους ελέγχους να επικεντρώνονται στις εργατικές περιοχές, τους μετανάστες και τις μετανάστριες, τους ρομά, ενώ οι γειτονιές της αστικής τάξης παραμένουν πρακτικά ανενόχλητες. Ταυτόχρονα, η διαχείριση της πανδημίας είναι και μια μεγάλη επιτελική άσκηση για το κράτος, τις δυνατότητες και τα μέσα επιτήρησης (ψηφιακά ή φυσικά) που διαθέτει.

Το αφήγημα της κυβέρνησης περί «ατομικής ευθύνης», ενώ τις πρώτες μέρες της πρώτης καραντίνας είχε κάποια απήχηση, με δεδομένο και τον - δικαιολογημένο - φόβο του πληθυσμού, γρήγορα εξανεμίστηκε όταν έγιναν φανερές οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες και οι γελοιότητες στη διαχείριση της πανδημίας (το πρώτο lockdown πχ το διαδέχτηκε το άνευ όρων άνοιγμα του εμπορίου και του τουρισμού, ενώ οι οδηγίες των τουριστικών εταιρειών έθεσαν και το χρονικό όριο του δεύτερου lockdown). Εξανεμίστηκε όταν έγινε σαφές ότι ο θίασος των «επιτροπών», των «λοιμωξιολόγων» και των «ειδικών» εφαρμόζει πολιτικές αποφάσεις, τις οποίες επιχειρεί να ντύσει με επιστημονικό μανδύα. Η οργή διαδέχτηκε το μούδιασμα, όταν θεσπίστηκε το ακαταδίωκτο για τις επιτροπές ειδικών, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά πολιτικοί κυβερνητικοί παράγοντες, τη στιγμή που ολόκληρες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες δαιμονοποιήθηκαν για τη διασπορά και την υπερμετάδοση του ιού.

Ο χρόνος που έχει περάσει από την αρχή της πανδημίας μας επιτρέπει και μια αποτίμηση των πολιτικών τοποθετήσεων που είχαν οι οργανώσεις της εργατικής τάξης απέναντί της. Η αλήθεια είναι ότι από τις περισσότερες τέθηκαν άμεσα αιτήματα που είναι σωστά και κρίσιμα. Σε γενικές γραμμές, όμως, η ανάλυση της πλειοψηφίας των οργανώσεων της εργατικής τάξης εγκλωβίζεται στο δίλημμα της αστικής τάξης. Έτσι διαμορφώθηκαν δύο φαινομενικά αντίθετες προσεγγίσεις:

Α. Η πρώτη προσέγγιση, η μαζικότερη και απόλυτα κυρίαρχη στη ρεφορμιστική αριστερά, είναι ο ακολουθητισμός στην πολιτική της κυβέρνησης, με τη λογική της εθνικής προσπάθειας και της αναβολής της ταξικής πάλης για μετά την κρίση. Πρόκειται για κλασική ρεφορμιστική συνταγή κάθε φορά που υπάρχει κάτι «επείγον», («εθνικά», κρίσεις, φυσικές καταστροφές κλπ). Στην πράξη αποδοχή των μέτρων και του υποτιθέμενα ουδέτερα επιστημονικού λόγου των κυβερνητικών επιτελείων. Η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για τις 17 Νοέμβρη και η κινητοποίηση του ΚΚΕ αποδείχτηκαν μεμονωμένο περιστατικό, τελικά περισσότερο ζήτημα τιμής και οικοδόμηση άλλοθι για την προηγούμενη και κατοπινή ευθυγράμμιση με την κυβέρνηση (ενδεικτική η ακύρωση κάθε ιδέας για απεργία για τον προϋπολογισμό από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ, εγκληματική συναίνεση στην αναβολή της απεργίας του Ιουνίου). Η φαντασίωση διαφόρων για τη δυνατότητα δημιουργίας ενιαίου μετώπου με τα κοινοβουλευτικά κόμματα με αφορμή ένα κείμενο υπογραφών στο Πολυτεχνείο διαψεύστηκε σε λίγες εβδομάδες. Στην ίδια βασική γραμμή, χωρίς βέβαια τον ίδιο κοινοβουλευτικό κρετινισμό, κινείται και το  -κυρίως προερχόμενο από το ΣΥΡΙΖΑ - κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που επιστράτευσε το σύνθημα «θα λογαριαστούμε μετά».

Β. Η δεύτερη προσέγγιση, παρούσα σε ένα τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, της αναρχίας και των αυτόνομων, ήταν η μονομερής επικέντρωση στην ανάγκη οριζόντιας άρσης των μέτρων, περιλαμβανομένου του πλήρους ανοίγματος της οικονομίας. Η άποψη αυτή μπορεί να συνδυάζεται με υποτίμηση της επικινδυνότητας του ιού, βάσει πρόχειρων και αμφίβολων σκόρπιων δεδομένων που επιστρατεύονται κατά το δοκούν, με συνωμοσιολογία ή/και με πλήρη παράκαμψη της σοβαρότητας του προβλήματος. Μπορεί να μοιάζει πιο αμφισβητησιακή και μαχητική από την πρώτη, και αφετηριακά ίσως είναι, ωστόσο εύκολα εγκλωβίζεται σε έναν αταξικό γενικόλογο και ατομικίστικο δικαιωματισμό, που δεν αγγίζει την ταξική ουσία των μέτρων ούτε την πραγματική αγωνία της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν δεν φτάνει στη γελοιότητα της άρνησης της ανάγκης της λήψης οποιωνδήποτε μέτρων προστασίας (μάσκα, αποστάσεις κλπ), είναι μια τοποθέτηση που εκκινεί από έναν βαθύ φόβο και έναν ευσεβή πόθο να μην υπήρχε η πανδημία και όλα να γίνονταν όπως πριν.

Εάν στην πρώτη περίπτωση είχαμε ευθυγράμμιση με την κρατική πολιτική, στη δεύτερη είχαμε στην πράξη μια μαχητική διεκδίκηση της επανεκκίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Όσο αντίθετες κι αν είναι οι προσεγγίσεις, μοιράζονται ότι το βασικό τους ζητούμενο είναι η επιστροφή στην ομαλότητα. Και οι δύο αρνούνται να διαγνώσουν το μέγεθος της κρίσης που αντιμετωπίζουν οι αστικές τάξεις, τα κράτη και οι κυβερνήσεις, και επομένως τις πιθανές ευκαιρίες που ανοίγονται για το εργατικό κίνημα.

Μια τρίτη προσέγγιση είναι ο περιορισμός σε συνδικαλιστικού τύπου αιτήματα, κατά βάση σωστά και χρήσιμα (ενίσχυση του συστήματος υγείας, προσλήψεις σε Υγεία και Εκπαίδευση, αποσυμφόρηση των ΜΜΜ με πολλαπλασιασμό των στόλων, λιγότεροι μαθητές ανά τμήμα, αντίσταση στις εργασιακές μεταρρυθμίσεις που ευνοούν το κεφάλαιο, συνδικαλιστικές ελευθερίες κλπ). Στη βάση αυτών των αιτημάτων, μάλιστα, έγιναν σημαντικές κινητοποιήσεις, στα Νοσοκομεία, έξω από Υπουργεία κ.ά. Όμως, η προσέγγιση αυτή στερείται στρατηγικής και δεν μπορεί να αποφύγει τρανταχτές αντιφάσεις, καθώς εγκλωβίζεται στην περιπτωσιολογία.

Με τη νέα συγκυρία που δημιούργησε η παρασκευή και διάθεση των εμβολίων, οι παραπάνω τοποθετήσεις δημιούργησαν μια νέα πόλωση, καθώς κατά κανόνα τραβήχτηκαν στα άκρα. Όπως και με την ίδια την πανδημία, συνήθως οι όποιες τοποθετήσεις φιλοδοξούν να βασιστούν σε ιατρικά δεδομένα, που, με την προχειρότητα και τη μερικότητά τους, δεν προσφέρονται για τη διεξαγωγή κανενός απολύτως συμπεράσματος.

Χοντρικά κι εδώ μπορούμε να διακρίνουμε δύο λάθος απαντήσεις:

Α. Από τη μία, η αποθέωση γενικώς της επιστήμης και των επιτευγμάτων της, με πλήρη παράβλεψη του γεγονότος ότι τόσο η ίδια η παραγωγή τους όσο και οι συνθήκες (χρόνος, τρόπος, κόστος, αριθμός) προσφοράς τους είναι οριζόμενες από το γεγονός ότι η επιστήμη λειτουργεί υπό τον ασφυκτικό έλεγχο των μεγάλων εταιρειών και των καπιταλιστικών κρατών. Ειδικά στην περίπτωση των εμβολίων, οι κρατικοί και καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί είναι καθοριστικοί. Δε μας προκαλεί έκπληξη ότι συνήθως αυτή η άποψη είναι η συνέχεια της αποδοχής και αποθέωσης των ανθρώπων που στελεχώνουν τις επιτροπές ειδικών.

Β. Από την άλλη, μια ντροπαλή, ή όχι και τόσο, επιστροφή σε έναν αναχρονιστικό ανορθολογισμό, που μπορεί να ξεκινάει από την αμφισβήτηση της καπιταλιστικής επιστήμης, ωστόσο φτάνει να αμφισβητήσει βασικές παραμέτρους της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ξεπερνάει κατά πολύ την ανάδειξη των αντιφάσεων και προβληματικών πλευρών και καταλήγει, με δόσεις μπόλικης άγνοιας ή ημιμάθειας, στη συλλήβδην απόρριψη κάθε επιστημονικού συμπεράσματος και τεχνολογικού επιτεύγματος και συχνά στον ξεπεσμό της συνωμοσιολογίας. Η κόκκινη γραμμή που βάζει είναι ένα γενικό και αφηρημένο ατομικό δικαίωμα, επιβεβαιώνοντας έτσι τον φιλελεύθερο ατομικισμό που βρίσκεται στη βάση του επιχειρήματος.

Δεν είναι ο ρόλος μας να επιχειρηματολογήσουμε για την ανάγκη εμβολιασμού του πληθυσμού ως βασική παράμετρο πρόληψης και αντιμετώπισης της πανδημίας. Γι' αυτό το λόγο, επιμένουμε ότι η τοποθέτηση μιας πολιτικής οργάνωσης οφείλει να γίνεται από την πλευρά μιας μάχιμης πολιτικής τοποθέτησης στη συγκυρία, που θα υπαγορεύει συγκεκριμένη στάση και συγκεκριμένα καθήκοντα, και όχι από μια οιονεί επιδημιολογική-ιατρική σκοπιά. Ωστόσο, επειδή το θέμα έχει αναδειχθεί ως ένα μείζον πολιτικό θέμα της παρούσας συγκυρίας, τόσο από τους «από τα πάνω» όσο και «από τα κάτω», επιβάλλει και τη δική μας πολιτική τοποθέτηση.

Κατ' αρχάς, η αύξηση του αντι-εμβολιαστικού ανορθολογισμού οφείλεται βασικά στην κυβέρνηση και στον τρόπο διαχείρισης της πανδημίας. Οι αντιφατικές οδηγίες όσον αφορά τόσο το άνοιγμα και το κλείσιμο των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, όσο και την ανάγκη ατομικών μέτρων προστασίας (πχ μάσκες), η τρομοκρατία για τις παρενέργειες των εμβολίων στα ελεγχόμενα απ' αυτή ΜΜΕ, ο καταφανής πολιτικός χαρακτήρας των μέτρων, η εμμονή στη διάλυση της δημόσιας υγείας ακόμα και εν μέσω πανδημίας (δηλώσεις Μητσοτάκη για πλεονάζοντα νοσοκομεία) και η γενικότερη απαξίωση και απονομιμοποίηση της κυβέρνησης έχουν οδηγήσει πολλούς και πολλές στο να «μην πιστεύουν τίποτα». Είναι τελείως πλαστή η εικόνα, που ήθελε εξ αρχής η κυβέρνηση να οικοδομήσει, ότι η ίδια είναι ο πρόμαχος της λογικής και του ορθολογισμού που προσπαθεί να βάλει τάξη στο ανορθολογικό πλήθος των υπηκόων της.

Στο πλαίσιο του διαχωρισμού σε ανεμβολίαστους και εμβολιασμένους, η κυβέρνηση εισάγει μέτρα που μετατοπίζουν το συσχετισμό δύναμης υπέρ των καπιταλιστών και εναντίον των εργαζομένων συνολικά (αναστολές, εξαίρεση από τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας κλπ). Τα σχετικά μέτρα, εκτός από αυταρχικά, είναι και μια καθαρή υποκρισία μετά τις μεγάλες καθυστερήσεις το πρόγραμμα εμβολιασμού, αλλά και τη γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης που εκθέτει τη ζωή χιλιάδων εργαζομένων σε καθημερινό κίνδυνο. Αυτό που υπονοεί η κυβέρνηση είναι ότι το δικό της σχέδιο θα ήταν τέλειο, αν δεν υπονομευόταν από τους ανεύθυνους πολίτες. Το έργο είναι παλιό και χιλιοπαιγμένο (συκοφάντηση της συγκέντρωσης στο Εφετείο για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, των συνελεύσεων και συγκεντρώσεων στο ΑΠΘ κ.ά.). Η κυβέρνηση στοχεύει στη διέγερση του κοινωνικού αυτοματισμού: για όλα φταίνε τώρα οι ανεμβολίαστοι (όπως παλιά έφταιγαν οι νεολαίοι-ες ή οι πολίτες που έκαναν μια βόλτα στην παραλία κλπ) και καθόλου η ίδια. Επιχειρεί, και σε κάποιο βαθμό το καταφέρνει, να στρέψει το δημόσιο διάλογο σε βολική γι' αυτήν κατεύθυνση και να παραιτηθεί κάθε υποχρέωσης προστασίας της δημόσιας υγείας. Ακόμα περισσότερο, τα μέτρα αυτά αποτελούν ξεκάθαρη υπονόμευση του καθολικού εμβολιασμού. Όντας τόσο απονομιμοποιημένη και μισητή, πολλοί-ές αντιλαμβάνονται - λανθασμένα βέβαια - την άρνηση του εμβολιασμού, υπό αυτές τις συνθήκες, ως πράξη αντίστασης. Αποκορύφωμα της γελοιότητας υπήρξε η προσπάθεια εξαγοράς της νεολαίας με τις δωροκάρτες, που όχι μόνο διαιωνίζει έναν παλιομοδίτικο ηλικιακό ρατσισμό, αλλά και σπέρνει ακόμα περισσότερες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων. Πρόκειται για τη νέα πράξη του έργου «ατομική ευθύνη».

Παραπέρα όμως, η απάντηση στο ιδεολόγημα της «ατομικής ευθύνης» που επιστρατεύει η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι η αποθέωση του «ατομικού δικαιώματος». Είναι τελείως λάθος η σύγχυση του εμβολιασμού με την αυτοδιάθεση του σώματος.  Είναι λάθος η υποβάθμιση της αντιμετώπισης της πανδημίας, που είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό και συλλογικό ζήτημα, στο επίπεδο της μίας ή της άλλης ατομικής επιλογής. Στην ακραία της συνέπεια, η άρνηση του εμβολιασμού στο όνομα του «είμαι νέος και υγιής» σημαίνει στην πράξη αποκλεισμό από διάφορες πτυχές της κοινωνικής ζωής των μη νέων και υγιών. Είμαστε αντίθετοι και αντίθετες στην «υποχρεωτικότητα» που επιβάλλει η κυβέρνηση, γιατί δεν αποδεχόμαστε τη διεύρυνση του διευθυντικού δικαιώματος και την επέκταση της εξουσίας του αστικού κράτους με πρόσχημα την υγειονομική κατάσταση. Δεν παύει όμως ο μαζικός εμβολιασμός να είναι δικαίωμα, αλλά και κοινωνική υποχρέωση της εργατικής τάξης για την προστασία της ίδιας. Δικαίωμα που πρέπει να κατακτήσει μόνη της η εργατική τάξη, μέσα από τις δικές της οργανώσεις, συνδικαλιστικές και κυρίως πολιτικές: χρειάζεται μαζική καμπάνια υπέρ των εμβολίων, επειδή τα χρειαζόμαστε εμείς, κι όχι απλώς επειδή το λέει η κυβέρνηση. Κοινωνική υποχρέωση που περιλαμβάνει κριτική και ρήξη με τις ακροδεξιές ή ακροδεξιάς καταγωγής ανορθολογικές απόψεις εντός του δικού μας κοινωνικού στρατοπέδου.

Τα εμβόλια, όπως και όλα τα επιτεύγματα της ανθρώπινης εργασίας και διάνοιας που μπορούν να βελτιώσουν την υγεία και τις συνθήκες ζωής της ανθρωπότητας, πρέπει να εκλαμβάνονται ως κοινωνικά αγαθά, όσο και αν παράγονται υπό συνθήκες που ελέγχουν οι καπιταλιστές. Με αυτή την έννοια, βασικό στοιχείο μιας μαρξιστικής αντίληψης είναι η απρόσκοπτη και δωρεάν διάθεσή τους στον πληθυσμό χωρίς κοινωνικούς, ταξικούς, γεωγραφικούς ή εθνικούς φραγμούς. Είναι απολύτως επείγουσα ανάγκη το σπάσιμο της πατέντας στην παραγωγή και διάθεση των εμβολίων, που θα οδηγήσει άμεσα στην πιο φτηνή και γρήγορη πρόσβαση, χωρίς ανάγκη διεθνών μεταφορών, στους πληθυσμούς ειδικά των πιο φτωχών χωρών, που αυτή τη στιγμή πληρώνουν και το πιο βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και εντείνουν την υγειονομική τους εξάρτηση από το καπιταλιστικό κέντρο. Οι ανταγωνισμοί, εταιρικοί και κρατικοί, για τη μερίδα του λέοντος στα εμβόλια, είναι κλασικό παράδειγμα ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που φτάνουν στα όρια οικονομικού πολέμου μεταξύ κρατών, με τις εργατικές τάξεις διεθνώς να πληρώνουν τα σπασμένα. Αν υπάρχει «υγειονομικό απαρτχάιντ», αυτό συμβαίνει μέσα σε κάθε χώρα, με τις τεράστιες διαφορές σε ποσοστά εμβολιασμού ανάμεσα στους προνομιούχους και τους μη, που αποτυπώνονται και γεωγραφικά, και σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό ανάμεσα στις πιο εμβολιασμένες ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και τις ανεμβολίαστες πρώην αποικίες τους, που αποτελούν και τα 2/3 του πλανήτη.

Στην περίπτωση που η παραγωγή εμβολίων δεν υπακούει στη λογική του κέρδους και των πολιτικών σκοπιμοτήτων (Κούβα), τα αποτελέσματα είναι θεαματικά (παραγωγή πολλαπλών εμβολίων, γρήγοροι εμβολιαστικοί ρυθμοί, αν και με καθυστέρηση λόγω εμπάργκο, ικανότητα εξαγωγής σε χαμηλή τιμή), γεγονός που αποδεικνύει την υπεροχή του κεντρικού σχεδιασμού σε σχέση με την άναρχη, χαοτική καπιταλιστική παραγωγή.

Ο σκεπτικισμός σχετικά με τα εμβόλια πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από το ότι παρασκευάστηκαν σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα και αποτελούν αδιαμφισβήτητα πηγή κερδοφορίας. Σχετικά με το πρώτο, χωρίς να αποθεώνει κανείς την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους, θεωρούμε ότι αποτελεί απόδειξη των ιδιαίτερα μεγάλων δυνατοτήτων που προσφέρει η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος της εποχής μας. Πλέον, μέσα σε έναν χρόνο μπορεί να παραχθεί κάτι που πριν μερικές δεκαετίες χρειαζόταν δέκα χρόνια. Ο βασικός περιορισμός είναι η υπαγωγή αυτής της προόδου στην καπιταλιστική κερδοφορία και τους ανταγωνισμούς. Και με αυτό συνδέεται και το δεύτερο κομμάτι. Η επιστήμη αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται σε ταξικές κοινωνίες, υπό την αιγίδα της κυρίαρχης τάξης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία χρησιμότητα για τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Δεν είναι ούτε ουδέτερη, ούτε άχρηστη, ούτε προπαγάνδα των καπιταλιστών. Η κοινωνική της λειτουργία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο διαλεκτικά. Σε πολιτικό επίπεδο, αντί να καταλήξουμε στη συλλήβδην απόρριψη της καπιταλιστικής επιστήμης, εντός ή εκτός εισαγωγικών, είναι πολύ πιο ωφέλιμο να αναδείξουμε το δολοφονικό ρόλο της πατέντας και των άλλων ζητημάτων που προαναφέραμε.

Τον Μάρτιο του 2020 γράφαμε:

«Αν περιορίζουμε τις μετακινήσεις και τις επαφές μας όσο μπορούμε, το κάνουμε για να προστατέψουμε την τάξη μας. Το κάνουμε γιατί είμαστε οι μόνοι και οι μόνες που παίρνουμε τις ζωές μας στα σοβαρά, που δεν τις θεωρούμε αναλώσιμες. Το κάνουμε διότι δεν έχουμε ανθρώπους για ξόδεμα και δεν τους βάζουμε σε κίνδυνο στο όνομα μιας υποτιθέμενης «απειθαρχίας». Το κάνουμε από ανθρώπινη και ταξική αλληλεγγύη απέναντι στις ευπαθείς ομάδες της τάξης μας, τους ηλικιωμένους, τα ΑΜΕΑ, τους ανασφάλιστους, τους άστεγους. Δεν το κάνουμε επειδή συμμετέχουμε σε οποιαδήποτε καμπάνια της κυβέρνησης. Δεν το κάνουμε επειδή αναγνωρίζουμε στην κυβέρνηση το δικαίωμα να απαγορεύει συγκεντρώσεις, συναθροίσεις και μετακινήσεις. Καμία ταξική συνεργασία, καμία εθνική ενότητα με τους εκμεταλλευτές.

Δεν αποδεχόμαστε όμως την κοινωνική απομόνωση. Με τα μέσα που επιτρέπουν οι συνθήκες και τα όρια που θέτει ο σεβασμός στη ζωή και την υγεία ιδίως των πιο ευπαθών ομάδων, συνεχίζουμε τους αγώνες μας.»

Η πανδημία έδειξε για μια ακόμα φορά πόσο αναλώσιμες είναι οι ζωές των εργαζόμενων στην καπιταλιστική κοινωνία, πώς η εργατική τάξη είναι για το κεφάλαιο απλώς ένας παράγοντας της οικονομίας, που σταθμίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ανάλογα με τη συγκυρία και τις προτεραιότητες της καπιταλιστικής οικονομίας. Απέναντι στον ακολουθητισμό προς το κράτος και τις επιταγές του και τον φιλελεύθερο ατομικό δικαιωματισμό, προβάλλουμε την ανάγκη συνολικής αμφισβήτησης της λειτουργίας της οικονομίας, που σημαίνει περιορισμό της παραγωγής στους μη απαραίτητους τομείς, όταν διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές, χωρίς απώλεια των εργατικών εισοδημάτων, καμία περιστολή στα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες στο όνομα της «εθνικής προσπάθειας», ενίσχυση στους τομείς της προστασίας, της πρόληψης και της περίθαλψης του πληθυσμού. Μέτρα που μόνο η σύγκρουση με την ίδια την καπιταλιστική οικονομία και τα κράτη μπορεί να επιβάλει. Για να κρατήσουμε όρθια την εργατική τάξη που κρατάει όρθια την κοινωνία.

 

Αμηχανία και ανάκαμψη του κινήματος μέσα στην πανδημία

Από την αρχή του καλοκαιριού του 2019, λίγο μετά την εκλογή της κυβέρνησης της ΝΔ, υπήρξαν τα πρώτα σημάδια ενός ξεμουδιάσματος και μιας ανασύνταξης του κινήματος, που είχε υποχωρήσει περισσότερο λόγω της κυριαρχίας της κοινοβουλευτικής υπόσχεσης και της μετέπειτα τραγικής διάψευσής της παρά λόγω της καταστολής των προηγούμενων κυβερνήσεων. Οι κινητοποιήσεις για το φοιτητικό άσυλο, το αντικατασταλτικό κίνημα και η υπεράσπιση καταλήψεων, η μαζική πορεία του Σεπτέμβρη του 2019 για τον Ζακ Κωστόπουλο, η ΔΕΘ και η απεργία του Σεπτέμβρη, το Πολυτεχνείο, οι κινητοποιήσεις ΟΤΑ, 8μήνων κλπ, μέχρι και τη μεγάλη αντιρατσιστική διαδήλωση του Μαρτίου στο κέντρο της Αθήνας, ως απάντηση στα φαινόμενα ξενοφοβικής υστερίας στα νησιά, έδειχναν ότι η κατάσταση θα μπορούσε να κλιμακωθεί, χωρίς βέβαια να είναι εύκολο να ανακτηθεί το έδαφος που είχε χαθεί τα τελευταία χρόνια.

Η πανδημία και τα lockdown, βέβαια, ήρθαν να αλλάξουν εντελώς το τοπίο. Για ενάμιση μήνα, την άνοιξη του 2020, δεν μπορούσε να γίνει σχεδόν καμία κινηματική διαδικασία ή μαζική δράση, πέραν ορισμένων κινητοποιήσεων στα νοσοκομεία με αιτήματα την ενίσχυση του ΕΣΥ, μέτρα προστασίας και προσλήψεις υγειονομικών. Η πορεία της Πρωτομαγιάς του 2020 έδειξε ότι υπήρχε ένα ρεύμα στο κίνημα το οποίο δεν περίμενε το τέλος της πανδημίας για να λογαριαστεί με τα αφεντικά και τις κυβερνήσεις, αλλά προσπάθησε να προσαρμοστεί στις συνθήκες, να οργανωθεί και να συνεχίσει να διεκδικεί.

Το φθινόπωρο του 2020, το κίνημα αντιμετώπισε την πρωτόγνωρη συνθήκη της απαγόρευσης των διαδηλώσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Οι επικλήσεις της δολοφονικής κυβέρνησης στη Δημόσια Υγεία, η τρομοκρατία τις προηγούμενες μέρες και οι εξαγγελίες για συλλήψεις και πρόστιμα σε όσους θα τολμούσαν να υπάρχουν στο δρόμο δεν κατάφεραν να ματαιώσουν κινητοποιήσεις στην επέτειο της εξέγερσης από πολιτικά κόμματα και οργανώσεις της εργατικής τάξης σε όλη την Ελλάδα, παρότι σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο και μέγεθος από το συνηθισμένο. Το όργιο καταστολής, η βιομηχανία προστίμων και η επιστράτευση των παπαγάλων των ΜΜΕ φανερώνουν μόνο το πολιτικό αδιέξοδο και τον πανικό στον οποίο βρισκόταν η κυβέρνηση. Η εμπειρία της περσινής 17 Νοέμβρη είναι σημαντική παρακαταθήκη αγώνα και έδειξε ότι ακόμα και στις πιο ακραίες συνθήκες, η αντίσταση και η αντεπίθεση δεν είναι ούτε αδύνατες, ούτε μάταιες.  Δεν χρειάζεται υπερδυνάμεις, αλλά οργάνωση και καλή κατανόηση της κατάστασης. Η γελοιοποίηση της κυβέρνησης μετά τις 17 Νοέμβρη, συνεχίστηκε στις 25 του ίδιου μήνα, με τη φεμινιστική συγκέντρωση στο Σύνταγμα ενάντια στη βία κατά των γυναικών, όπου συνελήφθησαν 13 αγωνίστριες, και στις 26 Νοέμβρη όπου έγινε απεργία και η πρώτη πραγματική διαδήλωση, έστω σύντομη. Οι δρόμοι δεν ήταν άδειοι ούτε στη 12η επέτειο από τη δολοφονία Γρηγορόπουλου. Αν και μετά το Πολυτεχνείο υπήρχε η διάθεση για ακόμη καλύτερη οργάνωση της απαγορευμένης συγκέντρωσης, τη φορά αυτή δεν κατέστη δυνατό να συμφωνηθεί μια κοινή κινητοποίηση στο κέντρο της Αθήνας. Υπάρχουν σφάλματα και ευθύνες από την πλευρά των οργανώσεων του κινήματος, οι οποίες στέρησαν τη δυνατότητα να κληθεί μια κεντρική συγκέντρωση στις 6 Δεκέμβρη. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι το τζάμι της συναίνεσης και του φόβου είχε σπάσει.

Το 2021 ξεκίνησε με την κατάθεση του νομοσχεδίου για την πανεπιστημιακή αστυνομία και άλλες μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε πάλι το χαρτί της απαγόρευσης των διαδηλώσεων, όμως το φοιτητικό κίνημα έδωσε την απάντησή του με πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια και μαζικές διαδηλώσεις. Επρόκειτο πλέον για πραγματικές μαζικές διαδηλώσεις, οι οποίες κατήργησαν την απαγόρευση στην πράξη. Ακολούθησε το κίνημα ενάντια στην κρατική καταστολή, με αποκορύφωμα την καυτή διαδήλωση της Νέας Σμύρνης και το μαζικό διήμερο συγκεντρώσεων σε πολλές πόλεις και γειτονιές της χώρας ενάντια στην καταστολή και τις απαγορεύσεις, τον Μάρτιο του 2021. Οι μεγαλειώδεις αυτές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις δεν ήταν τυχαίο ξέσπασμα. Ήταν η φυσική συνέχεια των κινητοποιήσεων του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη, που έγιναν σε καθεστώς απόλυτης παρανομίας, των διεκδικήσεων των εργαζομένων στην υγεία, της αποχής των δασκάλων και των καθηγητών από την αξιολόγηση, του φοιτητικού κινήματος ενάντια στον νόμο Κεραμέως, της αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Δ. Κουφοντίνα, απέναντι στην κρατική εκδικητικότητα, της φεμινιστικής απεργίας της 8ης Μάρτη, εν μέσω χιονοστιβάδας αποκαλύψεων βιασμών, σεξουαλικών παρενοχλήσεων και εργοδοτικής αυθαιρεσίας στον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση.

Σε μια τόσο ιδιαίτερη συγκυρία, φάνηκε πως για να νικήσουν οι αγώνες πρέπει να απειληθεί η κυβέρνηση και όλο το σύστημα συνολικά. Δεν μας ενδιαφέρει η ενότητα όλων των «δημοκρατικών» κομμάτων και δυνάμεων στη βάση ενός άχρωμου και άοσμου μεταξύ τους συμβιβασμού. Εργαζόμαστε για την ενότητα όλων των εργαζομένων και καταπιεσμένων στη βάση των κοινών τους συμφερόντων, πέρα από συντεχνιακές, έμφυλες και φυλετικές διακρίσεις. Πρέπει να βρούμε τα αιτήματα και τους τρόπους δράσης που ενώνουν όλες τις καταπιεσμένες ομάδες, τους εργαζόμενους σε κάθε χώρο, τη νεολαία στα πανεπιστήμια, στα σχολεία και τον στρατό, τις γυναίκες, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, τους μετανάστες, τους πρόσφυγες. Γι’ αυτό δεν ζητάμε απλώς δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά τη χειραφέτησή μας. Δεν θέλουμε να μας εκμεταλλεύονται με πιο δημοκρατικούς κανόνες, αλλά να σταματήσει η εκμετάλλευση και η καταπίεση. αυξήσει

Ο πιο πρόσφατος σταθμός του κινήματος ήταν οι κινητοποιήσεις για το νομοσχέδιο Χατζηδάκη. Σε συνδυασμό πάλι με τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και τις διατάξεις περί ελέγχου, περιορισμού και απαγόρευσης των συναθροίσεων-συγκεντρώσεων, παρατηρήθηκε αρκετή κινητικότητα τόσο με τη μορφή απεργιών όσο και με συγκεντρώσεις και πορείες.  Αποκορύφωμα της κίνησης των εργαζομένων ήταν η απεργία της 10ης Ιούνη, η οποία ήταν η μεγαλύτερη τουλάχιστον από τον Φλεβάρη του 2016. Παρά τον υπονομευτικό ρόλο που έπαιξαν οι γραφειοκρατίες της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ, των εργατικών κέντρων, που ανέβαλαν την απεργία που είχε προκηρυχθεί για τις 3 Ιούνη, με τη συνενοχή ακόμη και του ΠΑΜΕ, η εργατική τάξη έδωσε ένα ηχηρό μήνυμα στην κυβέρνηση και την εργοδοσία, με τον κινητοποίησή της ενάντια στον περαιτέρω κρατικό και εργοδοτικό έλεγχο των σωματείων, στην ανατροπή του 8ωρου, στις εξατομικευμένες συμβάσεις εργασίας, στην προσπάθεια της κυβέρνησης να χρεωθεί στην εργατική τάξη η ζημιά της πανδημίας.

Η συνειδητή κωλυσιεργία της γραφειοκρατίας για προκήρυξη επόμενης απεργίας, με τη ΓΣΕΕ μάλιστα να μην την καλεί τελικά ποτέ, απέτρεψε τη ρεαλιστική δυνατότητα για άμεση κλιμάκωση. Ο νόμος υπερψηφίστηκε στις 16 Ιουνίου εν μέσω σύγχυσης και διασπασμένων, μικρότερων κινητοποιήσεων. Η ήττα αυτή του εργατικού κινήματος, πάντως, δεν αναιρεί το θετικό μήνυμα μιας πρώτης αφύπνισης, σε συνέχεια και με τη γενικότερη άνοδο των κοινωνικών κινημάτων.

Ένα ιδιαίτερο θέμα, που μένει να αποτιμηθεί τους μήνες που έρχονται, είναι το τι αφήνει η πανδημία σε επίπεδο μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων. Η μακρόχρονη αδυναμία φυσικής παρουσίας και ζύμωσης σε μαζικούς χώρους είχε οπωσδήποτε βραχυπρόθεσμα και, ενδεχομένως, μακροπρόθεσμα δυσμενή αποτελέσματα – για παράδειγμα, τι σημαίνει για την τροφοδοσία του κινήματος με νέους αγωνιστές και αγωνίστριες το ότι τα πανεπιστήμια παρέμειναν κλειστά για ενάμιση χρόνο; Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές και, σε κάποιο βαθμό, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αναπροσάρμοσαν τον τρόπο λειτουργίας τους με τρόπο που μπορεί να αποτελέσει και θετική παρακαταθήκη για το μέλλον. Χρειάστηκε να ανταποκριθούν σε δύσκολα οργανωτικά καθήκοντα, πχ στις παράνομες διαδηλώσεις της 17ης Νοέμβρη, της 6ης Δεκέμβρη κ.ά., γεγονός που αφήνει μια ορισμένη τεχνογνωσία, πιθανόν ξεχασμένη από χρόνια. Ταυτόχρονα, αξιοποίησαν περισσότερο μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας και προβολής – με όλες τις επιφυλάξεις ότι τα ψηφιακά μέσα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ταξική πάλη όπως την ξέραμε, το γεγονός αυτό μπορεί υπό συνθήκες να αυξήσει την αναγνωρισιμότητα, τη γεωγραφική συμμετοχή και την αποτελεσματικότητα των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Η πρόσφατη εμπειρία της αναδίπλωσης της e-food, με το συνδυασμό μιας αναπτυσσόμενης οργάνωσης στο χώρο των διανομέων (ΣΒΕΟΔ κ.ά.) και μιας σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητης διαδικτυακής καμπάνιας αλληλεγγύης είναι μια ένδειξη αυτών των δυνατοτήτων.

 

Η φετινή 25η Νοέμβρη υπενθύμισε στις γυναίκες όλου του κόσμου μία πολύ σκληρή αλήθεια: ότι σε καιρούς κρίσης ο καπιταλισμός δένεται πολύ πιο σφιχτά με την πατριαρχία και έτσι, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, εντείνεται και η έμφυλη βία και καταπίεση. Τα βάρη και αυτής της οικονομικής κρίσης έπληξαν ακόμα περισσότερο τις γυναίκες, με αύξηση της ανεργίας και μειώσεις μισθών.  Το lockdown που επιβλήθηκε από τον περασμένο Μάρτιο μέχρι σήμερα αύξησε κατά πολύ τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Φυσικά, η αλήθεια πίσω από τις επίσημες καταγραφές είναι ακόμα πιο τρομακτική. Κανείς δεν μπορεί να μετρήσει όλη τη βία και την περιθωριοποίηση που υφίστανται άνθρωποι που καταπιέζονται λόγω ταυτότητας φύλου και σεξουαλικότητας. Η ορατότητα των καταπιεσμένων και των προβλημάτων που υφίστανται έγινε ακόμα πιο δυσχερής μέσα σε αυτή την συγκυρία. Και φυσικά, όταν αναφερόμαστε στη βία, εννοούμε όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να πάρει εκτός της σωματικής. Βία είναι και η φτώχεια και η απόγνωση που επιβάλλεται σε όλες τις γυναίκες που έρχονται να καλύψουν το κενό που αφήνει η απουσία του κράτους πρόνοιας αυτή την δύσκολη περίοδο. Βία είναι να μην έχεις ουσιαστικά πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας γιατί το ΕΣΥ έχει αφεθεί στη μοίρα του και καταρρέει. Βία είναι να αναγκάζεσαι να δουλεύεις με κίνδυνο να προσβληθείς από τον ιό για τα κέρδη των αφεντικών. Βία είναι να μην μπορείς να βγεις ούτε για περπάτημα ενώ δεν είσαι ασφαλής σπίτι.

Η καραντίνα σαφώς διόγκωσε το πρόβλημα πολλαπλασιάζοντας τα κρούσματα βίας, αλλά δεν είναι η γενεσιουργός αιτία. Η απαγόρευση κυκλοφορίας, η έλλειψη δημόσιου χώρου και κοινωνικών επαφών έκανε ακόμη πιο απροσπέλαστους τους τέσσερεις τοίχους των σπιτιών, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα βοήθειας για τις κακοποιούμενες γυναίκες.

Πολλές γυναίκες, εκτός από την πανδημία, αντιμετωπίζουν καθημερινά και τον θανάσιμο κίνδυνο της κακοποίησης, ενώ παγκοσμίως καταγράφονται όλο και περισσότερες γυναικοκτονίες. Δεν δίνουμε κανένα άλλοθι στους κακοποιητές και τους γυναικοκτόνους. Δεν κάνουμε τα στραβά μάτια και δεν θα περιμένουμε να τελειώσει η πανδημία. Καμία γυναίκα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μόνη της, καμία γυναίκα δεν έχει ατομική ευθύνη για την ασφάλειά της.

Ενθαρρυντικό είναι ότι όλο και περισσότερα περιστατικά να καταγγέλλονται. Οι καταγγελίες για σεξιστικές επιθέσεις κάθε τύπου πληθαίνουν καθημερινά, οι γυναίκες παντού βρίσκουν το θάρρος να φωνάξουν «Ως εδώ!». Παίρνουν θάρρος από τους φεμινιστικούς αγώνες παγκοσμίως.

Παρά τους περιορισμούς, είδαμε τις γυναίκες να διαδηλώνουν για το δικαίωμα στην έκτρωση, ενάντια στις κακοποιήσεις, ενάντια στην πατριαρχία. Με πιο τρανά παραδείγματα αυτά της Πολωνίας και της Αργεντινής. Το κίνημα #metoo, που τα προηγούμενα χρόνια έκανε δυναμικά την εμφάνισή του σε παγκόσμιο επίπεδο, έφτασε και στην Ελλάδα. Όλο και περισσότερες γυναίκες βρίσκουν τη δύναμη να μιλήσουν και να καταγγείλουν τους κακοποιητές τους, τόσο στο εργασιακό περιβάλλον, όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Το κίνημα #metoo δίνει δύναμη και ελπίδα για συλλογικές διεκδικήσεις, ώστε να αισθάνονται όλες ασφαλείς στα σπίτια, τους εργασιακούς χώρους, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, τους δρόμους. Πρέπει να εξαπλωθεί παντού. Να σηκώσει κάθε πέτρα και να αποκαλύψει την σαπίλα μιας κοινωνίας που νομιμοποιεί την κακοποίηση.

Τα παραδείγματα στο χώρο του θεάτρου και κυρίως η περίπτωση Λιγνάδη και η πολιτική συγκάλυψή της, δείχνουν τη δομική σύνδεση της πατριαρχίας με το καπιταλιστικό σύστημα. Τις πολιτικές απόψεις και επιλογές της ΝΔ τις απέδειξε περίτρανα και το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, που προβλήθηκε ως εξασφάλιση της ισότητας της γονικής μέριμνας, αλλά καθόλου δεν μεριμνά για τις κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά, που θα υποχρεούνται όλη τους τη ζωή να δίνουν λογαριασμό στους κακοποιητές τους.

Η γυναικεία ομάδα, συνεχίζοντας την παρέμβασή της στη Συνέλευση 8 Μάρτη βρίσκεται σε επαφή με άλλες φεμινιστικές οργανώσεις και πρωτοβουλίες.

Εδώ και δύο χρόνια, η Συνέλευση έχει καταφέρει η 8η Μάρτη να είναι μία μέρα απεργιακών κινητοποιήσεων, με αποφάσεις σωματείων και της ΑΔΕΔΥ για στάση εργασίας. Η προσπάθεια για να είναι αυτή η μέρα επιτυχημένη πρέπει να αποκαλύπτει την ταξική όψη της καταπίεσης της γυναίκας.

Παρά τις θετικές αποτιμήσεις της δράσης της Συνέλευσης 8 Μάρτη, η γυναικεία ομάδα χρειάζεται να ανασυγκροτηθεί ώστε να ανταποκριθεί στα δεδομένα της συγκυρίας, με καλύτερο επιμερισμό των καθηκόντων και χρεώσεων όπως και πιο τακτικές συναντήσεις και παραγωγή υλικών.

 

Αμέσως πριν την πανδημία, εκδηλώθηκε και στην Ελλάδα η παγκόσμια άνοδος οικολογικού και περιβαλλοντικού κινήματος. Από τους αγώνες εναντίον της εγκατάστασης ανεμογεννητριών, μέχρι το κίνημα ενάντια στην καύση σκουπιδιών στο Βόλο, στο πλαίσιο του οποίου είχαμε το καλοκαίρι του 2020 και την κρατική δολοφονία του Βαγγέλη Μάγγου, το κίνημα για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος απέκτησε νέα δυναμική. Οι τεράστιες πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού επανέφεραν στην πρώτη γραμμή το περιβαλλοντικό ζήτημα, την επιτακτικότητά του και τη δυνατότητά του να αποτελέσει εφαλτήριο για σημαντικά κινήματα – είναι ενδεικτική η αρκετά μεγάλη επιτυχία της διαδήλωσης που κάλεσε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μικρότερες οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς εν μέσω του Αυγούστου.  Οι δομές συντονισμού, ωστόσο, παραμένουν ανεπαρκείς ακόμα, όπως και η θεωρητική και πολιτική θεμελίωση.

Ακροδεξιά-αντιφασισμός. Ότι η Χρυσή Αυγή έμεινε εκτός Βουλής το 2019 ήταν μια νίκη του κινήματος που δεν σχετικοποιείται ούτε από την άνοδο του ακροδεξιού Βελόπουλου, ούτε από τη συμπερίληψη ακροδεξιών στελεχών στην κυβέρνηση. Ακόμα περισσότερο, στις 7 Οκτώβρη, η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ήταν μια νίκη για το κίνημα, του οποίου η συνεχής δράση έφερε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ανεξαρτήτως του ότι και η κυβέρνηση της ΝΔ είχε τους δικούς της λόγους για να πιέσει τη ΧΑ, δεν πιστώνουμε την εξέλιξη αυτή στην αστική δικαιοσύνη, αλλά στο αντιφασιστικό κίνημα. Η καταδίκη δεν θα είχε έρθει χωρίς τον φόβο της κατακραυγής και της εξέγερσης, δεν θα είχε γίνει χωρίς την ιστορική συγκέντρωση της 7ης Οκτώβρη στην Αλεξάνδρας.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής, φυσικά, δε σημαίνει οριστική νίκη απέναντι στον φασισμό. Βρισκόμαστε σε μια γενικότερη περίοδο εθνικιστικής έξαρσης, όπως αυτή εκφράστηκε στα μακεδονικά συλλαλητήρια ή στα νησιά και τις αντιδραστικές κινητοποιήσεις κατοίκων απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες, τις οποίες ενορχηστρώνει η κρατική ρατσιστική πολιτική. Οι εθνικοί μύθοι αναπαράγονται και δίνουν τροφή στην εθνικιστική υστερία, η οποία βρίσκει πρόσφορο έδαφος να ανθίσει, σε μια συγκυρία όπου η επιθετικότητα του ελληνικού κράτους οξύνεται, με τον ανταγωνισμό προς την Τουρκία και τους φρενήρεις πολεμικούς εξοπλισμούς. Η ακροδεξιά μπορεί να μην εκπροσωπείται πλέον από το ναζιστικό μόρφωμα, αλλά είναι παρούσα και εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, από τον Βελόπουλο μέχρι την alt-right ρητορική πολιτευτών και βουλευτών της ΝΔ. Οι συγκεντρώσεις των αντιεμβολιαστών, με αναμφισβήτητη ακροδεξιά ηγεμονία, και οι πρόσφατες ρατσιστικές αντιπροσφυγικές  κινητοποιήσεις ενάντια στην κούκλα Αμάλ, είναι ενδεικτικές αυτών των τάσεων, και γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθούν από φασιστικούς και ναζιστικούς πυρήνες για την ενίσχυσή τους, στα πρότυπα των πάλαι ποτέ κινητοποιήσεων των «κατοίκων» του Αγίου Παντελεήμονα. Για αυτό τον λόγο, είχαν ιδιαίτερη σημασία οι πρωτοβουλίες για αντιφασιστικές αντι-συγκεντρώσεις, όσο κι αν ένα σημαντικό κομμάτι του κινήματος δεν τις αξιολόγησε, δυστυχώς, ως σημαντικό καθήκον.

Ωστόσο, ένας συγκεκριμένος ναζιστικός μηχανισμός δέχτηκε συντριπτικό πλήγμα, και αυτό είναι μεγάλο κέρδος. Χωρίς έναν τέτοιο μηχανισμό, χωρίς ένα φασιστικό κόμμα, η διάχυτη εθνικιστική και ρατσιστική υστερία δεν μπορεί να γίνει φασιστικό κίνημα. Οι συνθήκες για να συμβεί αυτό στο μέλλον υπάρχουν, ωστόσο το εργατικό κίνημα έχει κερδίσει πολύτιμο χώρο και χρόνο.

Στο προσφυγικό, η ρατσιστική πολιτική της ΝΔ εκμεταλλεύτηκε την προηγούμενη διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ. Το νέο πλαίσιο για το άσυλο, όπως και οι οδηγίες που έχουν δοθεί στις επιτροπές ασύλου, περιορίζουν σοβαρά τις δυνατότητες για πρόσφυγες και μετανάστες και τις αποκλείουν σχεδόν εντελώς για τις χώρες που δεν θεωρούνται εμπόλεμες, ενώ στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ασφαλείς είναι. Από την άλλη, η προσπάθεια ρεαλιστικής «ευρωπαϊκής» διαχείρισης του ζητήματος, στο πλαίσιο του θεσμικού ρατσισμού, σκόνταφτε εξαρχής στην ίδια την ακόμα πιο υστερική αντιμεταναστευτική ρητορική που χρησιμοποίησε η ΝΔ για να εκλεγεί.

Γενικά, έχουν υπάρξει πολύ σημαντικά κινήματα αλληλεγγύης από το 2015 και μετά, ωστόσο πολλές από τις δομές του κινήματος χάθηκαν (καταλήψεις που έκλεισαν), υπολειτουργούν (ΣΥΠΡΟΜΕ) ή είναι δύσκαμπτες, κομματικές και με πολιτικά προβλήματα (ΚΕΕΡΦΑ).

Τα γεγονότα στη Λέσβο και τη Χίο τον Φεβρουάριο του 2020 έδειξαν το που οδηγεί η ρατσιστική αντιμεταναστευτική πολιτική και προπαγάνδα. Η κυβέρνηση ΝΔ, μετά την εκλογή της, συνέχισε με μεγάλη προθυμία την εγκληματική πολιτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης που υπηρέτησε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, σε συμπαιγνία με την ΕΕ και τη FRONTEX. Οι φάλαγγες των ΜΑΤ αποβιβάστηκαν εν είδει στρατού κατοχής για να επιβάλουν τη δημιουργία ενός νέου στρατοπέδου, πολύ χειρότερου από της Μόριας και του Καρά Τεπέ, καθώς αυτό προοριζόταν να γίνει κλειστό, μια φυλακή για πρόσφυγες και μετανάστες.

Όπως, όμως, αντιμετωπίζουμε τις αντιμεταναστευτικές εκστρατείες της εκάστοτε κυβέρνησης, έτσι δεν κλείνουμε και τα μάτια και στη ρατσιστική υστερία. Στις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν εκείνο το διάστημα, είδαμε να δίνουν τον τόνο ρατσιστές και οργανωμένοι φασίστες, που ζητούσαν να φύγουν όλοι οι πρόσφυγες και μετανάστες από τη χώρα και να κλείσουν ακόμα πιο ασφυκτικά τα σύνορα. Όλη την προηγούμενη περίοδο, η αντιδραστική διοίκηση της περιφέρειας και ο ΣΥΡΙΖΑ υποδαύλιζαν αναίσχυντα αυτό τον ρατσισμό. Ακόμα και το ΚΚΕ, μέσω των διοικήσεων των εργατικών κέντρων, καλούσε σε κινητοποιήσεις που, κάτω από μια αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία, έκλειναν το μάτι στο ρατσιστικό αίτημα να φύγουν οι πρόσφυγες και μετανάστες. Οι περισσότερες οργανώσεις της αριστεράς, και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς μαζί, ακολούθησαν τον σχεδιασμό του ΚΚΕ και υποστήριξαν, λιγότερο ή περισσότερο δειλά, κινητοποιήσεις που, ανεξαρτήτως των δικών τους προθέσεων ή φαντασιώσεων, είχαν κυρίαρχα ρατσιστικό χαρακτήρα. Ένα λάθος που θα είχε ιστορικές συνέπειες, αν η ατζέντα δεν άλλαζε πολύ σύντομα, με την έναρξη της πανδημίας και του πρώτου lockdown.

Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος ήταν από τις ελάχιστες οργανώσεις του ευρύτερου χώρου που τοποθετήθηκε ανοιχτά, δηλώνοντας ότι δεν διαδηλώνουμε δίπλα-δίπλα με φασίστες και ρατσιστές. Για τους κατοίκους των νησιών που ήθελαν να κινητοποιηθούν από δικαιολογημένη οργή για τη βάρβαρη μεταχείριση των μεταναστών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την κρατική βία, υπήρχε άλλος δρόμος, ανεξάρτητος, σε σύγκρουση με τον ρατσισμό, η αντιρατσιστική και αντιφασιστική διαδήλωση στη Λέσβο. Όπως ο δρόμος των παιδιών του ΓΕΛ Μανταμάδου που δεν θέλαν φυλακές για τους πρόσφυγες, αλλά την κατάργηση κάθε στρατοπέδου συγκέντρωσης και την εξασφάλιση του δικαιώματος στη μετανάστευση. Ή όπως ο δρόμος των πολύ μεγάλων και μαχητικών αντιρατσιστικών διαδηλώσεων στην Αθήνα, τον Μάρτη του 2020 και έπειτα τον Σεπτέμβρη του 2020, μετά τη φωτιά στη Μόρια.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η συμμετοχή μας στο αντιεθνικιστικό κίνημα, εξαιτίας τόσο της κεντρικότητας της ελληνοτουρκικής διαμάχης στο πολιτικό σκηνικό, όσο και του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς, και προσφάτως ένα αυξανόμενο τμήμα του αναρχικού χώρου, αδυνατούν να αμφισβητήσουν τον πυρήνα του εθνικισμού, όταν δέσμιες ενός υποτιθέμενα προοδευτικού πατριωτισμού. Πολύ σημαντική και, με δεδομένο το μέγεθος της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, επιτυχημένη θεωρούμε την παρέμβαση και τις πρωτοβουλίες για το Μακεδονικό. Οι ελάχιστες και μικρές οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και του αναρχοσυνδικαλισμού που οργάνωσαν τις αντισυγκεντρώσεις στα εθνικιστικά συλλαλητήρια της Αθήνας, το 2018 και το 2019, προσελκύοντας αρκετές εκατοντάδες αγωνιστών και αγωνιστρικών, έσωσαν την τιμή του χώρου και αποτέλεσαν ουσιαστική αντιπολίτευση στον απόλυτα κυρίαρχο εθνικιστικό λόγο, παρά τις δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση αυτών των συγκεντρώσεων.

Στη βάση αυτής της πρωτοβουλίας βρισκόταν μια αντίληψη για την αυτοδιάθεση του Μακεδονικού λαού η οποία βασιζόταν σε επεξεργασίες και δράση χρόνων. Η δεδομένη κάθετη αντιπαράθεση με τα εθνικιστικά συλλαλητήρια, σε πλήρη ρήξη με ρεύματα που επέμεναν ότι «δεν είναι όλοι φασίστες», συνδυάστηκε με την απόρριψη της συμφωνίας των Πρεσπών. Η απόρριψη αυτή δεν έγινε στη βάση ενός γενικόλογου και, για αυτό το λόγο, ακίνδυνου αντιιμπεριαλισμού, με το επιχείρημα ότι η ουσία της συμφωνίας είναι η επιβολή του ΝΑΤΟ και των Αμερικάνων. Η απόρριψη έγινε στη βάση της καταγγελίας του επίσημου ελληνικού εθνικισμού, που επιβάλλει αλλαγή ονόματος, άνευ όρων οικονομική διείσδυση και δραστικά μέτρα περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας ενός φτωχότερου και πιο αδύναμου κράτους, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός ότι εκπροσωπεί τη νατοϊκή ιμπεριαλιστική συμμαχία στην ευρύτερη περιοχή. Η εκτίμηση ότι η συμφωνία των Πρεσπών, την οποία έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, απηχούσε την πολιτική της ελληνικής αστικής τάξης, και δεν αποτελούσε πλήγμα στον ελληνικό εθνικισμό, επιβεβαιώθηκε από τη μετέπειτα υιοθέτησή της από την κυβέρνηση της ΝΔ.

Εξαιτίας της πανδημίας, στην περσινή ελληνοτουρκική κρίση, δεν μπορέσαμε να πάρουμε ανάλογες πρωτοβουλίες, παρά τις ζυμώσεις που είχαν αρχίσει. Καταθέσαμε, ωστόσο, μια διαφορετική οπτική για τα πράγματα, σε πλήρη ρήξη με τον δεξιό και αριστερό εθνικισμό.

 

Η ελληνοτουρκική κρίση του 2020

Η ελληνοτουρκική κρίση του 2020 στη Μεσόγειο, παρά την εκτόνωση της φετινής άνοιξης με τις διερευνητικές Δένδια-Τσαβούσογλου, εξακολουθεί να είναι θέμα καίριας πολιτικής σημασίας. Η κρίση δεν ήταν αποτέλεσμα μιας υποτιθέμενης μονομερούς επιθετικότητας και προκλητικότητας της Τουρκίας. Συγκεκριμένη αφορμή υπήρξε η συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με τον δικτάτορα της Αιγύπτου στο πλαίσιο μιας πολιτικής της ελληνικής αστικής τάξης που έχει ως στόχο τον αποκλεισμό της τουρκικής αστικής τάξης από την πρόσβαση στις - αμφιλεγόμενες ακόμα - πλουτοπαραγωγικές πηγές της ΝΑ Μεσογείου. Η ελληνική κυβέρνηση τίναξε στον αέρα τον διάλογο που είχε ξεκινήσει με τη μεσολάβηση της Γερμανίας μετά την κρίση του Ιούλη του 2020, ανακοινώνοντας διμερή συμφωνία με την Αίγυπτο για μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ των δύο κρατών, η οποία περιελάμβανε θαλάσσιες εκτάσεις τις οποίες διεκδικούν επίσης η Τουρκία και η Λιβύη. Οι νέες σεισμικές έρευνες της Τουρκίας ήταν απάντηση στη μονομερή αυτή ενέργεια της Ελλάδας.

Βασικό όπλο της Ελλάδας στην προσπάθειά της να αποκλείσει την Τουρκία από τη Μεσόγειο είναι η σχετική εύνοια που απολαμβάνει αυτή τη στιγμή στο εσωτερικό του δυτικού καπιταλιστικού μπλοκ, εκ μέρους των ΗΠΑ και μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ (Γαλλία κ.ά), κυρίως λόγω της μερικής διπλωματικής στροφής της Τουρκίας προς τη Ρωσία. Σαφής στόχος της Ελλάδας είναι μια συνεχής ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, που θα συνορεύει με τις ΑΟΖ των συμμάχων της, του Ισραήλ και της Αιγύπτου στα ανατολικά και της Ιταλίας στα δυτικά, σε έναν θαλάσσιο χάρτη στον οποίο η Τουρκία δεν θα έχει καμία θέση. Με το όπλο αυτό, η Ελλάδα έχει εύλογες αξιώσεις να αντισταθμίσει το μεγαλύτερο, σε απόλυτους αριθμούς, οικονομικό και στρατιωτικό μέγεθος της Τουρκίας.

Σε αντίθεση με την εθνικιστική κριτική για δήθεν μαλθακότητα του Μητσοτάκη, η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε στις τουρκικές έρευνες με επιθετικό και επικίνδυνο τρόπο, όχι μόνο επιδιώκοντας τη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας, αλλά επίσης δεσμεύοντας τον διεθνή εναέριο χώρο πάνω από την περιοχή των ερευνών για αεροναυτικές ασκήσεις και προετοιμάζοντας κοινή πολεμική άσκηση με την αεροπορία των ΗΠΑ, μετά και την κοινή άσκηση με το πολεμικό ναυτικό της Γαλλίας. Ταυτόχρονα, κάνει επίδειξη αποφασιστικότητας ανακοινώνοντας την επέκταση των χωρικών υδάτων (αιγιαλίτιδας ζώνης) στο Ιόνιο, μια ανακοίνωση που πριν δύο χρόνια είχε κάνει και ο Κοτζιάς ως τότε Υπουργός Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ελληνική κυβέρνηση, σύσσωμα τα κοινοβουλευτικά κόμματα και τα ΜΜΕ κραυγάζουν ενάντια στο περσινό μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης για οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δυο κρατών και καταγγέλλουν τις μονομερείς ενέργειες της κυβέρνησης Ερντογάν. Αποσιωπούν, φυσικά, τις πολύχρονες και συστηματικές επιθετικές ενέργειες των ελληνικών κυβερνήσεων: τις σεισμικές έρευνες που έκανε ήδη το 2008 η Ελλάδα στη διαφιλονικούμενη περιοχή όπου γίνονται οι σημερινές έρευνες της Τουρκίας∙ τις επαφές με την Κύπρο και το Ισραήλ για μια συνεχόμενη ΑΟΖ των 3 κρατών που θα πετούσε έξω την Τουρκία∙ τις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Καντάφι για οριοθέτηση με τη Λιβύη, αγνοώντας τις τουρκικές διεκδικήσεις∙ τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Λιβύη και τις συνομιλίες με τη νέα κυβέρνηση, που ακολούθησε την ανατροπή Καντάφι με τη βοήθεια των ιμπεριαλιστών κ.ά.

Την ώρα που η κυβέρνηση υλοποιούσε την ατζέντα της αστικής τάξης κάνοντας τους ανάλογους ελιγμούς, η αντιπολίτευση πλειοδοτούσε σε εθνικισμό. Αυτό περιλαμβάνει και την κοινοβουλευτική αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανερυθρίαστα παίζει το παιχνίδι που έπαιξε ο Μητσοτάκης απέναντί του στην περίπτωση της ιμπεριαλιστικής συμφωνίας των Πρεσπών: υποκρίνεται ότι διαφωνεί με τον πραγματιστικό κυβερνητικό εθνικισμό και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα χειρότερα εθνικιστικά αντανακλαστικά στην κοινωνία, επικρίνοντας την κυβέρνηση για ενδοτισμό, για αποδοχή μειωμένης υφαλοκρηπίδας των νησιών στη συμφωνία με την Αίγυπτο και για υποτονική επιχειρησιακή αντίδραση στις σεισμικές έρευνες. Το ΚΚΕ καταγγέλλει εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, δηλητηριάζοντας την εργατική τάξη με εθνικισμό και εχθρότητα εναντίον του τουρκικού λαού, και δείχνει πόσο υποκριτική και κούφια είναι η αριστερή του ρητορική – την κρίσιμη στιγμή, συστρατεύεται με τις επιδιώξεις της αστικής τάξης της Ελλάδας. Ακόμα και ο Βαρουφάκης ξέχασε τις προεκλογικές του δηλώσεις ότι οι υδρογονάνθρακες θα πρέπει να παραμείνουν στον πάτο της Μεσογείου και ζήτησε παύση των διμερών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία και, αν χρειαστεί, μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ. Η κοινοβουλευτική αριστερά κάνει κριτική στη δεξιά κυβέρνηση από τα δεξιά.

Το ότι το Oruç Reis επιχειρούσε στην «ελληνική υφαλοκρηπίδα» είναι χονδροειδής ανακρίβεια. Στην περιοχή δεν υπάρχει ούτε ελληνική, ούτε τουρκική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, όταν υπάρχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα, η οριοθέτησή τους προϋποθέτει συμφωνία των δύο μερών. Τέτοια συμφωνία δεν υπάρχει. Δεν πρόκειται λοιπόν για ελληνική υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ, αλλά για θαλάσσια περιοχή την οποία διεκδικούν και οι δύο χώρες. Επομένως και η αναφορά των αξιωματούχων των ΗΠΑ σε «αμφισβητούμενες περιοχές» ήταν απλώς ρεαλιστική περιγραφή της κατάστασης και όχι μια υποτιθέμενη κίνηση ενάντια στα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας, όπως πολλοί προσπάθησαν να υποστηρίξουν, αναμασώντας τον βολικό μύθο ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να «μας» ρίξουν, κι ελπίζοντας να περιβάλουν έτσι τις ελληνικές επιδιώξεις με μια κίβδηλη αντιιμπεριαλιστική αίγλη.

Το ότι στην αντιδικία αυτή το διεθνές δίκαιο είναι με το μέρος της Ελλάδας είναι επίσης μύθος. Η Ελλάδα διεκδικεί πλήρη υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ 200 ναυτικών μιλίων για όλα τα νησιά της, συμπεριλαμβανομένου όχι μόνο του Καστελόριζου, ενός νησιού λίγων εκατοντάδων κατοίκων που βρίσκεται απέναντι από τουρκικές πόλεις εκατοντάδων χιλιάδων, αλλά και της ακατοίκητης Στρογγύλης (που είναι απαραίτητη για να υπάρξει συνεχής υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ με την Κύπρο). Οι ελληνικές κυβερνήσεις ισχυρίζονται διαχρονικά ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (Σύμβαση του Μοντέγκο Μπαίυ) δικαιώνει τις ελληνικές θέσεις, αποσιωπώντας βέβαια ότι η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη συγκεκριμένη σύμβαση, και επομένως δεν δεσμεύεται από αυτή (η ίδια συμφωνία είναι που προβλέπει και το περιβόητο δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια). Ακόμα και αν η Τουρκία υποχρεωνόταν να αποδεχτεί ότι τα νησιά έχουν κανονικά υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όμως, το εύρος των ζωνών αυτών ούτε αυτονόητο είναι, ούτε προκύπτει από τη συνθήκη. Η Ελλάδα απαιτεί οριοθέτηση με βάση την αρχή της «μέσης γραμμής», πράγμα που την ευνοεί συντριπτικά. Ωστόσο, η διεθνής πρακτική, αλλά και η ίδια η σύμβαση, προβλέπουν την «αρχή της ευθυδικίας», σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να συνυπολογιστεί το τι είναι γενικότερα δίκαιο κατά περίπτωση – είναι δίκαιο ένα ακατοίκητο νησί ή ένα νησί με ελάχιστο πληθυσμό να αποκλείει εκατοντάδες χιλιόμετρα πυκνοκατοικημένων ακτών και ουσιαστικά ένα ολόκληρο κράτος 80 εκατομμυρίων; Η διεθνής εμπειρία, πάντως, δείχνει ότι στις περιπτώσεις όπου μικρά νησιά βρίσκονται κοντά στις ακτές μεγάλων παράκτιων χωρών, κατά κανόνα τους αναγνωρίζεται πολύ μειωμένη υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (διαμάχη Γαλλίας – Καναδά για τα Νησιά Σαιν-Πιερ και Μικελόν, διαμάχη Γαλλίας Βρετανίας για τα νησιά της Μάγχης, διαμάχη Γερμανίας -Δανίας – Ολλανδίας για τα νησιά της Βόρειας Θάλασσας). Ας το πούμε χωρίς περιστροφές: με βάση τη νομιμότητα των ιμπεριαλιστικών συμβάσεων τις οποίες επικαλείται η Ελλάδα, στα ελληνικά νησιά στην Μεσόγειο θα ήταν «δίκαιο» να αναγνωριστεί εξαιρετικά μειωμένη ΑΟΖ.

Η ουσία, βεβαίως, δεν είναι το νομικό σκέλος, αλλά ο ανταγωνισμός ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης στην ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για μια περιφερειακή ιμπεριαλιστική διαμάχη, και είναι γνωστό ότι σε αυτές τις διαμάχες καθένας χρησιμοποιεί το καπιταλιστικό «δίκαιο» κατά το δοκούν. Οπωσδήποτε, σε αυτή στη διαμάχη εμπλέκονται και ευρύτερες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων είναι η εντεινόμενη αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας. Το βέβαιο πάντως είναι ότι οι αξιώσεις της Ελλάδας δεν είναι «δίκαιες». Είναι εξωφρενικές.

Η εργατική τάξη της Ελλάδας (όπως και αυτή της Τουρκίας) δεν έχει τίποτα να κερδίσει από μια ΑΟΖ την οποία θα εκμεταλλευτούν αποκλειστικά και μόνο ντόπιοι καπιταλιστές ή πολυεθνικές. Το ότι τη μερίδα του λέοντος από τις πιθανές γεωτρήσεις υδρογονανθράκων θα την έπαιρνε μάλλον το ξένο κεφάλαιο είναι δευτερεύον, γιατί για τους εργαζόμενους ξένα είναι τα συμφέροντα όλων των καπιταλιστών, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Έλληνες και Τούρκοι εργαζόμενοι έχουν, αντιθέτως, να χάσουν τα πάντα από μια ενδεχόμενη πολεμική σύγκρουση. Ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα ήταν μια αιματοχυσία των εργαζομένων των δύο χωρών για τα συμφέροντα των αφεντικών τους και μόνο. Αλλά και χωρίς τoν πόλεμο, η αντιπαλότητα των εργατικών τάξεων των δύο χωρών κάνει τις αστικές τους τάξεις και τις κυβερνήσεις τους ισχυρότερες, με τη δύναμη της «εθνικής ενότητας» ενάντια στον υποτιθέμενο κοινό εξωτερικό εχθρό. Είναι γνωστό ότι μπροστά στον «εθνικό κίνδυνο», κάθε εργατική διεκδίκηση πρέπει να σταματήσει για το λεγόμενο κοινό καλό.

Οι εργατικές τάξεις και των δύο χωρών έχουν μόνο να χάσουν από τη μετατροπή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου σε μια λίμνη εξορύξεων, σε μια λογική απόλυτης προσκόλλησης στην εν πολλοίς ξοφλημένη οικονομία των υδρογονανθράκων, μια προοπτική που θα καταστρέψει ακόμα περισσότερο το ήδη υποβαθμισμένο φυσικό περιβάλλον, θα δηλητηριάσει ακόμα περισσότερο τον αέρα και το νερό.

Η εργατική τάξη είναι αναμενόμενο να επηρεάζεται από τους πατριωτικούς μύθους και την εθνικιστική υστερία. Οι εθνικές προκαταλήψεις είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποβληθούν. Ωστόσο, πρέπει να μιλήσουμε καθαρά, να πούμε την αλήθεια, ακόμα και αν αυτή θα είναι στην αρχή υποχρεωτικά μειοψηφική. Αν όσα λέμε σήμερα δεν είναι δημοφιλή, η πείρα των εργαζομένων και των φτωχών στρωμάτων θα δείξει σύντομα ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας τα οποία καλούμαστε να υποστηρίξουμε δεν είναι παρά τα συμφέροντα των καπιταλιστών – και η δική μας καταστροφή.

Τα μισόλογα με τα οποία απαντούν τμήματα της μη κοινοβουλευτικής αριστεράς ή και της αναρχίας δεν προσφέρουν καθόλου καλές υπηρεσίες στην εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους. Η πατριωτική αριστερά ή και η «αντιιμπεριαλιστική» αναρχία μιλούν για τουρκική «προκλητικότητα» και αποδέχονται τους εθνικούς μύθους, είτε ευθέως, είτε με πιο εξεζητημένα επιχειρήματα. Για την άμεση ή έμμεση υποστήριξη της ελληνικής πλευράς επιστρατεύονται διάφορα προσχήματα:

·         η αυταρχική ή «φασιστική» φύση του καθεστώτος Ερντογάν, λες και οι σύμμαχοι της Ελλάδας (ο δικτάτορας της Αιγύπτου Σίσι, ο σφαγέας των Παλαιστινίων Νετανιάχου ή οι μοναρχίες της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ) όπως και η ίδια η ελληνική κυβέρνηση εξυπηρετούν συμφέροντα διαφορετικά από αυτά που εξυπηρετεί το καθεστώς Ερντογάν, δηλαδή τα συμφέροντα των καπιταλιστών της πατρίδας τους∙

·         ο αναθεωρητικός ρόλος της Τουρκίας, που υποτίθεται πως είναι η μόνη που αμφισβητεί τις συνθήκες και το status quo της περιοχής και απειλεί με επαναχάραξη των συνόρων, λες και δεν ήταν η Ελλάδα, πχ, που πρώτη ιστορικά επεξέτεινε μονομερώς τα χωρικά της ύδατα στα 6 ναυτικά μίλια και τον εναέριο χώρο της στα 10 ναυτικά μίλια ή που εγκατέστησε στρατό στα αποστρατιωτικοποιημένα νησιά∙

·         η υποτιθέμενη διαχρονική εύνοια των ιμπεριαλιστών προς την Τουρκία, τη στιγμή που στο πλευρό της Ελλάδας στάθηκαν οι μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, προεξαρχόντων του Τραμπ και της ΕΕ, ανεξαρτήτως των παραπόνων της ελληνικής κυβέρνησης για τη δυστοκία της τελευταίας ως προς τις κυρώσεις.

Στις κρίσιμες αυτές καταστάσεις, δεν αρκεί ούτε μια τοποθέτηση γενικής ειρηνιστικής αμφίπλευρης καταδίκης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού που είναι «αντιδραστικός και από τις δύο πλευρές». Ασφαλώς και είναι, και δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι και ο Ερντογάν είναι πρώτα από όλα εχθρός της εργατικής τάξης και των λαών που ζουν στη δική του πατρίδα. Το καθήκον της εργατικής τάξης εδώ, όμως, είναι να αντιμετωπίσει πρώτα και κύρια τους καπιταλιστές αυτής εδώ της χώρας, με τις κυβερνήσεις, το κράτος τους, τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και τα πολεμικά τους σχέδια. Καμία εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει στις διαπραγματεύσεις των κυβερνήσεων, τον ιμπεριαλιστικό «διεθνή παράγοντα» και το λεγόμενο διεθνές δίκαιο. Χρειάζεται αντιπολεμικό κίνημα στην πράξη, σήμερα. Για να τα κάνει όλα αυτά η εργατική τάξη πρέπει να απαλλαγεί από το πατριωτικό δηλητήριο. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το κύριο καθήκον της αντικαπιταλιστικής αριστεράς: να βοηθήσει σε αυτό αποκαλύπτοντας τους εθνικούς μύθους.

 

Η ΝΔ και η κυβερνητική της πολιτική

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τη θριαμβευτική άνοδο στην κυβερνητική εξουσία της ΝΔ. Με δεδομένη την επιφύλαξη των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στα νεοφιλελεύθερα προγράμματα και την πικρή εμπειρία τους από την εφαρμογή των αντιμεταρρυθμίσεων τόσο από τις «εκσυγχρονιστικές» κυβερνήσεις, όσο και από τις κυβερνήσεις των μνημονίων, δεν ήταν οι προεκλογικές εξαγγελίες της ΝΔ που της έφεραν τη νίκη. Η ανοιχτή συμμετοχή στα θλιβερά πατριωτικά συλλαλητήρια για την «Μακεδονία», καθώς και η ξεδιάντροπη υποδαύλιση της ξενοφοβικής - αντιμεταναστευτικής υστερίας των πολιτικά καθυστερημένων στοιχείων από την ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματος, μπορεί να της έφεραν αρκετές ψήφους, αλλά οπωσδήποτε δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα «ηγεμονικό ρεύμα» μέσα στην ελληνική κοινωνία. 

Ο εκλογικός θρίαμβος της ΝΔ επομένως δεν οφειλόταν στην εμπιστοσύνη ή στην ελπίδα που ενέπνευσε η ηγεσία της στο εκλογικό σώμα, αλλά μάλλον στην απογοήτευση που είχε σκορπίσει στα λαϊκά στρώματα η κυβέρνηση του «πρώτη φορά αριστερά», με την αθέτηση των δημαγωγικών προεκλογικών της υποσχέσεων, με την εφαρμογή του σκληρού μνημονιακού προγράμματος και με τις διαδοχικές πολιτικές της συνθηκολογήσεις (με την ακροδεξιά των ΑνΕλ, με το διευθυντήριο της ΕΕ, με το «άνοιγμα προς την κεντροαριστερά»).  

Η κυβέρνηση της ΝΔ τους πρώτους μήνες της θητείας της μπορούσε έτσι να καταναλώνει με άνεση αυτό το κοινωνικό-πολιτικό κεφάλαιο που της κληροδότησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κατά κυριολεξία οικονομικό κεφάλαιο από το δημοσιονομικό «νοικοκύρεμα» για το οποίο υπερηφανεύονταν τόσο πολύ η κυβέρνηση Τσίπρα. Η κυβέρνηση της ΝΔ μπόρεσε με αυτό τον τρόπο να συνεχίσει ανενόχλητη τη θριαμβευτική της πορεία τους πρώτους μήνες της θητείας της. Ο μετεκλογικός Μητσοτάκης έδωσε τον τόνο στο κυβερνητικό σκηνικό με ένα επικοινωνιακά ανανεωμένο, δήθεν «δυναμικό» πρόσωπο, με το οποίο προσπάθησε να σβήσει την προηγούμενη προεκλογική εικόνα του ασταθούς και νευρικού «Κούλη», του ομήρου της ακροδεξιάς πτέρυγας του κόμματος.

 

Το σαθρό υπόβαθρο της ανάπτυξης

Σύμφωνα με το απλοϊκό σχήμα του προεκλογικού νεοφιλελεύθερου αφηγήματος, με την προσέλκυση νέων επενδύσεων θα δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας που θα περιόριζαν την ανεργία και με τη μεγέθυνση των κερδών των επιχειρήσεων θα συνεχίζονταν και τα οικονομικά «υπερ-πλεονάσματα», από τα οποία υποτίθεται ότι θα μπορούσαν να ωφεληθούν και οι λαϊκές τάξεις και όχι με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων και την «αναδιανομή», που περιόριζε τα κέρδη τους, εμπόδιζε την ανάπτυξη και έδιωχνε τους υποψήφιους «επενδυτές».

Η ηγεσία της ΝΔ, εκφράζει τη σημερινή αστική τάξη των «επενδυτών», που στη περίοδο της ύφεσης του καπιταλισμού, αποκομίζουν τα κέρδη τους όχι τόσο με απόσπαση υπεραξίας μέσα από τις κλασικές καπιταλιστικές παραγωγικές διαδικασίες, αλλά κυρίως από τις χρηματιστηριακές «φούσκες», παίζοντας με τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου, επενδύοντας σε χρηματιστηριακές «αξίες» και τραπεζικά ομόλογα, που καμία σχέση δεν έχουν με αυτό που οι ίδιοι συχνά αποκαλούν «πραγματική οικονομία». Ακόμη και οι μεγάλες επενδύσεις στην «πραγματική» οικονομία που εξήγγειλε και προσπάθησε να πριμοδοτήσει, τους πρώτους μήνες της θητείας της, η κυβέρνηση της ΝΔ αφορούσαν κατά κύριο λόγο τον τουρισμό, την οικοδομή ή καθαρά παρασιτικές δραστηριότητες (real estate, ξενοδοχεία, καζίνο κλπ) και ελάχιστα τη μεταποίηση ή τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας.

Επιπλέον, οι σημερινοί «επενδυτές», αξιοποιώντας τις διευκολύνσεις που παρέχουν οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, εισβάλλουν στη διαχείριση των υπαρχουσών κρατικών υποδομών και υπηρεσιών που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν υποστηρικτικές της επιχειρηματικής δραστηριότητας και διαχειριζόταν αποκλειστικά ο δημόσιος τομέας, προκειμένου να απομυζήσουν και από εκεί εύκολα κέρδη χωρίς να αναγκάζονται να εμπλακούν σε κατασκευαστικά έργα και παραγωγικές διαδικασίες. Δηλαδή με τις ιδιωτικοποιήσεις εισβάλλουν στις έτοιμες κρατικές υποδομές (δίκτυα διανομής ενέργειας, αυτοκινητόδρομοι, σιδηροδρομικές συγκοινωνίες, δίκτυα ύδρευσης, τηλεπικοινωνίες), αλλά και των δημόσιων υπηρεσιών (ασφαλιστικά ταμεία, σύστημα υγείας, νοσοκομεία, εκπαίδευση).

Το σαθρό αυτό υπόβαθρο της νεοφιλελεύθερης «ανάπτυξης» που πάνω του στηρίχθηκε η κυβέρνηση της ΝΔ δεν θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα, όχι μόνο να αντιμετωπίσει ουσιαστικά την ανεργία και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων, αλλά ούτε και να πυροδοτήσει μια κάποια δυναμική και να εμπνεύσει ένα κλίμα αισιοδοξίας σ’ αυτήν την ίδια την αστική τάξη. Η χλιαρή έως παθητική αντιπολιτευτική στάση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, κατά τους πρώτους μήνες, εκτός ίσως από το σοκ που της είχε προκαλέσει η απώλεια των κυβερνητικών θώκων, ίσως να βασιζόταν και στην αναμονή της φθοράς της κυβέρνησης με την αναπόφευκτη ανάδειξη των αδυναμιών της. Όμως, πριν ακόμη να αναδειχθούν αυτές οι εγγενείς αδυναμίες και τα αδιέξοδα της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ και να αρχίσει η όποια «φυσιολογική» φθορά της, ενέσκηψε η υγειονομική κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού για να αλλάξει απότομα το κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό.

 

Η ιδεολογία της απανθρωπιάς και της χυδαιότητας

Καθώς, με την άνοδο στην κυβερνητική εξουσία θα έπρεπε να επιδείξει και στοιχεία σοβαρότητας, η ΝΔ εγκατέλειψε την συμπαράταξή της με τους μακεδονομάχους, αλλά και το σχιζοφρενικό, ιερό της πόλεμο, για την εξάλειψη από το σύνταγμα της γειτονικής χώρας της «ανύπαρκτης μακεδονικής εθνότητας» και της «ανύπαρκτης μακεδονικής γλώσσας». Ο ελληνικός αστισμός είχε άλλωστε επιλύσει προς όφελός του τα βορειοδυτικά εξωτερικά του ζητήματα ώστε να εστιάσει απερίσπαστος στο θέατρο της Ανατολικής Μεσογείου. Το  σημαντικό κενό στο εθνικιστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο του κόμματος που δημιούργησε η εγκατάλειψη της μακεδονομαχίας, αναπληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό, σταδιακά από το απαραίτητο ανανεωμένο αντιτουρκικό μένος. Το μένος εναντίον του προαιώνιου εχθρού που απειλεί διαρκώς και επιβουλεύεται τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Έτσι οι διεκδικήσεις της αρχαιοελληνικής καταγωγής και της ιδιοκτησίας του Μεγαλέξανδρου ξεχάστηκαν γρήγορα και άδοξα.      

Ο έλεγχος και η χειραγώγηση των λαϊκών στρωμάτων, εκτός από την ενίσχυση και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των κατασταλτικών μηχανισμών, βασίζεται παράλληλα και στην άμεση ή έμμεση, διαρκή προπαγάνδιση της νεοφιλελεύθερης κοσμοαντίληψης. Δηλαδή στη φαιά προπαγάνδα των ΜΜΕ που εξυμνούν διαρκώς τα προτερήματα της «ελεύθερης αγοράς» και της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», που τα προβάλλουν σαν τη μοναδική εναλλακτική και βιώσιμη οικονομική πολιτική. Αλλά ταυτόχρονα και στην έμμεση αναζωπύρωση των σκοτεινών και αναχρονιστικών προκαταλήψεων (εθνικισμός, ξενοφοβία) που προκαλούν σύγχυση και αποπροσανατολίζουν πολιτικά τις λαϊκές μάζες.

Τα αδιέξοδα αυτής της απάνθρωπης όσο και κοντόφθαλμης στρατηγικής της κυβέρνησης, αποδείχθηκαν τόσο στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου με τις καθοδηγούμενες από τους ακροδεξιούς ψευτοπαλληκαράδες αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις, όταν στις αρχές του 2020 αποπειράθηκε να ξεκινήσει τα έργα κατασκευής νέων «κλειστών κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης», όσο και στην ενδοχώρα με τις συνεχείς αγριανθρωπικές αντιδράσεις κατοίκων των τοπικών κοινωνιών στις κυβερνητικές απόπειρες μετεγκατάστασης προσφύγων. Απτόητη και αμετανόητη όμως η κυβέρνηση προχώρησε αμέσως μετά από το φιάσκο των νησιών, σε μια ακραίας χυδαιότητας αξιοποίηση της ξενοφοβικής υστερίας, καθώς κόμπαζε και πανηγύριζε για τη «μεγάλη νίκη» της ένοπλης απόκρουσης της «ασύμμετρης απειλής» του κύματος των άοπλων και απελπισμένων προσφύγων και μεταναστών που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στα σύνορα του  Έβρου.

Η μεγάλη «επιτυχία» του Έβρου αποθράσυνε τόσο πολύ την κυβέρνηση της ΝΔ, ώστε να γενικεύσει και να  συστηματοποιήσει στη συνέχεια τη τακτική των «επαναπροωθήσεων» στο Αιγαίο, σχεδόν χωρίς να τηρεί ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα του «διεθνούς δικαίου», προκαλώντας έτσι την δυσφορία ακόμη και των επίσημων οργάνων της ΕΕ.  

 

Η αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας

Η κυβέρνηση, έχοντας επίγνωση της χρόνιας, τραγικής ανεπάρκειας του ΕΣΥ που την είχε επιτείνει η νεοφιλελεύθερη πολιτική τόσο της ίδιας, όσο και των προηγούμενων (ελλείψεις νοσηλευτικού προσωπικού, ΜΕΘ, διαγνωστικού και προστατευτικού εξοπλισμού) αλλά και γενικότερα του κρατικού μηχανισμού να αντιμετωπίσουν μια εκρηκτική εξάπλωση της πανδημίας και φοβούμενη τις κοινωνικές αντιδράσεις που θα μπορούσαν να προκληθούν, προχώρησε σχετικά έγκαιρα στη λήψη περιοριστικών μέτρων (κλείσιμο σχολείων, εκκλησιών, μετακίνησης, lockdown κλπ). Άλλωστε, προηγούνταν ήδη το παράδειγμα της εφιαλτικής κατάστασης στη γειτονική Βόρεια Ιταλία, όπου ένα συγκριτικά πολύ καλύτερα οργανωμένο και εξοπλισμένο δημόσιο σύστημα υγείας βρέθηκε σε αδυναμία να την αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, η τραγική εξέλιξη στην Ιταλία, προσανατόλισε αμέσως πολλά πρωτοβάθμια σωματεία και την αντικαπιταλιστική αριστερά να προβάλουν μια σειρά από σωστά και καίρια αιτήματα (προσλήψεις υγειονομικών, επιτάξεις ιδιωτικών ΜΕΘ κλπ).

Ήταν, λοιπόν, ο φόβος της κυβέρνησης μπροστά σε μια εν δυνάμει μαζική ανάπτυξη ενός υπαρκτού κινήματος κοινωνικής αντίστασης και διεκδίκησης, και όχι το ξαφνικό ενδιαφέρον για την υγεία και την επιβίωση των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, που εξανάγκασε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην έγκαιρη λήψη των μέτρων. Ενός κινήματος, που, αν και στη συνέχεια βρέθηκε σε μια κατάσταση αυτοπεριορισμού, εξακολούθησε να διατηρεί ζωντανό τουλάχιστον ένα δίκτυο αλληλοενημέρωσης και επαφών, αξιοποιώντας την τεχνολογία του διαδικτύου και δηλώνοντας την παρουσία του με σποραδικά αλλά δυναμικά μηνύματα (φοιτητικές κινητοποιήσεις, κινητοποιήσεις υγειονομικών, εργατικής πρωτομαγιάς, εκπαιδευτικών, καλλιτεχνών κλπ).

Είναι πολύ πιθανό το κυβερνητικό επιτελείο να μην ήταν ικανό να εκτιμήσει το μέγεθος των καταστροφικών επιπτώσεων στην οικονομία  από το γενικό lockdown που διήρκεσε για ενάμιση μήνα. Είναι επίσης πολύ πιθανό να πίστευαν σε μια γρήγορη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητα βασιζόμενοι στον «αυτοματισμό της αγοράς», χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι η οικονομία βρίσκονταν ήδη στα πρόθυρα μιας νέας κρίσης πριν από το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης.

Η ηγεσία της ΝΔ, με την άρση των περιοριστικών μέτρων το καλοκαίρι του 2020 προσπάθησε και σε κάποιο βαθμό το κατόρθωσε, να παρουσιάσει τα θετικά υγειονομικά αποτελέσματα από τα περιοριστικά μέτρα του Απριλίου-Ιουνίου, σαν μια τεράστια κυβερνητική επιτυχία. Ασφαλώς δεν χρειαζόταν κάποια ιδιαίτερη διαχειριστική ικανότητα ή  κάποια μεγάλη προσπάθεια πέρα από την αστυνομική επιτήρηση, για να κλειστεί στα σπίτια του ένας πληθυσμός ήδη τρομοκρατημένος από τις μακάβριες εικόνες των μαζικών θανάτων πού έρχονταν από τη γειτονική Ιταλία. 

 

Τα αδιέξοδα πληθαίνουν

Με τη λήξη του πρώτου lockdown άρχισε να αποκαλύπτεται το μέγεθος του πλήγματος στην οικονομία (τουρισμός, απασχόληση, εσωτερική κατανάλωση, εξαγωγές), ενώ διαγράφονταν ήδη στο βάθος ο κίνδυνος του δεύτερου κύματος της πανδημίας.  

Η κυβέρνηση της ΝΔ άρχισε να έρχεται αντιμέτωπη με σοβαρές δυσκολίες και προβλήματα διαχείρισης και άρχισε σταδιακά να αποκαλύπτεται η κοντόθωρη οπτική και η ανικανότητα του κυβερνητικού επιτελείου και των νεοφιλελεύθερων «άριστων» στελεχών του. Προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το μεγάλο πλήγμα που υπέστη ο τουρισμός με αλληλοσυγκρουόμενες υγειονομικές οδηγίες και διοικητικές αποφάσεις. Δεν προχώρησαν σε καμιά ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ για να αντιμετωπίσει το επερχόμενο δεύτερο κύμα της πανδημίας. Το άνοιγμα των σχολείων στις αρχές Σεπτεμβρίου αποκάλυψε την προχειρότητα των αποφάσεων της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου παιδείας. Η αντιμετώπιση των μαθητικών καταλήψεων στις αρχές Οκτωβρίου αποκάλυψε την απλοϊκή και χοντροκομμένη νοοτροπία του χωροφύλακα που κρύβεται κάτω από το επικοινωνιακό τους λούστρο.  

Ωστόσο η κλιμάκωση της έντασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ο κίνδυνος μιας πολεμικής εμπλοκής κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, έδωσαν στην κυβέρνηση την ευκαιρία για να αποστρέψει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή της κοινής γνώμης από τα προβλήματα που συσσωρεύονταν στο εσωτερικό.

Καθώς το δεύτερο κύμα της πανδημίας έκανε όλο και πιο απειλητικά την εμφάνισή του, το δίλημμα της κυβέρνησης άρχισε να οξύνεται. Τώρα γνώριζαν ότι ένα γενικό lockdown θα μπορούσε να δώσει τη χαριστική βολή στην εθνική  οικονομία. Από την άλλη μεριά γνώριζαν επίσης ότι μια εκρηκτική εξάπλωση της πανδημίας θα τους έφερνε αντιμέτωπους με ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς θα έρχονταν στο φως, εκτός των άλλων, σε όλο τους το μεγαλείο, η ανεπάρκεια και η ανικανότητα του πολιτικού της προσωπικού.

Από τις αρχές Μαρτίου, η άκαμπτη στάση της κυβέρνησης απέναντι στα αιτήματα του απεργού πείνας Δ. Κουφοντίνα, η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων για τους βιασμούς των κάθε λογής εξουσιαστών, με αποκορύφωμα την σκοτεινή «υπόθεση Λιγνάδη», τα αναρίθμητα περιστατικά βίας και αυθαιρεσίας από τη μεριά του αποχαλινωμένου αστυνομικού μηχανισμού, πυροδότησαν ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων, στο οποίο πρωτοστάτησαν η νεολαία και η αντικαπιταλιστική αριστερά. Επιπλέον οι σκοτεινές αυτές υποθέσεις, όπως και αυτή της δολοφονίας των «Γλυκών Νερών», και πιο πρόσφατα το κύκλωμα μαστροπείας στην Ηλιούπολη, στο οποίο εμπλέκεται άντρας της ΕΛΑΣ, που συγκαλύπτονται με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία από τους κρατικούς μηχανισμούς και τα ΜΜΕ, αφήνουν πλέον να διαφανεί ένα αποκρουστικό, ερεβώδες παρασκήνιο διαφθοράς και κοινωνικής παρακμής πίσω από τη  βιτρίνα των «αρίστων» εξουσιαστών.

 

Η κυβερνητική αντεπίθεση

Η αδυναμία της κυβέρνησης της ΝΔ να περιορίσει γρήγορα και αποτελεσματικά την πανδημία και να επαναφέρει την «κανονική» λειτουργία της αγοράς, την οδήγησε σε μια εκτεταμένη επιδοματική πολιτική που της επέτρεπε ο δανεισμός από τις «αγορές» με τα χαμηλά επιτόκια του τραπεζικού συστήματος. Όμως η εκρηκτική άνοδος του δημόσιου χρέους, σε πάνω από 200% του ΑΕΠ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε μια νέα «κρίση χρέους» μόλις ανεβούν ξανά τα τραπεζικά επιτόκια, σε νέα μνημόνια και σε δραματική επιδείνωση των συνθηκών για  τα λαϊκά στρώματα.

Στις αρχές της χρονιάς, ο Μητσοτάκης, αντίθετα από τις περισσότερες προβλέψεις, προχώρησε στον ανασχηματισμό της κυβέρνησης επιβεβαιώνοντας μια ανοιχτά ακροδεξιά στροφή, που αποτυπώνει ακριβώς την αγωνία της αστικής τάξης μπροστά στο ενδεχόμενο μιας κοινωνικής και πολιτικής κρίσης με το τέλος της πανδημίας. Η ακροδεξιά στροφή όπως ήταν επόμενο προκάλεσε την αποθράσυνση των πιο αντιδραστικών κύκλων της αστικής τάξης. Η αποθράσυνση αυτή γίνεται προς το παρόν ανεκτή χάρις στην αδυναμία της «αξιωματικής αντιπολίτευσης» του ΣΥΡΙΖΑ να εμπνεύσει εκ νέου τη λαϊκή εμπιστοσύνη αλλά και στην προσωρινή τουλάχιστον υποχώρηση και αδυναμία του εργατικού κινήματος να αντιδράσει άμεσα. Επιπλέον, οι «επιτυχίες» στο μεταναστευτικό φαίνεται ότι εμπέδωσαν την πεποίθηση στην κυβέρνηση ότι θα μπορούσε να εφαρμόσει τις ίδιες αποτελεσματικές μεθόδους και στο εσωτερικό.

Ο πρώτος στόχος της κυβέρνησης υπήρξε η φοιτητική νεολαία, που αποτελεί πάντοτε το «ευαίσθητο βαρόμετρο» της κοινωνικής δυσαρέσκειας αλλά και την εμπροσθοφυλακή των κοινωνικών αγώνων. Το νομοσχέδιο για τη φύλαξη των πανεπιστημιακών χώρων με την δημιουργία ειδικού σώματος  επανάφερε τις μνήμες της καταστολής των φοιτητικών κινητοποιήσεων από το «σπουδαστικό» τμήμα της ασφάλειας κατά τη μετεμφυλιακή και τη χουντική περίοδο και προκάλεσε δυναμικές και μαζικές κινητοποιήσεις.

Στη συνέχεια η κυβέρνηση της ΝΔ  αξιοποίησε στο έπακρο την ιδιόμορφη κατάσταση του lockdown, αλλά και την αδράνεια και ανικανότητα της γραφειοκρατικής συνδικαλιστικής ηγεσίας, για να προωθήσει τα αντεργατικά μέτρα του «νομοσχεδίου Χατζηδάκη».  Εκτός από τα μέτρα που πλήττουν άμεσα όλους τους εργαζόμενους (παράταση του εργάσιμου χρόνου για συνταξιοδότηση, ελαστικά ωράρια, ατομικές συμβάσεις εργασίας κλπ), γίνεται μια προσπάθεια για την συστηματική αξιοποίηση των τεχνολογικών καινοτομιών της πληροφορικής για τον ολοκληρωτικό έλεγχο και την επίβλεψη της εργασίας, για την τηλε-παρακολούθηση των παραγωγικών διαδικασιών και παράλληλα για την αποδιάρθρωση των συλλογικών συνδικαλιστικών διαδικασιών και για την παραπέρα ατομικοποίηση των εργαζομένων.

Απτόητη μετά από την εύκολη νίκη της ψήφισης του «νομοσχεδίου Χατζηδάκη», η κυβέρνηση ξεκινά το ξήλωμα των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων ξεκινώντας από το ασθενέστερο, της επικουρικής ασφάλισης, για να δοθεί βορρά στους «επενδυτές». Η σαρωτική αντιμεταρρύθμιση στη παιδεία με την εισαγωγή του θεσμού της καθολικής «αξιολόγησης» των εκπαιδευτικών από την κρατική γραφειοκρατία εγγράφεται στο πολιτικό σχέδιο απόσυρσης του κράτους από όλες τις προνοιακές του λειτουργίες και έχει απώτερο στόχο τη διάλυση της «δημόσιας και δωρεάν» εκπαίδευσης για να διευκολυνθεί η παραπέρα απρόσκοπτη διείσδυση των ιδιωτών και σε αυτόν τον τομέα.   

Το ακροδεξιό κυβερνητικό προσωπικό της παρηκμασμένης αστικής τάξης, καθώς βυθίζεται στο ναρκισσισμό που του καλλιεργούν οι παρατρεχάμενοι και οι κόλακες των ΜΜΕ, εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο σε μια αυτάρεσκη οπτική του εαυτού του. Χάνει όλο και περισσότερο την επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, αδυνατεί να αφουγκραστεί την υπόκωφη βουή μιας κοινωνίας που ασφυκτιά και πολύ περισσότερο να αντιληφθεί τα υπόγεια, διασταυρούμενα ρεύματα που την διατρέχουν.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως υπεύθυνη συστημική αντιπολίτευση

Στις εκλογές του 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να πείσει με τους προεκλογικούς μποναμάδες και αποσύρθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πιστεύοντας ότι το εκλογικό αποτέλεσμα του 32%, σε συνδυασμό με το στρατηγικό «άνοιγμα προς την κεντροαριστερά» θα του εξασφάλιζε για την επόμενη περίοδο, τη θέση του εναλλακτικού «κεντροαριστερού» πόλου μέσα στο ελληνικό αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Όμως οι τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές ανέδειξαν επίσης μια βασική αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ: την έλλειψη μαζικών οργανώσεων βάσης που να μπορούν να διεκπεραιώσουν την απαραίτητη κοινωνική ζύμωση. Η οργανωτική αυτή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας, μάλλον αποτελούσε ένα πλεονέκτημα για την ηγεσία του, καθώς αυτή μπορούσε να πραγματοποιεί τους «ελιγμούς» και τους συμβιβασμούς της, απαλλαγμένη από μια έμμεση πίεση που θα μπορούσαν να ασκήσουν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα μέσα από μια κομματική δομή με μαζικές οργανώσεις βάσης. Σήμερα, όμως, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει, όπως κάθε μεγάλο αστικοδημοκρατικό κόμμα, να αποκτήσει ένα μαζικό και κάπως σταθερό ακροατήριο. Ο νέος αυτός, πλήρως μεταλλαγμένος, ΣΥΡΙΖΑ θέλει τα μέλη του να εγγράφονται μαζικά, πατώντας απλώς από το σπίτι τους τα κουμπιά του πληκτρολογίου, εκλέγοντας απευθείας των ηγέτη, χωρίς να χρειάζεται να συμμετέχουν σε συλλογικές δραστηριότητες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε εξαρχής σαφές ότι θα είναι μια σοβαρή «κανονική» αντιπολίτευση στη ΝΔ, δηλαδή βασικά μια αντιπολίτευση του αστικού κοινοβουλευτικού τελετουργικού. Οι συναδελφικές φιλοφρονήσεις με τους βουλευτές της ΝΔ και η στάση συμπολίτευσης στο πρώτο κύμα της πανδημίας, με την αποχή από την κριτική της κυβερνητικής διαχείρισης, σε πρώτη φάση, και την πρόταση για Υπουργό Υγείας κοινής αποδοχής, σε δεύτερη, στο όνομα του κοινού αγώνα για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, ήταν χαρακτηριστικές της πρώτης περιόδου. Σε μια αρκετά διαφορετική περίοδο, με την περίοδο χάριτος της κυβέρνησης να έχει παρέλθει προ πολλού και τους κοινωνικούς αγώνες να αναπτύσσονται, η υπερψήφιση του νομοσχεδίου για την επιχειρηματική αξιοποίηση του Ελληνικού, της ναυαρχίδας των αναπτυξιακών σχεδίων του ελληνικού κράτους, αλλά και των μισών επιμέρους άρθρων του εργασιακού νόμου Χατζηδάκη, δείχνουν ότι η πολιτική της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης είναι μακροπρόθεσμη στρατηγική και όχι συγκυριακή τακτική. Πάντως, η πολιτική αυτή δεν στερείται καιροσκοπισμών, όπως ήταν η σύμπλευση με ακροδεξιούς στα νησιά στις κινητοποιήσεις για το προσφυγικό (Μάρτιος 2020) ή η εθνικιστική πλειοδοσία στα ελληνοτουρκικά.

Παρόλα αυτά, είναι αναμενόμενο σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ να βρεθεί κάποιες φορές στο δρόμο, με τις δυνάμεις που του επιτρέπει το γεγονός ότι είναι κόμμα με εκλογική επιρροή αλλά ασθενή οργανωμένη βάση. Για να μπορέσει να αμφισβητήσει τη ΝΔ στις επόμενες εκλογές, θα πρέπει να διεκδικήσει την ψήφο των στρωμάτων που κινητοποιούνται ενάντια στην κυβέρνηση. Και είναι γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διαφορετική καταγωγή από τη ΝΔ και ψηφίζεται σε σημαντικό ποσοστό από την εργατική τάξη, για αυτό χρειάζεται άλλη επιχειρηματολογία προς τους ψηφοφόρους του. Ωστόσο, διαφέρει από τα κλασικά «αστικά εργατικά κόμματα» (ορθότερα «αστικά κόμματα εργασίας») κατά το ότι διαθέτει ασθενικές οργανικές σχέσεις με την εργατική τάξη και τα συνδικάτα. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια πολιτική συμβιβασμού των τάξεων, υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης, αλλά πολύ περισσότερο μια εναλλακτική αστική στρατηγική. Είναι ένας δεύτερος πυλώνας δίπλα στη ΝΔ, με άλλο μείγμα πολιτικής (περισσότερη ενσωμάτωση και λιγότερος εξαναγκασμός), αλλά όχι ποιοτικά διαφορετικό. 

Επομένως, δεν τίθεται κανένα ζήτημα ενιαίου μετώπου με τον ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ. Αυτό θα πρέπει να γίνει εντελώς σαφές στις γραμμές του κινήματος. Μπορεί η άμεση μάχη σήμερα να δίνεται ενάντια στην κυβέρνηση ΝΔ, το γενικότερο συμφέρον της εργατικής τάξης, όμως, είναι ο αγώνας ενάντια στην προσπάθεια σταθεροποίησης του συστήματος γύρω από μια εναλλαγή δεξιάς-σοσιαλδημοκρατίας. Για το σκοπό αυτό, η πολεμική στον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υποστέλλεται στο όνομα της προτεραιότητας της αντιμετώπισης της ΝΔ. Η συγχώνευση της εναπομείνασας αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ (53+) με στοιχεία του κέντρου και της δεξιάς του κόμματος (Αριστερό Δίκτυο, Παπαδημούλης) δείχνει ότι το σενάριο της προσέγγισης οργανωμένων αριστερών μερίδων της ηγεσίας του κόμματος είναι φαντασίωση, αθώα ή όχι. Το δε σενάριο «πρώτα συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ, και μετά τον χτυπάμε όταν βρεθεί στην εξουσία» έχει ήδη παιχτεί και έχει αποτύχει οικτρά, παρότι επανέρχεται από πολλές πλευρές. Για το λόγο αυτό, είναι κρίσιμος σήμερα ένας απολογισμός της ανόδου και της πτώσης του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από τους κυρίαρχους μύθους της δεξιάς αλλά και των ίδιων των διαφόρων μερίδων του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Για έναν απολογισμό της ανόδου και της κυβερνητικής περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ

Το σημείο-κλειδί των κυρίαρχων από τα αριστερά απολογισμών της περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ είναι η «κωλοτούμπα» ή «προδοσία» του Ιούλη του 2015. Η αφήγηση αυτή, όμως, δεν εξηγεί γιατί ο Τσίπρας ξαναψηφίστηκε τον Σεπτέμβρη του 2015 με ευκολία, παρά την αποχώρηση όλων των αριστερών αντιπολιτεύσεων από το κόμμα. Η παθητική ψυχολογία της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, που δεν αναζήτησαν μαζικά μια εναλλακτική στα αριστερά, έχει πολιτική αιτία.

Το κλειδί βρίσκεται στον ρόλο που έπαιξε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά την ανάπτυξη και τη μετέπειτα υποχώρηση των μεγάλων ταξικών αγώνων των πρώτων χρόνων της κρίσης. Στα κινήματα που προηγήθηκαν της κρίσης, όπως το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 και η απεργία των δασκάλων το 2006, ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο, ακολουθώντας κατά βάση τον σχεδιασμό της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η οποία είχε πρωταγωνιστήσει. Τον Δεκέμβρη του 2008, ήταν μεν το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα που δεν καταδίκασε συλλήβδην την εξέγερση, ωστόσο παλινωδούσε διαρκώς ανάμεσα στην υπεράσπιση των διαδηλωτών και τον διαχωρισμό από τα βίαια στοιχεία του κινήματος, με την πραγματική του παρουσία στον δρόμο να είναι συμβολική. Στις απεργίες του 2010-2012, η επιρροή του δεν ξεπέρασε την αναιμική του επιρροή στα συνδικάτα. Η δε συμμετοχή του στις πλατείες μάλλον διαφημίστηκε υπέρμετρα από τις καταγγελίες της δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ, παρά υπήρξε πρωταγωνιστική στην πράξη. Παρόλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε πράγματι να εκπροσωπήσει εκλογικά το μεγαλύτερο τμήμα του κινήματος ενάντια στο μνημόνιο, αποσπώντας βασικά την παραδοσιακή εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ.

Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι η χρονική απόκλιση ανάμεσα στην κορύφωση του κινήματος, την περίοδο ανάμεσα στον Ιούνη και τον Οκτώβρη του 2011, και στην εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ. Η διαδεδομένη στους κόλπους των σημερινών ή παλιότερων μελών του ΣΥΡΙΖΑ αφήγηση ότι η εκλογική επιρροή του κόμματος ανέβαινε μαζί με το κίνημα είναι σχηματική και παραπλανητική: στην πραγματικότητα, η γρήγορη αύξηση της εκλογικής δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ συνδυάστηκε με μια σταδιακή πτώση της μαχητικότητας του κινήματος. Πράγματι, μετά τον Φλεβάρη του 2012, ακριβώς δηλαδή όταν άρχισε ο εκλογικός καλπασμός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπήρξαν κινηματικές καταστάσεις της έκτασης και της έντασης που εκτυλίσσονταν προηγουμένως, παρότι εκδηλώθηκαν σημαντικοί αγώνες, όπως η ΕΡΤ και το αντιφασιστικό κίνημα μετά τη δολοφονία Φύσσα. Η αρχή της κάμψης συμπίπτει ακριβώς με την περίοδο κατά την οποία ξεκινά η μακρά εκλογική προσδοκία, η αναμονή να έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία για να καταργήσει με κοινοβουλευτικές μεθόδους τη λιτότητα.

Η πολιτική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στους κόλπους του κινήματος είχε το τίμημα της μεταστροφής από την αυτενέργεια στην προσδοκία της εκλογικής λύσης, της σωτηρίας μέσω μιας κυβέρνησης της αριστεράς που θα λειτουργούσε για λογαριασμό της εργατικής τάξης. Οφείλουμε μια πολιτική εξήγηση της σταδιακής πτώσης του κινήματος μετά τον Φλεβάρη του 2012. Μπορεί να συνετέλεσαν σε αυτή παράγοντες όπως η απογοήτευση από την αποτυχία του κινήματος να αποτρέψει τα μνημόνια, ή η μικρή εμβέλεια και η πολιτική σύγχυση της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, για την οποία χρειάζεται ένας άλλου είδους απολογισμός. Πρέπει όμως να μπορούμε να διακρίνουμε τους παράγοντες που διαμόρφωσαν το υπόβαθρο από τον κινητήριο μοχλό που οδήγησε στην ήττα του κινήματος. Και ο κινητήριος μοχλός αυτός ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει η καταστολή του Παπανδρέου, του Παπαδήμου και του Σαμαρά, να κατευνάσει δηλαδή την κοινωνική οργή απέναντι στο πολιτικό σύστημα, το έκανε η απατηλή υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ. Τα χρόνια της εκλογικής αναμονής έκοψαν το νήμα του κινηματικού αναβρασμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται στην κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015 έχοντας ήδη πετσοκόψει τις υποσχέσεις του, διότι γνωρίζει ότι ούτως ή άλλως θα βγει. Κι έπειτα υποβάλλει την εκλογική του βάση σε ένα διαρκές σκωτσέζικο ντους, από τους λεονταρισμούς ενάντια στην ΕΕ την επαύριο της εκλογής, στην παραίτηση από κάθε μονομερή ενέργεια με τη συμφωνία του Φλεβάρη, αργότερα στις σχοινοτενείς διαπραγματεύσεις της άνοιξης, και στο δημοψήφισμα όπου ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί τον λαό να ψηφίσει όχι, για να το γελοιοποιήσει αμέσως, όπως φαινόταν εξαρχής ότι θα κάνει.

Οι αριστερές αντιπολιτεύσεις που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αναμενόμενο να αντιπαραβάλλουν το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την επόμενη τετραετία. Το συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα του πρώτου αυτού εξαμήνου ήταν ακριβώς να επιβληθεί ένα τρίτο μνημόνιο, με τις λιγότερες κοινωνικές αντιστάσεις από όλα τα προηγούμενα πακέτα λιτότητας. Το αποτέλεσμα ήταν μια δεύτερη κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία υπήρξε η σταθερότερη και μακροβιότερη κυβέρνηση της εποχής της κρίσης και των μνημονίων, και η οποία ολοκλήρωσε το δημοσιονομικό πρόγραμμα επιβάλλοντας αδιανόητα, μέχρι πρότινος, πρωτογενή πλεονάσματα. Το αποτέλεσμα ήταν μια κυβέρνηση που διαχειρίστηκε την αντιμεταναστευτική πολιτική της ΕΕ από το 2015 και μετά∙ που δεν έκανε σχεδόν καμία προοδευτική θεσμική μεταρρύθμιση, ακόμα και από αυτές που δεν θα είχαν κανένα δημοσιονομικό κόστος∙ που με χυδαίο τρόπο υπερψήφισε ελάχιστες μέρες πριν τη λήξη της θητείας της μια χούφτα φιλεργατικά μέτρα, όπως μια μερική ενίσχυση της προστασίας από τις απολύσεις, με αποκλειστικό σκοπό να πάρει το πολιτικό κόστος της κατάργησής τους αμέσως μετά η ΝΔ, τη στιγμή που ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να κυβερνήσει με αυτά. Το αποτέλεσμα ήταν η κρίση όλης της αριστεράς και του αναρχικού χώρου και η αποστράτευση χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών.

Δεν υπάρχει καμία υπερβολή στο να πούμε ότι τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η κυβέρνηση που υλοποίησε με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τη μνημονιακή ατζέντα των ελλήνων και ευρωπαίων καπιταλιστών, επειδή μπόρεσε να εξουδετερώσει το κίνημα. Εξακολουθούν πολλοί να υπενθυμίζουν τη μανιασμένη προσπάθεια των ευρωπαϊκών θεσμών να βυθίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, η ιστορία έδειξε, όμως, ότι η πραγματική τους έγνοια ήταν να κάνουν ένα κόμμα με ασυνήθιστο παρελθόν να πειθαρχήσει. Αφού το πέτυχαν, δεν είχαν κανέναν απολύτως λόγο να το βυθίσουν. Το χρησιμοποίησαν για μερικά χρόνια ως όχημα για τις δουλειές τους, μέχρι που η χρησιμότητά του, προς το παρόν, εξαντλήθηκε, στο βαθμό που και το κίνημα δεν ήταν πλέον απειλητικό.

Στην πραγματικότητα, η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους θεσμούς ήταν προκαθορισμένη από τη στρατηγική του. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη με μια ρητά διατυπωμένη κεϋνσιανή στρατηγική, η οποία βασιζόταν στην ιδέα ότι, εάν η αστική τάξη και οι διεθνείς πειστούν να χαλαρώσουν λίγο τη λιτότητα, αυτό σε τελική ανάλυση θα είναι προς το συμφέρον όλων, γιατί τα εισοδήματα της εργατικής τάξης θα αυξηθούν, μαζί τους θα αυξηθεί και η κατανάλωση, άρα και ο τζίρος των καπιταλιστών, όπως και τα φορολογικά έσοδα που στηρίζουν τα δημοσιονομικά του κράτους. Με τα λόγια του Βαρουφάκη: «Αν φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα αναπτυσσόμαστε, τότε μπορεί να ξαναρχίσουμε να μιλάμε για συγκρουόμενα συμφέροντα εργασίας και κεφαλαίου. Σήμερα είμαστε μαζί».[2] Σε μια περίοδο όπου τα κέρδη είχαν ήδη καταρρεύσει λόγω της κρίσης, όμως, οι καπιταλιστές δεν ήταν φυσικά διατεθειμένοι να παραχωρήσουν οικειοθελώς κάτι περισσότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ σκοπό να έρθει σε ρήξη με τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας και τους θεσμούς του κράτους. Οι νόμοι και οι θεσμοί αυτοί επέτρεπαν μία και μόνο διέξοδο: τα μνημόνια. Το τρίτο μνημόνιο, επομένως, ήρθε ακριβώς εξαιτίας, και όχι σε πείσμα, της ρεφορμιστικής στρατηγικής του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, της στρατηγικής της ταξικής συνεργασίας και της προοδευτικής διαχείρισης του αστικού κράτους.

Προφανώς ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάχθηκε μέσα στην κυβερνητική διαδικασία, άλλαξε κοινωνική σύνθεση, δομές και τρόπο λειτουργίας. Η συγχώνευση με το κράτος έχει ορισμένες συνέπειες, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα χαλαρό κόμμα το οποίο είχε εξαρχής αναιμική εργατική βάση. Όμως η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν γενετικά εγγεγραμμένη στη στρατηγική του, δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας ή ενδοκομματικού πραξικοπήματος.

Αδυνατώντας να το παραδεχτούν αυτό, οι κύριες αριστερές αντιπολιτεύσεις που αποχώρησαν το 2015 δυστυχώς αδυνατούν να κάνουν το βήμα που θα τις διαχωρίσει στρατηγικά από το πρόγραμμα που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, μαζί με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που είχε αυτό. Παραμένουν, έτσι, στο πλαίσιο της ίδιας στρατηγικής ή «τακτικής οικοδόμησης» που τους οδήγησε στην υποστήριξη και συμμετοχή στον ΣΥΡΙΖΑ.

 

ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, μια πορεία εκφυλισμού

Μετά από το σοκ των κοινοβουλευτικών εκλογών του 2012 το ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε να ανακάμψει και σαν ΚΙΝΑΛ έχει καταντήσει πλέον η σκιά του παλιού εαυτού του. Η εκλογική του απήχηση παραμένει στάσιμη σε μονοψήφια νούμερα. Η άχρωμη και άοσμη ηγετική του ομάδα, παραπαίει αμήχανη στο κοινοβούλιο, χωρίς να μπορεί να προβάλει μια διακριτή πολιτική ταυτότητα. Περιορίστηκε σε μια αντιπολιτευτική τακτική του να επαναλαμβάνει σαν ηχώ την επιχειρηματολογία της ΝΔ όσο ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονταν στην εξουσία και σήμερα συνήθως επαναλαμβάνει τα αντιπολιτευτικά επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην ΝΔ.

Το κόμμα που αναδύθηκε ξαφνικά, μέσα στο ταραγμένο πολιτικό σκηνικό των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, αφού αφομοίωσε τα πιο ανήσυχα και δυναμικά στοιχεία της νεολαίας της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου, αφού πρόβαλε μια σειρά από ριζοσπαστικά συνθήματα αφήνοντας πίσω του στάσιμο όλο το φάσμα της ελληνικής σταλινογενούς αριστεράς, κατόρθωσε να εκφράσει τα μικροαστικά στρώματα των «μικρομεσαίων» αλλά και να τροφοδοτήσει τις αυταπάτες τους για τον «τρίτο δρόμο», δηλαδή μια ανώδυνη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Αξιοποιώντας τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες της σταλινογενούς αριστεράς  κατόρθωσε έτσι να ηγεμονεύσει και μέσα στην οργανωμένη εργατική τάξη για τρεις σχεδόν δεκαετίες και να παραμείνει στην κυβερνητική εξουσία για σχεδόν δύο δεκαετίες.

Το ΠΑΣΟΚ δόμησε οργανώσεις βάσης σε πανεθνική κλίμακα και καθιέρωσε κομματικές διαδικασίες, εισάγοντας στην ελληνική κοινωνία μια καθυστερημένη εκδοχή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που ήδη βρίσκονταν σε πορεία αποσύνθεσης. Όμως ήταν η πρώτη φορά που δημιουργούνταν στην ελληνική κοινωνία, μια τέτοιας μορφής μαζική κομματική δομή πέρα από την παραδοσιακή σταλινογενή Αριστερά. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 η κομματική οργάνωση του ΠΑΣΟΚ ήταν παρούσα και ενεργή σε σωματεία, συλλόγους, συνεταιρισμούς και σε κάθε κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Σαν κυβέρνηση από το 1981, η επαγγελία του «κράτους πρόνοιας» και οι «φιλολαϊκές» μεταρρυθμίσεις της πρώτης περιόδου εξασφάλισαν στο ΠΑΣΟΚ μια σταθερή σχέση με ένα σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων και μια τεράστια εκλογική απήχηση.

Ο μοιραίος πολιτικός και οργανωτικός εκφυλισμός του έγινε με έναν σχετικά αργό ρυθμό τη δεκαετία του 1980, για να επιταχυνθεί την επόμενη και κυρίως κατά την τελευταία «εκσυγχρονιστική» κυβερνητική του περίοδο. Την ίδια περίοδο η προσωπική ιστορία του Α. Παπανδρέου, ιδρυτή και αδιαμφισβήτητου ηγέτη του, μπορούμε να πούμε ότι σηματοδότησε αυτή την καθοδική πορεία.

Η κομματική οργάνωση είχε μια παράλληλη πορεία αποδόμησης και σταδιακής μετατροπής σε έναν απλό εκλογικό μηχανισμό. Την τελευταία περίοδο, η «εκσυγχρονιστική» ηγεσία του Σημίτη αντιμετωπίζοντας εχθρικά την οργανωμένη κομματική βάση σαν φορέα λαϊκισμού και «βαρίδι» για την επίτευξη των στόχων της, φρόντισε να αποδομήσει ό,τι είχε απομείνει από τις διαδικασίες των κομματικών οργανώσεων βάσης και ο μηχανισμός αυτός να μετατραπεί σε έναν πιο χαλαρό πελατειακό μηχανισμό. Όπως ήταν επόμενο, το ΠΑΣΟΚ άρχισε να χάνει τα σταθερά του ερείσματα μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Το κέντρο βάρους της εκλογικής του πελατείας μετακινήθηκε προς τα ανώτερα στρώματα των «μικρομεσαίων». 

Στη συνέχεια, η ακραία-εκσυγχρονιστική ηγεσία του ΓΑΠ, έδωσε τη χαριστική βολή στον κομματικό μηχανισμό με την καθιέρωση των «πλατιών δημοκρατικών» διαδικασιών που διέλυσαν οριστικά τα ισχνά υπολείμματά του μέσα σε μια άμορφη, χειραγωγούμενη μάζα ψηφοφόρων. Με την έναρξη της κρίσης του 2008, τα χτυπήματα που κατάφερε η κυβέρνηση του ΓΑΠ στα λαϊκά και στα μεσαία στρώματα την αποσυνέδεσαν επίσης οριστικά από την εκλογική της βάση. Ο δρόμος είχε ανοίξει για την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε μεγάλο βαθμό και για την Χρυσή Αυγή.

Το 2012 με την άνοδο στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου και χωρίς πλέον «βαρίδια» από μια έστω και στοιχειωδώς οργανωμένη κομματική βάση, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ μπόρεσε με άνεση να συμμετάσχει στην κυβέρνηση του Σαμαρά και να βοηθήσει στην εφαρμογή της πιο σκληρής πολιτικής «λιτότητας» στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία. Η άνοδος στην ηγεσία της  Φώφης Γενηματά το 2015, μαζί με μερικούς νεοφιλελεύθερους φερέλπιδες νεαρούς (αλλά με «λαμπρές» προοπτικές πολιτικής καριέρας) σηματοδότησε την οριστική μετάλλαξη του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ στο σημερινό, αξιοθρήνητο, υδροκέφαλο μόρφωμα του ΚΙΝΑΛ.  

 

Ελληνική Λύση

Το ακροδεξιό κόμμα του Βελόπουλου συνεχίζει τη δεκαπενταετή, πλέον, αυτόνομη παρουσία της ακροδεξιάς στο κοινοβούλιο, έχοντας αντικαταστήσει στα έδρανα το ΛΑΟΣ και τη Χρυσή Αυγή. Ωστόσο, έχει περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με το ΛΑΟΣ, παρά με τη Χρυσή Αυγή. Δεν διαθέτει οργανωμένη βάση και δεν αποτελεί, προς το παρόν τουλάχιστον, οργανισμό ικανό να συντονίσει ένα πρωτοφασιστικό κίνημα. Λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως εξωτερική φράξια ακροδεξιάς πίεσης στη ΝΔ, έχοντας υπερψηφίσει βασικά νομοσχέδια (ψήφος ομογενών, πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη). Η παρουσία ενός τέτοιου υπερορθόδοξου ακροδεξιού κόμματος στη Βουλή και η δημοσκοπική του αντοχή, καθώς και το γεγονός ότι περιμένει να ευνοηθεί από τη μοιραία φθορά της ΝΔ, οπωσδήποτε δεν δικαιολογούν κανέναν εφησυχασμό. Δεν αρκούν ωστόσο για να αντισταθμίσουν το κέρδος από τη διάλυση ενός οργανωμένου και ισχυρού ναζιστικού κόμματος, της Χρυσής Αυγής. Σήμερα, ο Βελόπουλος, παρά το συνεχές φλερτ με τους αντιεμβολιαστές, δεν φαίνεται ικανός να εισπράξει προνομιακά αυτό το κοινωνικό ρεύμα. Αύριο, δεν είναι βέβαιο ότι έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει την ηγεμονία στο χώρο της ακροδεξιάς.

 

Το ΚΚΕ χωρίς προοπτική ανάπτυξης

Η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ  σκόρπισε τη βαθιά απογοήτευση και τη σύγχυση στο μαζικό και σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητο κίνημα αντίστασης ενάντια στα μνημονιακά μέτρα. Ωστόσο το οργανωμένο εργατικό κίνημα δεν υπέστη κάποια συντριπτική ήττα ούτε γνώρισε κάποια σημαντική μείωση των οργανωμένων συνδικαλιστικών του δυνάμεων, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Το ΚΚΕ με την συνδικαλιστική του παράταξη (ΠΑΜΕ) παρέμεινε η κυριότερη δύναμη της Αριστεράς μέσα στο εργατικό κίνημα.

Απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ  αναδείχθηκε με τον πιο σαφή τρόπο η αδυναμία του ΚΚΕ να εξοπλίσει πολιτικά το εργατικό κίνημα με μια συνολική, αξιόπιστη, εναλλακτική πρόταση. Έχοντας χάσει εδώ και τρεις δεκαετίες (μετά από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ) την αυτοπεποίθησή του αλλά και έχοντας εγκαταλείψει οριστικά εδώ και ενενήντα σχεδόν χρόνια (από την 6η Ολομέλεια του 1934) ένα πρόγραμμα άμεσης σοσιαλιστικής διεξόδου από τον καπιταλισμό, περιορίζονταν στην καταγγελία και στην υποτιθέμενη εξ αριστερών κριτική των πεπραγμένων της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι το ΚΚΕ, ενώ τήρησε εξ αρχής αντιπολιτευτικές αποστάσεις από το «εγχείρημα» του ΣΥΡΙΖΑ, δεν επωφελήθηκε σχεδόν καθόλου από την εκλογική συρρίκνωση του τελευταίου και στην καλύτερη περίπτωση απλώς διατήρησε τις οργανωμένες δυνάμεις του.

Η άνοδος της ΝΔ στην κυβέρνηση και η νέα οικονομική κρίση (που συνοδεύει την υγειονομική), θεωρητικά θα έπρεπε να προσφέρουν ένα κάπως ευνοϊκότερο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, ακόμη και για έναν μονότονο, καταγγελτικό, «ξύλινο» λόγο, όπως αυτόν του ΚΚΕ. Όμως, οι βαθιές αδυναμίες του δεν του επιτρέπουν να αναπτύσσει μια καθημερινή πολιτική πρακτική, τέτοια που να εξοπλίζει τα στελέχη και τα μέλη του με κατάλληλα ιδεολογικά εφόδια, που να καλλιεργεί και να προωθεί την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητά τους, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στα όλο και πιο σύνθετα και απαιτητικά ζητήματα της σημερινής κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας. Με άλλα λόγια η καθημερινή πολιτική πρακτική του ΚΚΕ εδώ και πολλές δεκαετίες έχει πάρει οριστικό διαζύγιο από τη λενινιστική πρακτική για την κομματική οικοδόμηση. Σαν συνέπεια, ακόμη και μέσα στις συνθήκες της σημερινής γενικευμένης κρίσης του καπιταλισμού, το ΚΚΕ για άλλη μια φορά δεν μπορεί και μάλλον δεν πρόκειται να μπορέσει να αποκτήσει κάποια δυναμική ανάπτυξη. 

Εδώ και δεκαετίες, η κομματική βάση του ΚΚΕ παραμένει εγκλωβισμένη στην καθοδήγησή της από ένα απολιθωμένο ιερατείο που επιβάλλεται με αυταρχικές, αντιδημοκρατικές εσωκομματικές μεθοδεύσεις και προβάλλει ένα σύνολο από πολιτικές θέσεις και τακτικές που ελάχιστη ή καμιά σχέση δεν έχουν με μια επαναστατική μαρξιστική πολιτική. Τα τελευταία χρόνια διαπιστώσαμε επανειλημμένα την εκφυλιστική κατρακύλα αυτής της πορείας: πυροσβεστική στάση ή υπονόμευση απέναντι σε κάθε σοβαρή κλιμάκωση των απεργιακών αγώνων, εχθρική στάση και λυσσαλέα πολεμική απέναντι σε κάθε αυθόρμητη εκδήλωση μαζικής αυτενέργειας και αντίστασης, συστηματική συκοφάντηση και διαστρέβλωση των θέσεων κάθε διαφορετικής αριστερής πολιτικής κίνησης που βρίσκεται έξω από τον έλεγχό του σύμφωνα με τη χειρότερη σταλινική πρακτική και παράδοση.

Ακόμη χειρότερα, όχι μόνο δεν τολμά να αντιπαρατεθεί ανοιχτά στον εθνικισμό και στο ρατσισμό που σήμερα υφέρπει μέσα στα πλατιά λαϊκά στρώματα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις συντάσσεται σε μεγάλο βαθμό με τις σχετικές θέσεις της αστικής προπαγάνδας. Στο «μακεδονικό», συμπαρατάχθηκε ασύστολα με την εξωφρενική άποψη της άρχουσας τάξης για τη μη ύπαρξη μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας. Στην ελληνοτουρκική διένεξη τηρεί μια υπερπατριωτική στάση για την υπεράσπιση του «εθνικού χώρου» και για μια ενδεχόμενη συνεκμετάλλευση με την Τουρκία των υποτιθέμενων πετρελαϊκών κοιτασμάτων. Στο «προσφυγικό-μεταναστευτικό» υποκλίνεται στις ξενοφοβικές διαθέσεις μικροαστικών στρωμάτων και καθυστερημένων στοιχείων της εργατικής τάξης, απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου δεν διστάζει να συμπαρατάσσεται ανοιχτά σε εκδηλώσεις που διοργανώνουν ξενοφοβικές κινήσεις τοπικών παραγόντων και να προβάλλει αμφίσημα συνθήματα («μπροστά οι δικές μας ανάγκες»!). Οι τακτικές του αυτές έχουν καταστροφικές συνέπειες στην ιδεολογική διαμόρφωση των μελών του, καθώς έτσι τα αφοπλίζει πολιτικά και τα καθιστά ανίκανα να παλέψουν ενάντια στο ρεύμα του εθνικισμού και της ξενοφοβίας αλλά και ευεπίφορα σε φαιοκόκκινες οσμώσεις.

Έτσι, τον σημαντικότερο ίσως ρόλο για την πολιτική συγκρότηση και συνοχή του ΚΚΕ έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει το «επίσημο» αφήγημα της ηγεσίας για την ίδια την ιστορία του. Ένα «αγιοποιημένο» αφήγημα που απευθύνεται περισσότερο στο συναίσθημα των μελών και που βασίζεται στη διαρκή εξύμνηση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του κατοχικού ΕΑΜ και στη διαρκή υπενθύμιση των αμέτρητων ηρωισμών και θυσιών των αγωνιστών του, που διώχθηκαν και βασανίσθηκαν άγρια από το μετεμφυλιακό καθεστώς. Δηλαδή ένα αφήγημα σύμφωνα με τα σταλινικά πρότυπα, χωρίς καμμιά απόπειρα αμφισβήτησης ή κριτικής προσέγγισης των αποφάσεων και της πολιτικής της εκάστοτε κομματικής ηγεσίας.   

Καθώς όμως η ηγεσία είναι αναγκασμένη να δώσει μια κάπως πειστική απάντηση στο αμείλικτο ερώτημα των αιτιών της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, αλλά και κάτω από το φως ιστορικών γεγονότων που γίνονται για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστά στην κομματική βάση, η ηγεσία του ΚΚΕ προσπαθεί απεγνωσμένα να διατηρήσει αυτή την πολιτική συνοχή του κόμματος αναθεωρώντας κάθε τόσο το συνολικό ιστορικό της αφήγημα. Έτσι είναι αναγκασμένη να δίνει νέες και πιο πειστικές απαντήσεις σε αμείλικτα ερωτήματα που εγείρονται συνεχώς από τους νεότερους της κομματικής βάσης και αφορούν παλαιότερα, κρίσιμα, αλλά και πιο γενικά, ιστορικά ζητήματα του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος. Μια διαδικασία που θυμίζει τις αμέτρητες αναθεωρήσεις της «επίσημης» ιστορίας της ΕΣΣΔ που γίνονταν αποκλειστικά προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις τρέχουσες ανάγκες της πολιτικής της εκάστοτε σταλινικής και μετασταλινικής σοβιετικής  ηγεσίας.

Η κάθε νέα απάντηση της ηγεσίας σε κάποιο κρίσιμο ζήτημα εγείρει αυτόματα στην κομματική βάση νέα ερωτήματα για προηγούμενα ζητήματα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο γι’ αυτό το τελευταίο : οποιαδήποτε ερμηνεία για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ οδηγεί σε ερωτήματα σχετικά με την «αποσταλινοποίηση» του 1956, σχετικά με την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ και αυτά με τη σειρά τους στις αιτίες της ήττας στον ελληνικό εμφύλιο και κατά συνέπεια στη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας, για να ακολουθήσει η επανεξέταση της λαϊκο-μετωπικής πολιτικής του ΚΚΕ στο ΕΑΜ, για τη θέση του ΚΚΕ στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, για το σύμφωνο Μολότοφ – Ρίπεντροπ, για τις δίκες της Μόσχας και τις Μεγάλες Εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του ’30 κλπ. Έτσι κάθε νέα απάντηση που προσπαθεί να δώσει η ηγεσία του ΚΚΕ, καθώς αφορά μόνο μια αποσπασματική περίοδο, μοιραία την οδηγεί αναγκαστικά και σε νέες αναθεωρήσεις της όλο και παλαιότερης περιόδου της (σταλινικής εκδοχής) ιστορίας του κομουνιστικού κινήματος και μοιραία βρίσκεται και πάλι μπροστά σε νέα ερμηνευτικά  αδιέξοδα. Οπωσδήποτε μια διαδικασία που εκτός από τραγελαφική είναι και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αφού δίνει ίσως μια μοναδική ευκαιρία για μια προσεκτική, σοβαρή και συστηματική παρέμβαση από τη σκοπιά του επαναστατικού μαρξισμού.

 

ΜέΡΑ25

Μετά από ένα διάστημα απουσίας κατά τη δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο Βαρουφάκης επέστρεψε και κατάφερε να πάρει την ηγεμονία στον χώρο των διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, παραγκωνίζοντας τόσο τη ΛΑΕ, όσο και την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Το λιγότερο ανορθολογικό και απολιθωμένο του προφίλ, καθώς και μια σειρά συγκριτικά προοδευτικών θέσεων (αντίθεση στις εξορύξεις σε ΑΟΖ και στις επαναπροωθήσεις προσφύγων, ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα κλπ), αν και πάντα μεσοβέζικων, επιτρέπουν στο ΜέΡΑ25 να εμφανίζεται ως κάτι πιο σύγχρονο. Από ένας προσωποπαγής μηχανισμός, ουσιαστικά άγνωστος λίγους μήνες πριν τις εκλογές του 2019, το ΜεΡΑ25 κατάφερε να αποκτήσει μια μικρή κομματική βάση και να έχει μια ορισμένη παρουσία στο δρόμο, παρότι αναντίστοιχη με τα κοινοβουλευτικά νούμερα της εκλογικής του επιρροής. Θα αποτελέσει, έτσι, παράγοντα και θέμα συζήτησης στο κίνημα.

Παραμένει, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για κόμμα με μαρξιστική αναφορά. Από τον αυτοπροσδιορισμό του Βαρουφάκη ως «ετερόδοξου μαρξιστή», το βάρος πέφτει σίγουρα στο ετερόδοξος. Το ασταθές και μεταβαλλόμενο  πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 αποτελεί ένα συμπίλημα νεοκεϋνσιανών οικονομικών θέσεων (ανάπτυξη με κρατική παρέμβαση, σταδιακή εθνικοποίηση ΔΕΗ), σοσιαλδημοκρατικών αιτημάτων (αναδιανεμητικά μέτρα), φιλελεύθερων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και ρητορικής ενάντια σε κάποια διεθνή ολιγαρχία. Εάν ο απολογισμός των άλλων διασπάσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιφατικός και ατελής, ο απολογισμός του Βαρουφάκη από τη δική του πρωταγωνιστική συμμετοχή και η πλήρης αποποίηση των ευθυνών του είναι απλώς ακατανόητα. Εξίσου ακατανόητο παραμένει το περιεχόμενο της σημερινής «ρήξης» που εξαγγέλλει, με δεδομένη την προσήλωση του κόμματος στους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας. Η σύνθεση του κόμματος ασφαλώς δεν είναι εργατική. Η λειτουργία του βασίζεται περισσότερο σε δίκτυα «ηλεκτρονικής δημοκρατίας» παρά σε πραγματικές οργανωτικές δομές, πράγμα που καθιστά την ηγεσία πρακτικά ανεξέλεγκτη, παρά τις τυπικά δημοκρατικές προβλέψεις του καταστατικού. Το κόμμα Βαρουφάκη μπορεί να αποτελέσει μια προοδευτική φωνή στη Βουλή κι έναν πιθανό συγκυριακό σύμμαχο σε ορισμένα θέματα. Πολιτικά, όμως, δεν είναι παράγοντας που θα έπρεπε να αφορά τις εξελίξεις στο χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

 

Οι εξελίξεις στην υπόλοιπη Αριστερά και το κίνημα

Η κατάσταση στον ευρύτερο χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς χαρακτηρίζεται από την αδυναμία να βρεθεί ένα νέο υπόδειγμα πολιτικής συγκρότησης. Οι οργανώσεις που οικοδομούνται αυτόνομα (ΚΚΕ μ-λ, Μ-Λ ΚΚΕ, ΕΕΚ, ΟΚΔΕ-Εργατική Πάλη) έχουν περιορισμένη εμβέλεια και επιρροή, δεδομένων και των μικρών ή σχετικά μικρών μεγεθών. Από την άλλη, το κυρίαρχο εδώ και χρόνια μοντέλο πολιτικής ανάπτυξης μέσω της ανασύνθεσης ή της μετωπικής συγκρότησης βρίσκεται σε κρίση, καθώς σε κρίση βρίσκονται όλα τα σχετικά εγχειρήματα και οι πρωτοβουλίες.

Η διάλυση της Λαϊκής Ενότητας δεν αφήνει απολύτως τίποτα, πέραν από λίγες οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που θα είναι στον χώρο και στο μέλλον, πιο αδυνατισμένες όμως παρά ενισχυμένες από την εμπειρία. Η ίδια η ΛΑΕ σήμερα δεν είναι παρά ένας σχηματισμός λίγο ευρύτερος από το Αριστερό Ρεύμα, με τις ανοιχτά ρεφορμιστικές και εθνικιστικές τοποθετήσεις του. Η καθυστερημένη ρήξη με τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, οι κραυγαλέες προγραμματικές αντιφάσεις (αριστερή κυβέρνηση, ΕΕ, στάση απέναντι στους θεσμούς του κράτους κ.ά.), οι συντηρητικές τοποθετήσεις, η κυριαρχία μιας φθαρμένης και απωθητικής ηγεσίας προερχόμενης από το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ και με θητεία σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις κατά την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και ο εντελώς συγχυσμένος απολογισμός της εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ στέρησαν από τη ΛΑΕ τη δυνατότητα να συνδεθεί με το ρεύμα της αριστερής αμφισβήτησης στο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΛΑΕ εκπροσωπεί την πιο εντυπωσιακή περίπτωση αποτυχίας στον χώρο της αριστεράς, και δεν δικαιώνει ούτε στο ελάχιστο τα ρεύματα εκείνα που τη θεώρησαν προνομιακό σύμμαχο, περιλαμβανομένων των μερίδων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που προσχώρησαν ή επεδίωξαν συνεργασία μαζί της.

Ο Κομμουνιστικός Συντονισμός κινείται σε παρόμοια πολιτική λογική με το εγχείρημα της ΛΑΕ, χωρίς τη γραφειοκρατία της, αλλά με καίρια προγραμματικά κοινά σημεία.

Εάν η ΛΑΕ αναπτύχθηκε με πυρήνα την παλιά Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ, ένας δεύτερος πόλος συσπείρωσης του «ενδιάμεσου χώρου» μεταξύ ρεφορμιστικής και ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς προέκυψε γύρω από την αριστερά των πάλαι ποτέ «προεδρικών», ιδίως μέσα από νεολαία ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την κρίση της ΛΑΕ, το σχέδιο αυτό διεκδίκησε την ηγεμονία στον μετά-ΣΥΡΙΖΑ χώρο. Ο προπέρσινος συντονισμός διαλόγου (ΔΕΑ, ΑΡΑΝ, Αναμέτρηση, Συνάντηση), ωστόσο, διαλύθηκε. Οι διεργασίες περιορίστηκαν σε μια μίνι ανασύνθεση Συνάντησης (μετά την αποχώρηση του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα) και Αναμέτρησης, χωρίς σημαντική δυναμική και με ιδιαίτερα χαλαρό προγραμματικό πλαίσιο. Η πρώτη κρίση του νεότευκτου αυτού χώρου ήρθε από το ερώτημα της στάσης προς το ΣΥΡΙΖΑ. Το επόμενο ερώτημα που το φέρνει σε κρίση είναι μια πιθανή συνεργασία με το ΜεΡΑ 25.

Η νέα Αριστερή Πρωτοβουλία Διαλόγου και Δράσης αναθερμαίνει την προσπάθεια συνένωσης του πάλαι ποτέ συντονισμού διαλόγου και του κομμουνιστικού συντονισμού, μαζί και της ίδιας της ΛΑΕ, σε πιο μίνιμουμ μετωπική βάση. Με αυτή την έννοια, αποτελεί προσπάθεια υπέρβασης της παλιάς διχοτομίας μεταξύ των διαφορετικών πρώην αντιπολιτευτικών μερίδων του ΣΥΡΙΖΑ (αριστεροί προεδρικοί-νεολαία/Αριστερό Ρεύμα-Πλατφόρμα) και, σε μικρότερο βαθμό, της διάσπασης των δυνάμεων που προέρχονται από τη «συμπορευτική» πτέρυγα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (Κομμουνιστικό Σχέδιο, Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ). Εκτός του ότι κρατάει δεδηλωμένα μικρό καλάθι για τις δυνατότητες άμεσης επιτυχίας, το εγχείρημα φαίνεται να επαναλαμβάνει την πολιτική λογική της συνειδητής υποτίμησης των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ ρεφορμισμού και επαναστατικής στρατηγικής, θεωρώντας το δίλημμα πρόωρο σε σχέση με την επείγουσα ανάγκη της ενότητας της αριστεράς. Με αυτή την έννοια, θυμίζει πολύ έντονα τη σχεδόν ομώνυμη πρωτοβουλία των αρχών της δεκατίας του 2000, η οποία κατέληξε στο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά από 13 χρόνια παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και κρίσιμων πολιτικών εμπειριών, η προσπάθεια αυτή επιστροφής στην αθωότητα φαίνεται ελάχιστα πειστική.

Η κριτική στις διεργασίες αυτού του ενδιάμεσου χώρου δεν έχει την έννοια της απαξίωσης της αγωνιστικής του δράσης, ούτε των θετικών χαρακτηριστικών που έχουν, με διαφορετικό τρόπο οι πόλοι αυτοί: μια ορισμένη συνδικαλιστική βαρύτητα του χώρου γύρω από τη ΛΑΕ (ΜΕΤΑ), αξιόλογες αντιεθνικιστικές, αντιρατσιστικές και αντισεξιστικές θέσεις του χώρου γύρω από τη Συνάντηση κ.ά. Η πολιτική τοποθέτηση εδώ αφορά τη στρατηγική και την πρόταση πολιτικής συγκρότησης. Και από αυτή την άποψη, οφείλουμε να πούμε ότι η πλειοψηφία των διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ μοιράζεται την ηθική φθορά του ΣΥΡΙΖΑ. Στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένουν εγκλωβισμένες στον κοινοβουλευτικό δρόμο, την αντιμετώπιση του κινήματος κυρίαρχα ως μέσου πίεσης στους θεσμούς, τη στρατηγική της κυβέρνησης της αριστεράς και τα παναριστερά κόμματα. Ανακυκλώνουν την πολιτική λογική των πλατιών ή «χρήσιμων» κομμάτων, που οδήγησε στην καταστροφική εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ και που τυραννά και την αντικαπιταλιστική αριστερά διεθνώς. Για να είμαστε χρήσιμοι σε οποιαδήποτε συζήτηση, θα πρέπει να είμαστε σε αυτά τα θέματα σαφείς.

 

Αναρχικός χώρος

Ο αναρχικός χώρος αποτελεί παράγοντα του κινήματος που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σήμερα, ο χώρος βρίσκεται σε αντιφατική κατάσταση. Από τη μια, φαίνεται να ενισχύεται, προσελκύοντας στρώματα νεολαίας που απωθούνται, δικαίως, από τη ρεφορμιστική αριστερά και τα οποία η αντικαπιταλιστική αριστερά αδυνατεί να συγκρατήσει λόγω των δικών της ανεπαρκειών. Από την άλλη, οι πόλοι συσπείρωσης του διάχυτου δυναμικού της, οι οποίοι είχαν οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια (Αναρχική Ομοσπονδία, ΑΠΟ), βρίσκονται σε κρίση.

Από τη μια, οι πολιτικές διεργασίες και συζητήσεις που αναπτύχθηκαν πρόσφατα στον αναρχικό  χώρο δημιουργούν δυνατότητες πολιτικής εξέλιξης και συνομιλίας με την αντικαπιταλιστική αριστερά. Από την άλλη, το πολιτικό επίπεδο των μελών, αλλά και των ηγεσιών του χώρου, παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό, εγγενές άλλωστε πολιτικό γνώρισμα του αναρχισμού. Το γεγονός αυτό αναστέλλει τις δυνατότητες πολιτικοποίησης ενός ριζοσπαστικού δυναμικού, και μάλιστα οδηγεί μερίδες του στην υιοθέτηση των χειρότερων θέσεων που υπάρχουν εντός της αριστεράς σε θέματα για τα οποία ο αναρχικός χώρος δεν διαθέτει επεξεργασίες (με κύριο παράδειγμα τον ιμπεριαλισμό και το διογκούμενο φαινόμενο του αναρχικού πατριωτισμού, ακόμα και μιας ορισμένης νοσταλγίας για το σταλινισμό στο όνομα του αντιφασισμού).

Από τη μια, υπάρχει σήμερα καλύτερη επικοινωνία με τον χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Από την άλλη, ο αναρχικός χώρος δεν έχει απεμπολήσει τον άγριο σεκταρισμό και τις πρακτικές της ακραίας βίας μέσα στο κίνημα, που μερικές φορές παίρνει τη μορφή μίσους για την αριστερά – το γεγονός ότι ούτε η αριστερά είναι άμοιρη τέτοιων πρακτικών, οι πραγματικές ρίζες των οποίων βρίσκονται στον σταλινισμό, δεν αποτελεί δικαιολογία.

Εκ των πραγμάτων, η κοινή δράση και οι ζυμώσεις με τον αναρχικό χώρο θα ενταθούν. Θεωρούμε ότι το να πέσουν τα στεγανά ανάμεσα στην αριστερά και τον αναρχικό χώρο θα είναι επωφελές για το κίνημα. Ταυτόχρονα, όμως, σε αυτές τις επαφές είναι απαραίτητη η ανοιχτή πολιτική διαφοροποίηση και η ιδεολογική αντιπαράθεση. Χωρίς σεκταρισμό, αλλά με προγραμματική σαφήνεια, χρειάζεται να εξηγήσουμε στο ριζοσπαστικό δυναμικό που αναζητά πολιτικές απαντήσεις το στρατηγικό αδιέξοδο του αναρχισμού.

 

Η κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Από την άνοιξη του 2019, η κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, που την έχει οδηγήσει ουσιαστικά στην παράλυση.

Μετά τις αποχωρήσεις της ΑΡΑΝ και της ΑΡΑΣ, η αποχώρηση της Μετάβασης, που συνένωνε την πλειοψηφία της ΕΠΠΔ και τις πιο «συμπορευτικές» αντιπολιτεύσεις του ΝΑΡ, μπορεί να θεωρηθεί ότι έκλεισε έναν κύκλο διασπάσεων οι οποίες, αν και κόστισαν στη δυναμική και την επιρροή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ήταν αναπόφευκτες, στο βαθμό που αφορούσαν πολιτικο-στρατηγικές διαφωνίες που δεν επιδέχονταν συμβιβασμού από ένα σημείο και μετά. Επίκεντρο της διαφωνίας ήταν εξαρχής η «πολιτική συμμαχιών», και συγκεκριμένα η επιμονή των ρευμάτων αυτών σε μόνιμες συνεργασίες ή πλήρη πολιτική συγχώνευση με αντι-μνημονιακά ρεφορμιστικά ρεύματα, πρώτα και κύρια με τη ΛΑΕ. Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, όπως και η Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική έχουν τοποθετηθεί επανειλημμένα και αναλυτικά για τη στρατηγική σημασία της συγκεκριμένης αντιπαράθεσης.

Αντιθέτως, καμία πολιτική δικαιολογία δεν μπορεί να βρεθεί για τη δημόσια διάσπαση δυνάμεων και τους γραφειοκρατικούς χειρισμούς στις δημοτικές/περιφερειακές και τις βουλευτικές εκλογές του 2019. Η τελείως αυθαίρετη και μονομερής ανακήρυξη υποψηφίων του ΣΕΚ στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και αλλού ήταν δεδομένο ότι θα οδηγούσε σε διαλυτικές καταστάσεις. Τις καταστάσεις αυτές επιτάχυνε και επιδείνωσε η αντίδραση του ΝΑΡ, που διεκδίκησε όλους τους επικεφαλής των ψηφοδελτίων για τον εαυτό του, με μια μερίδα του να βλέπει τη συγκυρία ως ευκαιρία για κλείσιμο λογαριασμών εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε κάθε περίπτωση, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν εκατέρωθεν, όσο και αν πολλές φορές είχαν βάση (εναλλαγή, δημοκρατική λειτουργία, στάση προς τις παρατάξεις του ρεφορμισμού κλπ) δεν μπορούσαν να συγκαλύψουν ότι η πραγματική αντιπαράθεση γινόταν για την εξασφάλιση δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων και, δευτερευόντως, για τον έλεγχο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Την επαύριο των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών ακολούθησε η καιροσκοπική συνάντηση με την ηγεσία της ΛΑΕ για πιθανή συνεργασία, η οποία επιβλήθηκε και δρομολογήθηκε, ερήμην των υπολοίπων, από μια συγκυριακή πλειοψηφία ΣΕΚ-Μετάβασης-ΑΡΙΣ στην ΚΣΕ, σε αντίθεση με τις αμέσως προηγούμενες αποφάσεις των οργάνων που απέκλειαν μια τέτοια συνεργασία. Ήταν, βεβαίως, προφανές ότι η συνεργασία ήταν αδύνατη, ωστόσο το περιστατικό πλήγωσε ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία και τη συνοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το ότι η Μετάβαση εκμεταλλεύτηκε την αλλαγή πλεύσης του ΣΕΚ στο θέμα των συμμαχιών, από το 2015 και μετά, αλλά και τη ρήξη της ΑΡΙΣ με το ΝΑΡ, όπως ακριβώς το μπλοκ ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ είχε εκμεταλλευτεί τις παλινωδίες του ΝΑΡ για να επιτύχει τη συνεργασία με το Σχέδιο Β’ το Γενάρη του 2015, πάντως, δείχνει ότι οι στρατηγικές αποκλίσεις των οργανώσεων και τάσεων που αποχώρησαν αναπαράγονταν -  και σε κάποιο βαθμό εξακολουθούν να αναπαράγονται - και από τις προγραμματικές αντιφάσεις των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων.

Οι ίδιες αντιφάσεις οδήγησαν και στα εκφυλιστικά φαινόμενα με την ΑΡΙΣ. Η πέραν κάθε κοινής λογικής πολιτική ευκαμψία της ΑΡΙΣ, που έχει περάσει σε αντιδιαμετρικές θέσεις μέσα σε λίγους μήνες, δεν είναι δικαιολογία για την πολιτική μυωπία των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων. Η επιλογή του ΝΑΡ να κατεβάσει κοινή πλατφόρμα με την ΑΡΙΣ στην 4η συνδιάσκεψη, υποβαθμίζοντας την καταγγελία εναντίον μέλους της για σεξιστική επίθεση, αποδείχτηκε σύντομα καταστροφική και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και για το ίδιο το ΝΑΡ. Οδήγησε στην πλασματική πλειοψηφία του -τότε- μπλοκ ΣΕΚ-ΑΡΙΣ-Μετάβασης, που έκανε τη μυστική συνάντηση με τη ΛΑΕ, και άφησε έκθετη την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τον χειρισμό της καταγγελίας για σεξιστική βία. Στο βαθμό που συνοδεύτηκε με μια όμοια συμμαχία παντού, οδήγησε στην – προσωρινή ίσως – απώλεια της ηγεσίας του ΣΜΤ, του μεγαλύτερου σωματείου που έλεγχαν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο βαθμό που το αδιέξοδο γινόταν προφανές, το ΝΑΡ επέλεξε μια μάχη χαρακωμάτων στους χώρους, απομακρύνοντας τα μέλη της ΑΡΙΣ από σχήματα, τη στιγμή που κεντρικά δεν έθεσε θέμα απομάκρυνσης της οργάνωσης από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο βαθμό που δεν έλυσε το θέμα πολιτικά, εξέθεσε και τα μέλη του στις βίαιες επιθέσεις για την επίλυση λογαριασμών στα πανεπιστήμια. Η δε υιοθέτηση της ΑΡΙΣ από το μπλοκ του ΣΕΚ δείχνει τουλάχιστον κυνισμό. Στο όνομα της βελτίωσης των συσχετισμών εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΣΕΚ εθελοτυφλεί για τη συγκάλυψη της καταγγελίας για το περιστατικό σεξιστικής βίας, για τις επιθέσεις στα πανεπιστήμια, ακόμα και για τη μόνιμη, πλέον, πρόσδεση της ΑΡΙΣ στο όχημα του ΠΑΜΕ. Οι άνευ αρχών αυτές συμμαχίες αποκαλύπτουν βαθιά πολιτικά προβλήματα.

Τα παραπάνω προβλήματα επέτειναν την πλήρη αποδιοργάνωση των τοπικών επιτροπών και, πλέον, και των οργάνων. Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, όπως και η ΠΑΑΕ, έχουν επίσης επιμείνει, με τακτικές και σαφείς τοποθετήσεις, για την ανάγκη δημοκρατικής και από τα κάτω λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με λειτουργικές τοπικές επιτροπές, έντυπο, κοινό φεστιβάλ κλπ. Είναι γεγονός, όμως, ότι οι οργανωτικές ανεπάρκειες αντανακλούν πολιτικές ανεπάρκειες.

 

Για έναν απολογισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της παρέμβασης της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος

Στον βαθμό που δεν φαίνεται σήμερα να υπάρχουν ούτε οι συνθήκες, ούτε οι δυνάμεις για μια «θετική υπέρβαση» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για κάτι που θα την αντικαταστήσει άμεσα, δεν μπορούμε να πούμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει ξεπεραστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι, στην παρούσα κατάσταση, μπορεί να ελπίζει κανείς στην ανασυγκρότηση και την αναζωογόνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σημαίνει, όμως, ότι οι διεργασίες του άμεσου μέλλοντος δεν μπορούν να αγνοήσουν την εμπειρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και τις δυνάμεις που συσπειρώθηκαν και συσπειρώνονται ακόμα και σήμερα γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Είναι η ώρα ενός απολογισμού. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατάφερε μια εκπροσώπηση και παρέμβαση που ποτέ πριν δεν είχε κάνει η αντικαπιταλιστική αριστερά. Απέκτησε πανελλαδική εμβέλεια και αναγνωρισιμότητα. Είχε, και σε κάποιο βαθμό έχει ακόμα, παρά την παράλυσή της, γόητρο ανάμεσα στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες. Δεν είχε τη δυνατότητα όμως να καθορίσει τις εξελίξεις.

Το ερώτημα γιατί η αντικαταλιστική αριστερά δεν μπόρεσε να καθορίσει τις εξελίξεις και να ανταγωνιστεί την κίβδηλη εκλογική υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ είναι, κατά μία έννοια, πιο σημαντικό από το ερώτημα που τίθεται συνήθως, δηλαδή το γιατί δεν μπόρεσε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ή οποιαδήποτε άλλη αριστερή δύναμη) να προσελκύσει τους απογοητευμένους του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την υπογραφή και την εφαρμογή του 3ου μνημονίου. Διότι, είδαμε ότι το κλειδί της παθητικότητας της εργατικής τάξης απέναντι στη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή κάποιος που να τα λέει καλύτερα, ούτε πολύ περισσότερο στον υποτιθέμενο σεκταρισμό όσων δεν μπήκαν ποτέ στον ΣΥΡΙΖΑ για να επηρεάσουν τις εξελίξεις – πράγματι, τα ρεύματα που προήλθαν από τις αριστερές διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά κανόνα σήμερα σε χειρότερη κατάσταση από εκείνα που διατήρησαν την πολιτική και οργανωτική τους ανεξαρτησία. Το κλειδί βρίσκεται στο ότι τελικά η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ηγεμόνευσε στο κίνημα του 2010-2012.

Προφανώς πολλοί παράγοντες συνετέλεσαν σε αυτό: η σχετικά μικρή (αν και όχι ανύπαρκτη) επιρροή της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην εργατική τάξη, τακτικά λάθη, οι ανεπαρκείς προηγούμενες εμπειρίες αυτοοργάνωσης. Το χαμηλό επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης της εργατικής τάξης έπαιξε ρόλο, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τις πολιτικές ανεπάρκειες και τις επιλογές της οργανωμένης πρωτοπορίας, όπως συχνά έκαναν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΚΚΕ. Οφείλεται μια πολιτική εξήγηση, που δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Αφαιρετικά, πάντως, δεν ευσταθεί η διαδεδομένη άποψη ότι το πρόβλημα υπήρξε πως η αντικαπιταλιστική κι επαναστατική αριστερά δεν μπόρεσε να παρουσιάσει μια ρεαλιστική αντιπρόταση απέναντι στην κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, διότι οποιαδήποτε «ρεαλιστική» αντιπρόταση για εκλογική λύση θα ήταν λιγότερο ρεαλιστική από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, που προπορευόταν ήδη μακράν σε εκλογική επιρροή. Αντιθέτως, έλειψε μια ριζική αντιπρόταση, μια κατεύθυνση για το κίνημα που θα βασιζόταν στην εξάπλωση και τη συγκεντροποίηση των μορφών αυτοοργάνωσης που πράγματι εμφανίστηκαν (συνελεύσεις, απεργιακές επιτροπές κλπ), οι οποίες είναι που εμπεριέχουν το σπέρμα μιας οργάνωσης των εργαζομένων ενάντια στο αστικό κράτος, το σπέρμα της δικής της εξουσίας. Όσο ελάχιστα πιθανό κι αν είναι μια τέτοια πρόταση να μπορούσε να κερδίσει την πλειοψηφία του κινήματος στις πλατείες του 2011, θα μπορούσε ωστόσο να δημιουργήσει ένα πολύ μαζικότερο συνειδητό αγωνιστικό μπλοκ, ικανό να παίξει μεγαλύτερο ρόλο σε όσα ακολούθησαν. Παρά τη σημαντικότατη συνεισφορά των δυνάμεών της στους αγώνες, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο αντικαπιταλιστικός χώρος με τη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και επιρροή, δεν μπόρεσε να αρθρώσει ένα τέτοιο πρόταγμα, εγκλωβισμένη σε σχεδόν αποκλειστικά αντι-ευρώ και αντι-ΕΕ αιτήματα. Οι μικρότερες οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς είχαν εκ των πραγμάτων κυρίαρχα προπαγανδιστικό ρόλο, όχι άχρηστο, αλλά περιορισμένο. Ο αναρχικός χώρος δεν μπορούσε ούτε ήθελε να μιλήσει για το πρόβλημα της εξουσίας, όταν αυτό φάνηκε να τίθεται ενώπιον του κινήματος.

Οι μεταγενέστερες προγραμματικές διασαφηνίσεις και αποχωρήσεις, παρότι μετατόπισαν σταδιακά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τα αριστερά, από το τέλος του 2015 και μετά, δεν κατήργησαν τις πολιτικές της αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις αυτές φαίνονται σήμερα ανυπέρβλητες. Φαίνεται να κλείνει ο κύκλος, χωρίς να είναι αυτό δική μας ευθύνη ή να εξαρτάται άμεσα από εμάς.

Δεν είναι αλήθεια ότι τα χρόνια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν χαμένα, ούτε για τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της πρωτοπορίας, ούτε για την οργάνωσή μας. Ασφαλώς υπάρχει η αίσθηση ότι πολύς κόπος πήγε χαμένος. Η προγραμματική σύγκλιση αποδείχτηκε αδύνατη, ακόμα και μετά την αποχώρηση των πιο «δεξιών» οργανώσεων και τάσεων. Αν ο σκοπός ήταν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να γίνει κόμμα, με κοινό πρόγραμμα και συγκεντρωτισμό και με θέσεις κοντά σε αυτές του ρεύματός μας, τότε θα λέγαμε ότι η συμμετοχή της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος ήταν αποτυχία. Το ίδιο θα συνέβαινε εάν το κριτήριο ήταν να μας προσφέρει ο μαζικός αυτός χώρος σταθερό υλικό για στρατολογίες – όμως ο σκληρός ανταγωνισμός των οργανώσεων έκανε ουτοπική την ύπαρξη μιας μεγάλης και σταθερής δεξαμενής ανένταχτων.

Η οργάνωση όμως αποκόμισε άλλα οφέλη, που είναι πάρα πολύ ουσιαστικά. Καθιερώθηκε ως μια μικρή αλλά υπαρκτή δύναμη της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ταγμένη στο σχέδιο αυτό και όχι αμφιταλαντευόμενη μεταξύ ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς και προσκόλλησης στον ρεφορμισμό, ούτε καιροσκοπική, όπως πολλές άλλες τροτσκιστικές οργανώσεις. Το σχέδιο στο οποίο τάχθηκε η οργάνωση δεν είχε την ίδια τραγική κατάληξη όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ή η ΛΑΕ, ούτε οδήγησε στην απομόνωση όπου οδηγηθήκαν μοναχικές οργανώσεις. Απέδειξε ότι είναι σταθερή στις θέσεις και τις δημοκρατικές της παραδόσεις. Αυτά της δίνουν αξιοπιστία στον χώρο και τα σχήματά του σε εργασιακούς χώρους, σχολές και γειτονιές.

Σε κρίσιμα θέματα, όπως ο εθνικισμός (ελληνική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, Μακεδονικό), η μάχη ενάντια στον φασισμό, το αίτημα των ανοιχτών συνόρων, ο φεμινισμός, το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα, η ανεξαρτησία από τον ρεφορμισμό και την στρατηγική της πατριωτικής «παραγωγικής ανασυγκρότησης», η οργάνωση συνέβαλε σε προγραμματικές μετατοπίσεις ευρύτερων δυνάμεων.

Ίσως ακόμα σημαντικότερο, τα μέλη της οργάνωσης είναι σε θέση σήμερα να δουλεύουν με έναν μεγάλο αριθμό συντρόφων και συντροφισσών της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στους χώρους τους, και να έχουν ουσιαστική επαφή με χώρους στους οποίους η οργάνωση δεν έχει παρουσία. Αυτός ο, προηγουμένως πολύ πιο διάσπαρτος, ευρύτερος χώρος οργανώθηκε γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η εικόνα που έχουμε για τους αγώνες σήμερα είναι πιο άμεση. Οι σχέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης με τα μέλη της ΠΑΑΕ είναι αποτέλεσμα δουλειάς χρόνων. Ταυτόχρονα, με τη δράση μας δεν αποκοπήκαμε από οργανώσεις και ρεύματα εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ (διεθνιστική πρωτοβουλία για το Μακεδονικό, συστηματοποίηση σχέσεων με άλλες οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς, συνεργασίες με δυνάμεις του αναρχοσυνδικαλισμού και του αναρχικού χώρου), δυνάμεις με τις οποίες βρισκόμαστε συχνότερα το τελευταίο διάστημα.

Η οργάνωση ακόμα υποχρεώθηκε να πάρει θέσεις για πολιτικά και τακτικά ζητήματα που παλιότερα δεν περνούσαν καθόλου από το χέρι της. Οπωσδήποτε, τα διλήμματα αυτά, όπως και γενικότερα η πίεση της δουλειάς εντός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συνέβαλαν στην όξυνση εσωτερικών αντιφάσεων. Χάσαμε συντρόφους και συντρόφισσες, κερδίσαμε άλλους και άλλες. Όμως η οργάνωση ωρίμασε, έγινε πιο συγκεκριμένη, έκανε ένα πρώτο βήμα από την ομάδα προπαγάνδας στην οργάνωση πρωτοπορίας.

Η εμπειρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα από τα εφόδια για τη μετάβαση σε μια νέα φάση και έναν νέο πολιτικό ρόλο για την οργάνωση.

 

Ανάγκη για ένα ανανεωμένο αντικαπιταλιστικό σχέδιο

Με τα νέα δεδομένα, η περίοδος προετοιμασίας και οικοδόμησης που είχαμε προβλέψει μπορεί να κρατήσει λίγο. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ανάγκη γρήγορης δουλειάς στελεχοποίησης, τοποθέτησης σε συνδικάτα και δομές του κινήματος κλπ, ώστε να μπορούμε αύριο να παίξουμε σημαντικότερο ρόλο από ό,τι χτες.

Χρειάζεται σήμερα η διατύπωση ενός ανανεωμένου αντικαπιταλιστικού σχεδίου, πολιτικά και οργανωτικά, ακόμα κι αν το να προκύψει ο «φορέας» που χρειαζόμαστε, ή ακόμα και το να περιγραφεί με ακρίβεια το ποιους θα περιλαμβάνει, δεν είναι δυνατό να γίνει άμεσα. Οι ανακατατάξεις θα γίνουν με βάση πραγματικές συγκλίσεις στο κίνημα και προγραμματικά. Η λογική της αφηρημένης ανασύνθεσης οδηγεί σε αέναο κύκλο διαπραγματεύσεων, πρωτοβουλιών και μεταβατικών σχημάτων που δεν οδηγούν πουθενά. Το απαραίτητο στρατηγικό πλαίσιο συμφωνίας περιλαμβάνει την ανεξαρτησία από το κράτος και τους θεσμούς τους, από τον ρεφορμισμό και από τον κοινοβουλευτισμό – περιλαμβάνει όμως και πολύ πιο ιδιαίτερες επεξεργασίες, προγραμματικά στοιχεία και απολογισμούς.

Επιμένουμε στη σημασία της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να παίρνει κρίσιμες πρωτοβουλίες για το κίνημα, συνδέοντας τον ριζοσπαστισμό με τη μαζική ταξική δράση – ας αναφέρουμε ενδεικτικά τον αποφασιστικό της ρόλο στο φοιτητικό κίνημα του 2006-2007, στην απεργία των δασκάλων το 2006, στην απεργιακή κινητοποίηση της 10ης Δεκέμβρη 2008, εν μέσω της εξέγερσης, στις καταλήψεις δημοσίων κτιρίων το φθινόπωρο του 2011, στην αντιφασιστική διαδήλωση της 25ης Σεπτέμβρη 2013, αλλά και σε μια μεγάλη σειρά άλλων σημαντικών γεγονότων της ταξικής πάλης, που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς αυτό τον πολιτικό χώρο. ενάντια στα γραφεία της Χρυσής Αυγής Βλέπουμε τον εαυτό μας ως οργανικό τμήμα αυτού του χώρου. Πρέπει να υπενθυμίσουμε, στην πράξη, τη χρησιμότητα αυτού του χώρου σε ένα ευρύτερο στρώμα αγωνιστών και αγωνιστριών. Αυτό περνάει μέσα από την ανασυγκρότησή του.

Ένας εύλογος πρώτος στόχος είναι η διαμόρφωση ενός αντικαπιταλιστικού επαναστατικού πόλου, με τη συσπείρωση της αριστεράς της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ό,τι μπορεί να διασωθεί, μαζί με άλλες κοντινές οργανώσεις. Στο θολό σημερινό τοπίο, το σχέδιο δεν μπορεί να είναι όσο συγκεκριμένο θα θέλαμε. Ωστόσο, χρειαζόμαστε ένα τέτοιο σχέδιο, ένα σχέδιο για την ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά της σημερινής περιόδου, μετά τα διδάγματα της κρίσης και της αποτυχίας των πλατιών κομμάτων και των αριστερών κυβερνήσεων. Το σχέδιο δεν μπορεί να συνίσταται σε μια νέα συγκόλληση αυτού που θα μείνει από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζί με λίγες ακόμα επαναστατικές οργανώσεις, αν και αυτό μπορεί να αποτελέσει μια πρώτη μαγιά∙ ούτε όμως μπορεί να συνίσταται σε μια αόριστη επιστροφή στο επιμέρους, στο μοριακό επίπεδο, εν αναμονή εξελίξεων. Πρωτοβουλίες σε συγκεκριμένα μέτωπα-κλειδιά και καθοριστικά γεγονότα της ταξικής πάλης είναι αυτές που μπορούν να φέρουν πιο κοντά συγγενικές οργανώσεις, αγωνιστές και ρεύματα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δημιουργημένη μετά τα κινήματα του 2006-2007 και την εξέγερση του Δεκέμβρη, με τα ισχυρά σημεία και τα αδιέξοδά της, θα αποτελέσει σίγουρα το σημείο αναφοράς για κάθε νέα εμπειρία.

Σε κάθε περίπτωση, το αποφασιστικό θέμα σήμερα δεν είναι ποιες οργανώσεις και δυνάμεις θα βρεθούν σε κοινό μέτωπο, αλλά με ποιο πρόγραμμα, φυσιογνωμία και μεθοδολογία παρέμβασης θα συγκροτηθεί η αντικαπιταλιστική αριστερά. Για αυτό τον λόγο έχει μεγάλη σημασία η συγκεκριμένη συζήτηση σήμερα, για η στρατηγική, την αποτίμηση των εμπειριών της κρίσης και τα καθήκοντα.

Κυρίως, η όποια διαδικασία ανασύνθεσης ή ανακατάταξης δεν μπορεί να αποκόπτεται από τον απώτερο πολιτικό στόχο, που είναι η δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος, όπως δυστυχώς συνέβη στις περισσότερες ανασυνθετικές εμπειρίες που έχουμε υπόψη μας.

Ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να προκύψει με αυτοανακήρυξη. Οι οργανώσεις του χώρου που μετονομάστηκαν σε κόμματα δεν άλλαξαν σε τίποτα το γεγονός ότι είναι οργανώσεις πρωτοπορίας, και όχι κόμματα, με την έννοια μιας υπολογίσιμης μερίδας της εργατικής τάξης με προγραμματική ενότητα. Η τρέχουσα πρωτοβουλία του ΝΑΡ, παρότι δείχνει την επικαιρότητα της συζήτησης για το επαναστατικό κόμμα, πολύ δύσκολα θα εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό από μια τέτοια μετονομασία, μάλιστα στη βάση σοβαρών προγραμματικών ασαφειών.

Το επαναστατικό κόμμα (ή τα επαναστατικά κόμματα, αφού η μονοκομματική λογική μας είναι ξένη) δεν οικοδομείται όμως με αναβολή για μια άλλη ιστορική εποχή. Χρειάζεται να συζητηθεί γιατί τα επαναστατικά κόμματα είναι απαραίτητα για τη διεκδίκηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, και τι συγκεκριμένα είναι ένα επαναστατικό κόμμα. Χρειάζεται να διερευνηθεί το ποιες μερίδες της εργατικής τάξης μπορούν να αποτελέσουν σήμερα την πρωτοπορία των αγώνων, και το ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να αποτελέσουν την πολιτική πρωτοπορία. Ποιες μορφές οργάνωσης είναι καταλληλότερες με βάση τις αντικειμενικές ανάγκες και την κατάσταση της σύγχρονης εργατικής τάξης, αλλά και την ιστορική εμπειρία. Χρειάζεται να συζητηθεί το επαναστατικό πρόγραμμα, που είναι ο σκελετός ενός επαναστατικού κόμματος.

Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, πάντως, δεν έχει τις αυταπάτες ότι οι δυνάμεις της επαρκούν για να αποτελέσει καθαυτή το πρόπλασμα ενός επαναστατικού κόμματος. Επιδιώκουμε να λειτουργήσουμε ως οργάνωση πρωτοπορίας, δηλαδή θεωρητικής μόρφωσης αλλά και παρέμβασης στο κίνημα, που θα συμμετέχει στη δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος, μέσα από τις διεργασίες που θα χρειαστούν για αυτό.

Ένα βήμα σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι και η μετεξέλιξη της ΠΑΑΕ σε πολιτική κίνηση. Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος συμμερίζεται τον στόχο που θέτει το κείμενο εργασίας της ΠΑΑΕ:

«Ως Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική (ΠΑΑΕ), από το 2015 που ιδρυθήκαμε παλέψαμε και παλεύουμε τόσο για να λειτουργήσει δημοκρατικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και για να κρατήσει την αναγκαία αντικαπιταλιστική πολιτική θέση. Δυστυχώς, δε βρήκαμε πολλούς συμμάχους σ’ αυτή μας την προσπάθεια. Δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα στη λειτουργία και τη δομή του μετώπου με αποτέλεσμα να βαθαίνει η εσωτερική κρίση. Ίσως η καλύτερη ένδειξη αυτής της κρίσης είναι η σταδιακή απομάκρυνση των ανένταχτων αγωνιστών από τις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ένα φαινόμενο που έχουμε νιώσει έντονα κι εμείς ως ΠΑΑΕ, αφού μέλη μας είναι και αρκετοί ανένταχτοι. Κύριος παράγοντας αυτής της διαλυτικής κατάστασης (εκτός των προβλημάτων που έχουμε αναφέρει παραπάνω) είναι οι ελάχιστες διεργασίες βάσης μεταξύ των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η επακόλουθη αδυναμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να κρατήσει πολιτικά ενεργό ένα σημαντικό κομμάτι της.

Στο πέρασμα των χρόνων, οι διαφωνίες και οι συμφωνίες εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν πλάσει ανάλογα τις σχέσεις μεταξύ των οργανώσεων, σε τέτοιο βαθμό που κάποιες σχέσεις είναι πια τυπικές. Κι εμείς ως ΠΑΑΕ έχουμε φτάσει στο σημείο να έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολιτικά όσο και οργανωτικά από οργανώσεις εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ έχουμε αναπτύξει σχέσεις με οργανώσεις και συλλογικότητες εκτός αυτής.  

Τα προβλήματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που έχουμε ως τώρα αναπτύξει, μας οδηγούν στην απόφαση μετεξέλιξης της ΠΑΑΕ σε Πολιτική Κίνηση η οποία θα συνεχίσει μεν να δρα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνοντας έως την ύστατη στιγμή τις πολιτικές μάχες που δίνει από την ίδρυσή της, δεν θα περιορίζει όμως τη δράση της σε αυτή. Η απόφαση αυτή, η οποία δεν ήταν καθόλου εύκολη, έχει τρεις βασικούς στόχους: πρώτον, η μετεξέλιξη είναι ζωτικής σημασίας για την ίδια την ΠΑΑΕ, καθώς η απουσία εσωτερικής συζήτησης στη βάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στερεί από πολλά μέλη της, ιδίως τα ανένταχτα, το μόνο τρόπο που έχουν για να παραμείνουν ενεργά. Η λειτουργία της ΠΑΑΕ ως πολιτικής κίνησης θα δώσει μια πολιτική στέγη, έστω μεταβατική, στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες αυτές. Δεύτερον, θα επιτρέψει την ανάπτυξη στενότερων σχέσεων και με οργανώσεις και αγωνιστές εκτός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κινηματικών ή και πολιτικών. Τρίτον, και βασικότερο, πιστεύουμε ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να σπρώξουμε τα πράγματα προς το πολιτικό μέτωπο που χρειαζόμαστε.

Με αυτή την απόφαση δεν επιδιώκουμε κι εμείς μια φυγή προς τα μπρος, να ανακηρύξουμε κι εμείς μια νέα οργάνωση ή κόμμα που θα μας βγάλει ως δια μαγείας από τα αδιέξοδα των ανασυνθέσεων και των μετώπων. Ούτε έχουμε την αυταπάτη ότι αν μεταπηδήσουμε σε κάποιο νέο έτοιμο σχήμα θα ανοίξουμε τα φτερά μας να πετάξουμε - έχουμε δει άλλωστε δεκάδες τέτοιες προσπάθειες να αποτυγχάνουν παταγωδώς»

 

Ανάγκη για μια επανασταστική διεθνή οργάνωση

Το σχέδιο της ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν μπορεί να περιοριστεί στο εθνικό πλαίσιο. Ο ορίζοντάς μας δεν είναι εθνικός: οι κύριες οικονομικές και πολιτικές τάσεις και μεγάλοι κύκλοι της ταξικής πάλης εκδηλώνονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη διεθνή οργάνωση της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει διεθνισμός χωρίς διεθνή οργάνωση. Το σχέδιο για ένα επαναστατικό κόμμα είναι αλληλένδετο με το σχέδιο για μια επαναστατική διεθνή.

Παρά τη συμμετοχή τους στους αγώνες της περιόδου της κρίσης, οι διεθνείς οργανώσεις της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς αποδείχτηκαν ανέτοιμες για τις ανάγκες και τις επαναστατικές ευκαιρίες που εγκαινίασε η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008. Έπαιξε ρόλο ότι το διεθνές κίνημα κουβαλά ακόμα τα σημάδια της ήττας του 1989-1990 και της απομαζικοποίησης των εργατικών οργανώσεων. Έπαιξαν ρόλο, όμως, και σημαντικές πολιτικές ανεπάρκειες, στρατηγικά λάθη και στοιχεία εκφυλισμού.

Αντί να τη βρει ενισχυμένη μετά από τόσα χρόνια κρίσης του καπιταλισμού, ο νέος κύκλος της ταξικής πάλης βρίσκει την παγκόσμια επαναστατική και αντικαπιταλιστική αριστερά σε βαθιά κρίση, πολιτική αλλά και οργανωτική. Η κρίση αυτή αποτυπώνεται ανάγλυφα και στις διεθνείς οργανώσεις: κρίση του βρετανικού SWP και κατ’ επέκταση της IST∙ αλλεπάλληλες διασπάσεις της CWI και των διάδοχων οργανώσεών της∙ αυτοδιάλυση της αμερικανικής ISO και κατ’ επέκταση του διεθνούς δικτύου γύρω από αυτή∙ διάσπαση του αργεντίνικου Partido Obrero και της CRFI∙ διάσπαση του βραζιλιάνικου PSTU και της LIT. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώθηκε και μέσα στην Τέταρτη Διεθνή, ιδίως μετά την αυτοδιάλυση της LCR στο ΝΡΑ, που από νωρίς μπήκε σε μια διαδικασία χρόνιας κρίσης. Τα περισσότερα τμήματα της Τέταρτης Διεθνούς σήμερα έχουν διασπαστεί. Μια σειρά μικρότερων διεθνών μπορεί να μην παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα, στην πραγματικότητα όμως αυτές οι μικρές διεθνείς δεν αποτελούν παρά ασθενικές συσπειρώσεις γύρω από μία μητρική οργάνωση.

Οι συγκεκριμένες περιστάσεις των κρίσεων των διεθνών ποικίλουν, τα επίδικα, όμως, κατά κανόνα περιλαμβάνουν τη δημοκρατική λειτουργία, το ζήτημα της συμμετοχής σε «πλατιά κόμματα» και τη στάση προς τον ρεφορμισμό και τις αριστερές κυβερνήσεις. Η πλειοψηφία της επαναστατικής αριστεράς διεθνώς επέλεξε μια πολιτική ακολουθητισμού προς τον ρεφορμισμό και τις κυβερνήσεις στις οποίες αυτός συμμετείχε (PT στη Βραζιλία, Κομμουνιστική Επανίδρυση στην Ιταλία, Ποδέμος στο Ισπανικό Κράτος, ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα).

Το πρόβλημα της κρίσης των διεθνών είναι ιστορικό. Οι υπάρχουσες διεθνείς δύσκολα μεταρρυθμίζονται, και δεν υπάρχουν έτοιμες δυνάμεις για μια νέα επαναστατική διεθνή. Η ενοποίηση των επαναστατικών δυνάμεων σε μια διεθνή, πάνω στο υπόβαθρο των νέων ταξικών αγώνων, δεν είναι θέμα αυτοανακήρυξης, χρειάζεται πραγματικές συγκλίσεις και γεγονότα. Το πρόβλημα δεν μπορεί, όμως, να αναβληθεί και για το απώτατο μέλλον. Χρειάζεται σήμερα μια βαθύτερη διεργασία, μια τομή, μια ριζική αλλαγή κατεύθυνσης, και σε διεθνές επίπεδο – μάλιστα, ξεκινώντας από αυτό. Χρειάζονται πρακτικά βήματα. Με αυτή την έννοια, οι κρίσεις και οι αποστοιχίσεις από τις υφιστάμενες διεθνείς μπορεί να δημιουργούν και ευκαιρίες.  

Στο πλαίσιο αυτό τοποθετούνται και οι προσπάθειες και διεθνείς πρωτοβουλίες της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος. Ξεκινάμε από τον φυσικό μας χώρο, την Τέταρτη Διεθνή, της πιο ιστορικής και μαζικής διεθνούς επαναστατικής οργάνωσης, της οποίας το προγραμματικό φορτίο, τις πολιτικές επεξεργασίες και παραδόσεις υπερασπιζόμαστε. Δεν εγκαταλείπουμε την ιστορική αυτή οργάνωση και την κληρονομιά της. Δεν κλείνουμε όμως τα μάτια μπροστά στα σημερινά της αδιέξοδα. Η ίδρυση της Τάσης για μια Επαναστατική Διεθνή (TIR) μέσα στην Τέταρτη Διεθνή είναι ένα μικρό, αλλά πρακτικό βήμα. Στη διαδικασία της ανάπτυξής της έρχεται ήδη σε επαφή με ρεύματα που είτε έχουν τεθεί εκτός Τέταρτης Διεθνούς, είτε προέρχονται από άλλες διεθνείς οργανώσεις. Αν δεν ισχυριζόμαστε ότι τα μεγέθη μας επαρκούν για να αποτελέσουμε τον πυρήνα ενός μελλοντικού επαναστατικού κόμματος, σίγουρα δεν το πιστεύουμε και για μια μελλοντική επαναστατική διεθνή. Μπορούμε όμως να συμβάλλουμε σε αυτό τον σκοπό.

 

 

[1] Ε. Μαντέλ «Τα Μακρά Κύματα της Καπιταλιστικής Εξέλιξης»

 

[2] 20th Banking Forum της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, 22/4/2015