Οι πολιτικές εξελίξεις επιταχύνονται

 

του Νίκου Ταμβακλή

 

Με την επιστράτευση των εκπαιδευτικών τον περασμένο Μάιο, τον «ξαφνικό θάνατο» της ΕΡΤ και τη μελοδραματική αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την τρικομματική, η κυβέρνηση Σαμαρά, και ειδικότερα το κόμμα της ΝΔ, εξάντλησαν τα όποια αποθέματα κοινωνικού κύρους και πειθούς είχαν αποκτήσει μετά τις εκλογές  της 17ης Ιουνίου του 2012.

 

Με την είσοδο της νέας χρονιάς, η κυβέρνηση Σαμαρά βρίσκεται πλέον πανικόβλητη μπροστά στην κατακόρυφη πτώση της εκλογικής της απήχησης. Οι ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές του ερχόμενου Μαΐου μοιάζουν τώρα σαν ένα αξεπέραστο γι’ αυτήν εμπόδιο, καθώς τα προβλεπόμενα, με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, αποτελέσματά τους θα πρέπει αναγκαστικά να την οδηγήσουν και σε βουλευτικές εκλογές. Η εφαρμογή του τελευταίου κύματος των μνημονιακών μέτρων από το περασμένο φθινόπωρο και η έναρξη της εφαρμογής των νεότερων ήδη ψηφισμένων μέτρων από την αρχή του 2014 σάρωσαν και τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας του κυβερνητικού λόγου. Η απεγνωσμένη προσπάθεια του Σαμαρά να αναστρέψει κάπως το κλίμα της απαξίωσης και της γενικής απαισιοδοξίας, στην αρχή του περασμένου καλοκαιριού με το περιβόητο «success story», στη συνέχεια με την αναγγελία του αμφιλεγόμενου «πρωτογενούς πλεονάσματος» της οικονομίας για το 2013 και τώρα με την «αίγλη» της ανάληψης της ευρωπαϊκής προεδρίας, όχι μόνο δεν αποδίδουν καρπούς για την κυβέρνηση, αλλά προκαλούν τα αντίθετα αποτελέσματα.

Το «success story» όχι μόνο δεν έπεισε τους άνεργους, τους απολυμένους, τους κατεστραμμένους και καταχρεωμένους, αλλά προκάλεσε ανοιχτά την νοημοσύνη και την αξιοπρέπειά τους.  Το «πρωτογενές πλεόνασμα» όχι μόνο δεν έφερε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα στην εφιαλτική καθημερινότητα των λαϊκών στρωμάτων, αλλά αμφισβητήθηκε ανοιχτά από τους ίδιους τους «εταίρους», και η επιβεβαίωση ή όχι της ύπαρξής του θα πιστοποιηθεί προσεχώς από τη Eurostat. Επιπλέον, η προαναγγελθείσα από το πρωθυπουργό αναδιανομή ενός μέρους αυτού του αμφισβητούμενου «πλεονάσματος» για την ανακούφιση των ασθενέστερων στρωμάτων «των συνταξιούχων και των ενστόλων(!)» λοιδορήθηκε από την τρόικα.  Αντίθετα με την κυβέρνηση, η δημιουργία ενός κλίματος αναμονής κάποιων ελάχιστων άμεσων ελαφρύνσεων ή κάποιας ανεπαίσθητης έστω βελτίωσης της εφιαλτικής κατάστασης δεν ευνοεί τα μεσοπρόθεσμα σχέδια των «δανειστών», που φαίνονται αποφασισμένοι να εξαντλήσουν το πειραματόζωο (δηλαδή την ελληνική εργατική τάξη) μέχρι και τις τελευταίες φυσικές και ψυχολογικές αντοχές του, προκειμένου να βγάλουν τα χρήσιμα και αξιοποιήσιμα γι’ αυτούς συμπεράσματα προς γενικότερη χρήση. 

Ο πρωθυπουργός αντιμετώπισε τη χλεύη των «εταίρων» του για την προσπάθεια της καλλιέργειας αυτού του κλίματος αισιοδοξίας. Τα γερμανικά ΜΜΕ, εκφράζοντας ασφαλώς και τις διαθέσεις και τις κυρίαρχες απόψεις της αστικής γερμανικής τάξης, δεν δίστασαν να τον στολίσουν με τον τίτλο του «κατά φαντασίαν θεραπευμένου», τινάζοντας έτσι στον αέρα την θεατρική παράσταση της δήθεν επιτυχίας που με τόσο κόπο και αγωνία είχε σκηνοθετήσει. Οι εξελίξεις και τα πολιτικά παιχνίδια στην Ελλάδα αποτελούν γι’ αυτούς μάλλον ψιλά γράμματα και η βαθύτερη περιφρόνηση για τους μικρούς, υπανάπτυκτους και διεφθαρμένους συμμάχους τους στην άκρη των Βαλκανίων ξεχειλίζει και πάλι από τη χαρακτηριστική αλαζονεία της ανερχόμενης κυρίαρχης δύναμης μέσα στην κλυδωνιζόμενη Ευρώπη.

Οι ηγέτες αυτοί, ωστόσο, αποδείχθηκαν τραγικά ανίκανοι να χαράξουν ακόμη και μια μετριοπαθή μεσοπρόθεσμη ευρωπαϊκή πολιτική που να βλέπει πέρα από τα στενά και άμεσα συμφέροντά τους, πέρα από το νεοφιλελεύθερο, σκληρό μονεταριστικό δόγμα. Αποδεικνύονται διαρκώς ανίκανοι να διακρίνουν τις πραγματικές αιτίες της χιονοστιβάδας της οικονομικής κρίσης και να ακούσουν την υπόκωφη βοή από το βρασμό της κοινωνικής αγανάκτησης. Το να ρίχνουν το ανάθεμα για την οικονομική κρίση και για τα φορολογικά βάρη του γερμανού φορολογούμενου στην «τεμπελιά και στην ανικανότητα των ελλήνων να ολοκληρώσουν τις απαραίτητες “μεταρρυθμίσεις”» αποτελεί προς το παρόν ένα πολύ βολικό και εύπεπτο επιχείρημα για μαζική εσωτερική κατανάλωση. Η ολοκληρωτική αδυναμία τους όμως να αναγνώσουν τη πραγματικότητα της κρίσης και, πολύ περισσότερο, να αναπροσαρμόσουν την πολιτική τους αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της γενικευμένης αγκύλωσης και παρακμής του καπιταλισμού. 

Οι πειθήνιοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών που συνέρρευσαν στην Αθήνα με την έναρξη της ελληνικής προεδρίας δεν δίστασαν καθόλου να υιοθετήσουν τη στάση των μεγάλων αφεντικών τους και να «αδειάσουν» κανονικά τον έλληνα πρωθυπουργό από τη πρώτη στιγμή της ανάληψης της προεδρίας, χτυπώντας τον ταυτόχρονα συγκαταβατικά στη πλάτη.            

Η κυβέρνηση Σαμαρά, βλέποντας να πλησιάζει απειλητικά το πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο, συσπειρώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τον σκληρό ακροδεξιό της πυρήνα. Όμως η επίδειξη πυγμής και αποφασιστικότητας από τους ακροδεξιούς υπουργούς δεν φέρνει πλέον επικοινωνιακά αποτελέσματα, όπως σε κάποιο βαθμό συνέβαινε τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησης. Αντίθετα, η διαρκής επίδειξη κυνισμού και νεοφιλελεύθερου κανιβαλισμού προκαλεί τώρα μόνο την οργή και την περιφρόνηση στα λαϊκά στρώματα. Ο περίφημος «κοινωνικός αυτοματισμός», που εδώ και πολλά χρόνια πυροδοτούνταν συστηματικά από τα κυβερνητικά επιτελεία και τα ΜΜΕ ενάντια στις κινητοποιήσεις μεμονωμένων κοινωνικών ομάδων και στις απεργίες μεμονωμένων κλάδων εργαζομένων, έχει χάσει οριστικά τη λειτουργικότητά του. Η διεκδίκηση των στοιχειωδών για την επιβίωση, οι μαχητικοί αμυντικοί αγώνες, όπου αυτοί  εμφανίζονται, ακόμη και από μεμονωμένους κλάδους εργαζομένων, συναντούν όλο και περισσότερο την συμπάθεια και συμπαράσταση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.  

Οι εσωτερικές κυβερνητικές τριβές εντείνονται και οι τόνοι της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης με την αξιωματική αντιπολίτευση οξύνονται. Όμως οι εξελίξεις και οι διαμάχες της κεντρικής πολιτικής σκηνής μοιάζουν να διαδραματίζονται πολύ μακριά από την εφιαλτική πραγματικότητα της καθημερινής ανασφάλειας και αγωνίας στην οποία ζει η κοινωνική βάση.

Η απαξίωση της κυβέρνησης και των κοινοβουλευτικών θεσμών, η εναλλαγή της ανόδου και της υποχώρησης των κοινωνικών αντιστάσεων, η άνοδος και η σταθερή εκλογική απήχηση της ναζιστικής ακροδεξιάς, η σκλήρυνση των κατασταλτικών μηχανισμών, αποτελούν φαινόμενα που εξελίσσονται με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοεξαρτόνται.

Ακροβασία πάνω από το βούρκο

Αντιμέτωπη με το επερχόμενο πολιτικό αδιέξοδο, η κυβέρνηση Σαμαρά καταφεύγει σε μια ακραία επίδειξη δύναμης και αποφασιστικότητας που προσπαθεί να πείσει την εξουθενωμένη κοινωνική βάση και τους «Ευρωπαίους εταίρους» ότι διαθέτει ένα ικανό πολιτικό και ηθικό ανάστημα που της επιτρέπει να κάνει την απαραίτητη «κάθαρση» και να βάλει τις βάσεις για μια νέα, μελλοντική «υγιή οικονομική ανάπτυξη». Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Σαμαρά προσπαθεί κατά κάποιο τρόπο να υπενθυμίσει στην ελληνική αστική τάξη ότι αυτή αποτελεί πλέον την τελευταία δυνατή κοινοβουλευτική επιλογή που εγγυάται τη σταθερότητα του κοινωνικού καθεστώτος, και γι’ αυτό απαιτείται να πληρωθεί ένα ελάχιστο τίμημα. Για το σκοπό αυτό επιστρατεύθηκε η «αδέκαστη δικαστική εξουσία», σαν τελευταίο οχυρό του κοινωνικού κύρους του κρατικού μηχανισμού:

α) Με την επιβολή της φυλάκισης της ναζιστικής ηγεσίας και των διοικητικών μέτρων στο ναζιστικό κόμμα το φθινόπωρο, αφενός έστειλε ένα μήνυμα προς τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα εν όψει της ανάληψης της προεδρίας, αφετέρου προσπάθησε να προλάβει την ανάπτυξη ενός μαχητικού αντιφασιστικού μετώπου των εργαζομένων, που άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Έπρεπε να αποδείξει ότι είναι ικανή να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί την κατάσταση της αχαλίνωτης φασιστικής επέλασης και τη φασιστική διάβρωση των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών, αλλά και την ανάπτυξη ενός ανεξέλεγκτου, από αστούς και ρεφορμιστές, αντιφασιστικού μετώπου. Όμως τα πρώτα κατασταλτικά μέτρα αποδείχθηκε ότι έχουν πολύ μικρή επίδραση στην εκλογική απήχηση της ΧΑ. Η προσχώρηση μιας σημαντικής μερίδας των εξαθλιωμένων ή απειλουμένων με εξαθλίωση μικροαστών στο φασισμό δεν είναι ένα εύκολα αντιστρεπτό φαινόμενο. Η φασιστική διάβρωση των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών είναι μια μακρόχρονη και βαθιά ριζωμένη διαδικασία που δεν πρόκειται να ανακοπεί με τον αποκεφαλισμό της φασιστικής ηγεσίας. Μέσα στο κλίμα της απαξίωσης των κοινοβουλευτικών θεσμών (αλλά και την κοντόφθαλμη πολιτική της υπεράσπισης αυτών των απαξιωμένων θεσμών κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ), ο κίνδυνος «ηρωοποίησης» της φασιστικής ηγεσίας είναι περισσότερο από ορατός και εγκυμονεί μιαν εφιαλτική μελλοντική αλτερνατίβα.

β) Με την εκ νέου ανάσυρση του «σκανδάλου των υποβρυχίων» στην επιφάνεια, η κυβέρνηση προσπαθεί να αποδώσει τις ευθύνες για τις αμαρτωλές συμβάσεις των τερατωδών εξοπλιστικών προγραμμάτων σε μεμονωμένους παροπλισμένους πολιτικούς, και κυρίως σε ανωτέρα στελέχη των προηγουμένων κυβερνήσεων. Όμως οι συμβάσεις αυτές υπηρετήθηκαν από τις διαδοχικές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ και από πολιτικούς που εξακολουθούν να βρίσκονται και σήμερα στην κυβέρνηση. Καθώς η δικαστική έρευνα αναγκαστικά αυτονομείται σε κάποιο βαθμό προκειμένου να στοιχειοθετήσει τα κατηγορητήρια (και καθώς τα στόματα κάποιων διωκομένων μισανοίγουν), είναι πολύ πιθανό να εμπλέξει και εν ενεργεία κορυφαίους πολιτικούς και κυβερνητικά στελέχη, εγκυμονώντας πρόσθετους κινδύνους αποσταθεροποίησης.  

γ) Με την ανάδειξη του «σκανδάλου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου», η κυβέρνηση στράφηκε ενάντια και σε ορισμένους μεγάλους επιχειρηματίες που τσέπωσαν ανέξοδα και με εξαιρετικά χονδροειδή τρόπο το δημόσιο χρήμα. Όμως η πρακτική του χαριστικού δανεισμού προς τους μεγαλοϊδιοκτήτες και τους μεγάλους επιχειρηματίες, έστω και με τήρηση κάποιων περισσότερο (από ό,τι στην περίπτωση του ΤΤ) νομότυπων προσχημάτων, δεν αποτελούσε και δεν αποτελεί αποκλειστικότητα του ΤΤ (που άλλωστε μετατράπηκε σε επενδυτική τράπεζα από την προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ), αλλά τον πάγιο κανόνα για το κρατικοδίαιτο τραπεζικό σύστημα από συστάσεώς του. Η κυβέρνηση Σαμαρά κινδυνεύει να βρεθεί έτσι αντιμέτωπη με ένα ισχυρό τμήμα της αστικής τάξης που ελέγχει αποφασιστικούς τομείς και ΜΜΕ.

Η οσμή που αναδύεται από τις διαδοχικές αποκαλύψεις γίνεται φανερό ότι βγαίνει από βαθύτερα, μέσα από την σήψη και τη παρακμή της ίδιας της αστικής τάξης, και όχι απλώς από την επιφάνεια του «σάπιου πολιτικού συστήματος», όπως προσπαθεί να μας πείσει η ακροδεξιά δημαγωγία όλων των αποχρώσεων. Η κυβέρνηση, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, είναι αναγκασμένη να ακροβατεί επικίνδυνα πάνω από τον αστικό βούρκο της σήψης και της παρακμής.

Το εργατικό κίνημα και η προοπτική της αριστερής κυβέρνησης

Η ματαίωση της απεργίας των επιστρατευμένων εκπαιδευτικών τον περασμένο Μάιο, που έγινε με την αποκλειστική ευθύνη των συνδικαλιστών του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ, αποτέλεσε ένα σημείο καμπής στην πορεία της ανάπτυξης των εργατικών αντιστάσεων. Πριν από την απόφαση της περίφημης συνέλευσης των προέδρων των ΕΛΜΕ του Μαΐου, το ενδεχόμενο μιας κρίσιμης και αποφασιστικής απεργιακής σύγκρουσης είχε προκαλέσει ένα κύμα ενθουσιασμού στη βάση του συνδικαλιστικού κινήματος. Ήταν πολύ πιθανό ότι μια δυναμική κλαδική απεργία το Μάιο, που θα έσπαγε το μέτρο της επιστράτευσης και θα απειλούσε τη διεξαγωγή των πανελλαδικών εξετάσεων, να αποτελούσε το έναυσμα για ένα τσουνάμι μαχητικών αγώνων που θα απλώνονταν σε όλο το εργατικό κίνημα. Η ματαίωση της απεργίας αποκάλυψε για μια φορά ακόμη τον πραγματικό ρόλο των ηγεσιών της «επίσημης» ρεφορμιστικής αριστεράς του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Καθώς δεν είχε αναδειχθεί μια αξιόπιστη ριζοσπαστική αριστερή πολιτική πρόταση και μια νέα συνδικαλιστική ηγεσία, η υποχώρηση έσπειρε μια νέα απογοήτευση στους εργαζόμενους για τις δυνατότητες του συνδικαλιστικού κινήματος. Μια απογοήτευση που ήλθε να προστεθεί σωρευτικά στο γενικότερο κλίμα της παθητικότητας που κυριάρχησε μετά τις βουλευτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου του 2012.

Η ανάδυση του ΣΥΡΙΖΑ σε «αξιωματική αντιπολίτευση», με σοβαρές πιθανότητες να σχηματίσει την επόμενη κυβέρνηση, αποτέλεσε αυτό το χρονικό διάστημα τον σημαντικότερο παραλυτικό παράγοντα για την κοινωνική αυτενέργεια και αυτοοργάνωση του μεγαλύτερου τμήματος των λαϊκών στρωμάτων, που στη πλειοψηφία τους πέρασαν σε μια στάση παθητικής αναμονής. Πρόκειται για το μεγάλο τμήμα των εργατικών, λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων που παραδοσιακά αυτοπροσδιορίζονταν με έναν γενικό τρόπο στην αριστερά ή στην κεντροαριστερά και είχαν μετακινηθεί ενστικτωδώς ακόμη αριστερότερα κατά την πρώτη περίοδο της κρίσης. Ήταν αυτό το τμήμα που πλαισίωσε μαζικά τις πλατείες, τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και τα πρωτοεμφανιζόμενα κινήματα της κοινωνικής αντίστασης. Μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου του 2012 ένα μεγάλο τμήμα αυτών των στρωμάτων εναπέθεσε τις ελπίδες του αποκλειστικά (αλλά και διστακτικά) στη «ρεαλιστική», ανώδυνη, κοινοβουλευτική προοπτική και πέρασε σε μια παθητική στάση αναμονής αυτής της μελλοντικής αριστερής κυβέρνησης.

Όμως οι αλλεπάλληλοι συμβιβασμοί και οι πολιτικές παλινωδίες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, που κορυφώθηκαν κυρίως μετά από το συνέδριο της περασμένης άνοιξης, έπληξαν την εικόνα του και επηρέασαν αρνητικά την εκλογική δυναμική του και την αξιοπιστία του στα μάτια των διστακτικών ψηφοφόρων. Από την άλλη πλευρά, επιβεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά ότι οι συμβιβασμοί και το «στρογγύλεμα» των θέσεων προκειμένου να κερδηθεί ο χώρος των «μετριοπαθών νοικοκυραίων» φέρνουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Η νέα σχετική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ που σημειώνεται το τελευταίο διάστημα θα πρέπει να αποδοθεί περισσότερο στη φθορά και την αναξιοπιστία της κυβέρνησης και πολύ λιγότερο στην αναβάθμιση της εικόνας και της αξιοπιστίας του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι δεδομένο ότι η προοπτική της αριστερής κυβέρνησης προκαλεί έτσι και αλλιώς τα συντηρητικά ανακλαστικά ενός άλλου σημαντικού τμήματος των λαϊκών στρωμάτων, που βρίσκεται παραδοσιακά κάτω από την ισχυρή επιρροή της κυρίαρχης εθνικιστικής, ρατσιστικής αλλά και, έμμεσα ή άμεσα, αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Μεγάλο μέρος αυτού του τμήματος των λαϊκών στρωμάτων στράφηκε και εξακολουθεί να στρέφεται προς την ναζιστική ΧΑ, που αξιοποιεί σε κάθε ευκαιρία τις εμφανίσεις της από το βήμα του κοινοβουλίου και των ΜΜΕ για να καταγγείλει τους «προδότες πολιτικούς», το «σάπιο πολιτικό σύστημα», την Ε.Ε. και το ευρώ «για την υποδούλωση της χώρας»,  βρίσκοντας έτσι άμεση απήχηση στην συσσωρευμένη, βουβή οργή αυτών των ανθρώπων. Άλλωστε, η ΧΑ αμέσως μετά την πρώτη εκλογική της επιτυχία ανέπτυξε μια σειρά από «κινηματικές» δράσεις και συγκρότησε οργανωτικά τη βάση της σε όλη την επικράτεια (γραφεία, παρελάσεις, συσσίτια, αιμοδοσίες κλπ.), κάνοντας τουλάχιστον αισθητή την άμεση φυσική παρουσία της σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, στις γειτονιές και στα χωριά, την ίδια στιγμή που το κίνημα των κοινωνικών αντιστάσεων έβγαινε από το προσκήνιο. Λίγο πολύ όλοι στο «χώρο της αριστεράς» διαισθάνονται ότι οι διώξεις της ηγεσίας και τα διοικητικά μέτρα του «δημοκρατικού τόξου» μπορεί να αποτελέσουν για τη ΧΑ μιαν αγωνιστική «αντισυστημική» παρακαταθήκη και να την καταστήσουν θανάσιμα επικίνδυνη μετά από μια πιθανή απογοήτευση των λαϊκών στρωμάτων από μια μελλοντική «κυβέρνηση της αριστεράς».

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην κοινοβουλευτική του παρουσία, δίνοντας τις «μάχες» του μέσα στο κοινοβούλιο, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ραγδαία φθορά και την απαξίωση των ίδιων των κοινοβουλευτικών θεσμών. Πιστεύει ότι μια αυριανή «αριστερή κυβέρνηση» θα στηριχθεί από ένα μαζικό λαϊκό κίνημα που θα αναπτυχθεί με κάποιον αυτόματο, μαγικό τρόπο, χωρίς ο ίδιος να αναγκασθεί να κάψει τα δάχτυλά του στο καμίνι της καθημερινής πάλης. Ασχολείται πυρετωδώς με το να συγκροτήσει «πλατιές» εκλογικές παρατάξεις για τις αυτοδιοικητικές εκλογές σε συνεργασία με «προσωπικότητες» και τοπικούς παράγοντες, χωρίς να αντιλαμβάνεται τη δραματική αποδυνάμωση των αυτοδιοικητικών θεσμών, αλλά και τη βαθειά περιφρόνηση που διαπερνάει τώρα πια την κοινωνική πλειοψηφία για τους κάθε είδους επαγγελματίες αστούς και ρεφορμιστές πολιτικάντηδες.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στις ευρωπαϊκές εκλογές προβάλλει με υπερηφάνεια την υποψηφιότητα του Τσίπρα για την ευρωπαϊκή προεδρία, ξεχνώντας τη πραγματική φύση και τον ταξικό ρόλο των ευρωπαϊκών θεσμών σαν οργάνων θωράκισης ταξικών συμφερόντων. Ακόμη χειρότερα, προσπαθεί να καλλιεργήσει την αυταπάτη ότι αυτά τα όργανα μπορούν να μετασχηματισθούν σε όργανα «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» των κρατών, ξεχνώντας τη πραγματική φύση και τον ταξικό ρόλο αυτών των ίδιων των εθνικών κρατικών σχηματισμών.

Το άνοιγμα μιας νέας περιόδου

Το Σεπτέμβριο, το άνοιγμα της νέας περιόδου για το εργατικό κίνημα σημαδεύτηκε από το ελπιδοφόρο ξεκίνημα της απεργίας των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας και από την γρήγορη και άδοξη κατάληξη του. Με τη μεγάλη συμμετοχή στις γενικές συνελεύσεις και την αρχική απόφαση που πάρθηκε και πάλι με συντριπτικές πλειοψηφίες για πενθήμερες επαναλαμβανόμενες έμοιαζε σε πολλούς ότι επιτέλους ξεκινούσε μια μαχητική απεργία διαρκείας. Μια απεργία στο μεγαλύτερο και ίσως τον καλύτερα οργανωμένο κλάδο εργαζομένων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Καθώς ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων (διοικητικοί πανεπιστημίων, ΟΤΑ, υγειονομικοί, υπάλληλοι ασφαλιστικών ταμείων, ΕΒΟ κλπ.) βρίσκονταν ήδη σε κινητοποιήσεις και αναβρασμό, δημιουργήθηκε προς στιγμήν η ελπίδα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση κατά την οποία η κοινωνική οργή θα εύρισκε επιτέλους την έκφρασή της μέσα στους μαχητικούς απεργιακούς αγώνες. Όμως το αντίπαλο στρατόπεδο ήταν αυτή τη φορά καλά προετοιμασμένο. Οι γραφειοκρατικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, συνεπικουρούμενες στη πράξη για άλλη μια φορά από την ηγεσία του ΠΑΜΕ, ήρθαν για να δώσουν το χτύπημα που εκτόνωσε τη δυναμική της κινητοποίησης και δεν επέτρεψαν στο απεργιακό κύμα να πάρει τις διαστάσεις που όλοι περίμεναν με ελπίδα ή με αγωνία. Προκήρυξαν και πάλι τις άσφαιρες, τελετουργικές 48ωρες απεργίες και στάσεις εργασίας προκειμένου να εκτονώσουν τη δυναμική, να αποδείξουν και να πείσουν ότι ο κόσμος της εργασίας δεν είναι έτοιμος για μεγάλους αγώνες και ανατροπές κλπ. Ο «κάμπος» και αυτή τη φορά «δεν πήρε φωτιά», ενώ η κοινωνική ένταση εξακολουθούσε με αμείωτο ρυθμό να συσσωρεύεται στην κοινωνική βάση.

Ακριβώς την ώρα που το απεργιακό κύμα του Σεπτεμβρίου ταλαντεύονταν και τελικά υποχωρούσε, η δράση των αποθρασυμένων συμμοριών της Χ.Α. κλιμακωνόταν στους δρόμους. Στις 12 Σεπτέμβρη έγινε η δολοφονική επίθεση στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο Πέραμα και στις 18 Σεπτέμβρη η δολοφονία του αντιφασίστα αγωνιστή Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα επέδρασε καταλυτικά στις πολιτικές εξελίξεις.

Τις πρώτες ημέρες μετά τη δολοφονία του το αντιφασιστικό μέτωπο γινόταν για πρώτη φορά πραγματικότητα στους δρόμους, καθώς διεγέρθηκαν τα αμυντικά ανακλαστικά της εργατικής βάσης της αριστεράς. Πολλές αντιφασιστικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν, για πρώτη φορά με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων και των οργανώσεων της αριστεράς, κάτω από τη πίεση της εργατικής βάσης ή ακόμη και παρακάμπτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις και σε σημαντικό βαθμό την κομματική ηγεσία του ΚΚΕ.

Η κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα με τις θεαματικές συλλήψεις της ηγεσίας της ΧΑ προκειμένου να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι συλλήψεις αφενός έδρασαν εκτονωτικά στο αίσθημα της λαϊκής αγανάκτησης από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και αφετέρου έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση για μια νέα επίδειξη δύναμης και αποφασιστικότητας, ακριβώς τη στιγμή που τα μνημονιακά μέτρα γνώριζαν μια νέα κορύφωση (διαθεσιμότητες στο δημόσιο, φορολογική καταιγίδα, νέες περιστολές δαπανών σε υγεία, παιδεία κλπ.).

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Σαμαρά, με το πρόσχημα της πάταξης του φασισμού, προετοίμασε το νομικό και αστυνομικό οπλοστάσιό της για να αντιμετωπίσει το επόμενο κύμα μαζικής εργατικής αντίστασης. Με το πρόσχημα του χτυπήματος των «δύο άκρων», χτυπά αδίστακτα και με πρωτοφανή για τη μεταπολιτευτική κοινοβουλευτική ιστορία αυταρχισμό κάθε κίνηση του μαζικού κινήματος που μπορεί να πάρει επικίνδυνες γι’ αυτήν διαστάσεις: καταλήψεις αυτοδιαχειριζόμενων χώρων, μαζικές  κινητοποιήσεις κατοίκων στις Σκουριές, απεργιακές κινητοποιήσεις μεμονωμένων κλάδων, μαθητικές καταλήψεις, κινητοποιήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενάντια στη ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ. Δηλαδή κάθε κινητοποίηση που ξεφεύγει από την χειραγώγηση των ρεφορμιστών και των γραφειοκρατών.

Το αντιφασιστικό κίνημα, με τις μαζικές κινητοποιήσεις και τις αντιφασιστικές συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, επιβεβαιώνει την άποψή μας ότι μπορεί να αποτελέσει τη συνδετική πρώτη ύλη για μια νέα αναγέννηση του κινήματος των κοινωνικών αντιστάσεων, και αυτή τη φορά με σημαντικά ανώτερη πολιτική συνείδηση και εμπειρία. Το αντιφασιστικό κίνημα όχι μόνο δεν μπορεί να απομονωθεί από το υπόλοιπο κίνημα της μαζικής αντίστασης στην κυρίαρχη πολιτική, αλλά αποτελεί ένα αναπόσπαστο και ουσιαστικό στοιχείο του.

Το βάθος και η ένταση της κρίσης και η ακαμψία της κυβερνητικής πολιτικής στο μονόδρομο του μνημονίου δημιουργούν τέτοιες κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις που μετατρέπουν αυτόματα κάθε κινητοποίηση για επιμέρους ζητήματα σε σύγκρουση με τη κεντρική κυβερνητική πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ημερήσια διάταξη μπαίνουν τώρα ζητήματα και συζητήσεις από πολύ καιρό ξεχασμένες από την αριστερά: βοναπαρτισμός, φασισμός, κυβέρνηση της αριστεράς, εργατική εξουσία.

Το εργατικό κίνημα, προκειμένου να αναπτύξει μια αποτελεσματική αντίσταση, θα πρέπει να ακολουθήσει το δικό του μονόδρομο. Η άδοξη κατάληξη της απεργίας των εκπαιδευτικών, η εκτονωτική τακτική των ρεφορμιστικών και γραφειοκρατικών ηγεσιών, δείχνουν ότι η παράκαμψή τους, με την ανάπτυξη των εναλλακτικών δομών των γενικών συνελεύσεων και των απεργιακών επιτροπών, είναι εντελώς αναγκαία για την διεξαγωγή μιας αποτελεσματικής απεργιακής κινητοποίησης. Παράλληλα, γίνεται ολοένα και πιο απαραίτητη η αναζωογόνηση των δομών των λαϊκών συνελεύσεων στις γειτονιές και των δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης, αυτή τη φορά με την ανάπτυξη ανώτερων μορφών, όπως δευτεροβάθμιων οργάνων που θα επιτρέπουν κεντρικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Στη κατεύθυνση αυτή, το αμέσως επόμενο διάστημα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλείται να παίξει έναν καταλυτικό ρόλο και να μην εγκλωβιστεί σε μια κοντόφθαλμη λογική και σε πολιτικάντικες μανούβρες με κριτήριο κάποια εκλογικά κέρδη. Στην κατεύθυνση αυτή θα πρέπει βασικά να προσανατολίσει την προεκλογική τακτική της, βάζοντας στο κέντρο της καμπάνιας της την προπαγάνδιση της ανάγκης για λαϊκή αυτοοργάνωση, εργατική αντιφασιστική ενότητα και προετοιμασία για τις κρίσιμες ημέρες που θα έλθουν μετά τις εκλογές.