Θέσεις για το «Μακεδονικό»

  • Εκτύπωση

 1. Το «Μακεδονικό» αναγνωρίζεται ως ένα από τα « μεγάλα εθνικά θέματα». Μιλώντας για εθνικό θέμα ο κυρίαρχος λόγος δεν εννοεί μόνο ότι είναι ένα ζήτημα που αφορά το ελληνικό έθνος και τις σχέσεις του με άλλα έθνη, αλλά –κυρίως – ότι οφείλουμε να το αντιμετωπίζουμε εθνικά, δηλαδή από τη σκοπιά των συμφερόντων του ελληνικού έθνους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το έθνος τίθεται και επιβάλλεται ως ο μοναδικός, και μάλιστα αυτονόητος, ορίζοντας μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν οι πολιτικές θέσεις και αντιπαραθέσεις. Κάνοντας τους λογαριασμούς μας με το έθνος και την πολιτική της εθνικής ενότητας, αναγνωρίζουμε πως δεν πρόκειται μόνο για διαστάσεις που επιδρούν στην ταξική πάλη και που οφείλουμε γι’ αυτό να τις λάβουμε υπόψη μας αλλά, ταυτόχρονα, και για εμπόδια στην ανάπτυξή της. Από τη σκοπιά μιας επαναστατικής μαρξιστικής στρατηγικής εκείνο που οφείλει σε κάθε περίπτωση και προς κάθε κατεύθυνση να ξεκαθαριστεί είναι η ανταγωνιστική προτεραιότητα των ταξικών συμφερόντων επί των εθνικών. Η πολιτική μας επιδιώκει την ταξική ενότητα, την ενότητα των καταπιεσμένων πέρα από έθνη, θρησκείες και σύνορα. Ο εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα και είναι ταξικός.

Μια αληθινά επαναστατική πολιτική οφείλει να αμφισβητεί την ίδια πολιτική οργανωτική αρχή του έθνους, εκείνη δηλαδή τη συγκολλητική ουσία που «τσιμεντάρει» το κοινωνικό σώμα στρατεύοντάς το στις επιδιώξεις του κράτους και του κεφαλαίου του. Για ‘μας, η πολιτική ισχύς της εθνικής ενότητας δεν εξαντλείται σε και δεν κατευθύνεται μονόδρομα από-πάνω-προς-τα-κάτω. Κατά καιρούς κάνει την εμφάνισή της τόσο στα υψηλά κλιμάκια του κράτους, όσο και στους δρόμους, ενοποιώντας «κράτος» και «κοινωνία». Η επαναστατική κριτική οφείλει να διαρρηγνύει αυτή την ενότητα αναδεικνύοντας ότι εντός του έθνους υπάρχουν δύο –τουλάχιστον – έθνη. Εκείνο των καταπιεστών και εκείνο των καταπιεσμένων. Η επαναστατική στάση καθορίζεται απ’ το ότι κανείς συντάσσεται με το δεύτερο και όχι με το πρώτο. 

2. Από μια ταξική σκοπιά τα εθνικά ζητήματα οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως εξόχως πολιτικά ζητήματα. Αυτό σημαίνει ότι συνιστούν προβλήματα που αφορούν σχέσεις εξουσίας, πολιτικές επιλογές και στρατηγικές. Σε αντιπαράθεση με την εθνική ρητορική που τα θέτει ως ζητήματα που είναι ήδη λυμένα στο απώτατο παρελθόν του Λεωνίδα, του Περικλή και του λεγόμενου Μεγαλέξανδρου, η επαναστατική μαρξιστική στάση τοποθετείται σταθερά πάνω στα επίκαιρα ζητήματα της πολιτικής ανισότητας και καταπίεσης επιδιώκοντας την άρση τους. Αφετηρία της είναι η εναντίωση στην εθνική καταπίεση πληθυσμών, λαών και μειονοτήτων και καμιά διεθνιστική πολιτική δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς την αναγνώριση του δικαιώματος των καταπιεσμένων να προσδιορίζουν οι ίδιοι την ταυτότητά τους. Είναι κτηνώδες και ταυτόχρονα γελοίο να επικαλείται κανείς ένα κάποιο εθνικό, θρησκευτικό, πολιτισμικό «αρχαίο δίκαιο» προκειμένου να σφάζει, να ξεσπιτώνει και να καταστέλλει. Η πρόσφατη, αλλά και η παλιότερη, ιστορία των Βαλκανίων είναι γεμάτη τέτοια παραδείγματα. 

3. Το «Μακεδονικό» είναι ένα επίκαιρο πολιτικό ζήτημα με πρωταγωνιστή τον ελληνικό ιμπεριαλισμό. Στην αντιπαράθεσή της με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ελλάδα είναι ο ισχυρός πόλος. Πρόκειται για μια καπιταλιστικά ανεπτυγμένη χώρα, μέλος των ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα μορφωμάτων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα είναι ο ισχυρότερος καπιταλισμός των Βαλκανίων και το ελληνικό κεφάλαιο ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Ως εκ τούτου, οι σχέσεις Ελλάδας - Μακεδονίας είναι εγγεγραμμένες στα πλαίσια του ελληνικού επεκτατισμού, της στρατηγικής δηλαδή που αποσκοπεί στην επέκταση και αναβάθμιση της θέσης του ελληνικού κεφαλαίου και κράτους στην βαλκανική του ενδοχώρα. Η ιμπεριαλιστική αυτή στρατηγική ξεδιπλώνεται τόσο στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος, όσο και  σ’ εκείνα –αν υποθέσουμε ότι είναι πράγματι ξεχωριστά- της οικονομίας και της πολιτικής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’90 τέθηκε σε συζήτηση ο –από κοινού με τη Σερβία– διαμελισμός της γειτονικής επικράτειας, καθώς και ότι κατόπιν ήταν η ελληνική πλευρά που αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό για το όνομα, ενώ το 1994 προχώρησε και στην επιβολή εμπάργκο, μέτρο που είναι ολοφάνερο ότι, όπου εφαρμόζεται, πλήττει ευθέως τον ίδιο τον πληθυσμό και μάλιστα τα πιο φτωχά και καταπιεσμένα τμήματά του. Παρά τη βοή που παράγει η εθνικιστική ρητορεία για την απειλή που συνιστά «ο αλυτρωτισμός των Σκοπιανών», ακόμα και η επιβίωση της γειτονικής χώρας εξαρτάται άμεσα από τη στάση της Ελλάδας.  

4. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο θα πρέπει να εννοηθεί και η μετατόπιση της γραμμής του ελληνικού κράτους στο ζήτημα της ονομασίας από το «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγά της» στη «σύνθετη ονομασία». Παρά τη, σε κάθε επίπεδο, συντριπτική υπεροπλία της Ελλάδας σε σχέση με τη Μακεδονία, το πολιτικό προσωπικό της ελληνικής αστικής τάξης οφείλει να συνυπολογίζει και ευρύτερους, διεθνείς συσχετισμούς δύναμης τους οποίους, εννοείται, δεν μπορεί να διαμορφώνει κατά βούληση. Έτσι, αφού εγκαταλείφθηκε η «στρατιωτική λύση» και προτιμήθηκε η λεγόμενη διπλωματική οδός, τροποποιήθηκε ανάλογα και το πεδίο της μεσολάβησης.   Σ’ αυτό το τεραίν, η«όλα ή τίποτα» γραμμή των αρχών της δεκαετίας του ‘90 αποδείχθηκε δυσλειτουργική για τα συμφέροντα του ελληνικού ιμπεριαλισμού, όπως συμβαίνει με κάθε οριακά ψυχωτική κατάσταση όπου κάποιος δε λαμβάνει υπόψη τίποτα εκτός απ’ τον εαυτό του. Η στροφή στη «σύνθετη ονομασία» συνιστά έναν εύλογο πολιτικό εξορθολογισμό που επιτρέπει στην Ελλάδα να βελτιώσει τη διεθνή της θέση σταθμίζοντας τη σημασία αναγνώρισης της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα από περίπου 120 χώρες μέλη του ΟΗΕ, μεταξύ των οποίων 3 μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η μετατόπιση αυτή δε συνιστά μείωση της ισχύος της Ελλάδας, αντίθετα, της δίνει τη δυνατότητα να την ασκήσει παραγωγικότερα. Είναι αυτή ακριβώς η ισχύς που της επέτρεψε να επιβάλλει τη θέλησή της να εμποδίσει την πρόσκληση της Δημοκρατία της Μακεδονίας στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι (2 Απριλίου 2008). Στα πλαίσια αυτού του αναπροσανατολισμού και εκπροσωπώντας τα συνολικά στρατηγικά συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου, οι πιο σοβινιστικές και φιλοπόλεμες μερίδες του πολιτικού φάσματος πέρασαν, χωρίς μ’ αυτό να χάσουν και την κοινωνική επιρροή τους, από την προμετωπίδα της κρατικής πολιτικής στην εφεδρεία. Στις σημερινές συνθήκες είναι ο «πραγματισμός» της οικονομικής κυριαρχίας που ηγεμονεύει επί του στρατιωτικού μεγαλοϊδεατισμού. Προς το παρόν…. 

5. Το «Μακεδονικό» αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του νέου ελληνικού εθνικισμού. Πρόκειται για ζήτημα που έπαιξε ρόλο καταλύτη στην κρυστάλλωση, σε επίπεδο συνείδησης και πολιτικών συμπεριφορών, της «ελληνικής ανωτερότητας» σε σχέση με τον «τριτοκοσμικό» βαλκανικό της περίγυρο. Η ανωτερότητα αυτή δεν ορίζεται μόνο σε σχέση με το εξωτερικό της ελληνικής επικράτειας αλλά και σε σχέση με το εσωτερικό της. Καθώς συνυφαίνεται και αλληλοενισχύεται με το ρατσισμό απέναντι στους μετανάστες/τριες και τους/τις πρόσφυγες εμπεδώνει και σταθεροποιεί την ιεραρχία των σχέσεων εξουσίας που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, στον πάτο της οποίας βρίσκονται όσοι και όσες δεν είναι Έλληνες. Η εξαθλίωση και η διαρκής καταστολή του πολυεθνικού προλεταριάτου στο εσωτερικού πηγαίνουν χέρι χέρι με την εθνική υπερηφάνεια. Εκτεταμένοι τομείς της εγχώριας οικονομίας, από τις κατασκευές, την αγροτική παραγωγή, τις οικιακές υπηρεσίες μέχρι και τη βιομηχανία του σεξ εξαρτώνται και λειτουργούν με βάση την υποτιμημένη εργασία και την εξαθλίωση του πολυεθνικού προλεταριάτου. Η ελληνική ανωτερότητα είναι κερδοφόρα για το ελληνικό κεφάλαιο και τους μικροαστούς και η πάλη ενάντια της καθώς και ενάντια σε κάθε εκδοχή ισχυρής Ελλάδας συνιστά απόλυτη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός πολυεθνικού ταξικού κινήματος. 

6. Το «Μακεδονικό» δεν εξαντλείται στις σχέσεις της Ελλάδας με τη Μακεδονία. Αφορά επίσης την καταπίεση της μειονότητας των Σλαβομακεδόνων εντός της ελληνικής επικράτειας. Το ελληνικό κράτος απαγορεύει σε πολίτες του την εθνικότητά τους, ισχυριζόμενο πως αυτή αποτελεί «ανύπαρκτο ζήτημα» ταξινομώντας τους συγκεκριμένους ανθρώπους ως απλώς «δίγλωσσους». Το ίδιο ισχύει και για τους Τούρκους της Θράκης που καταχωρούνται με βάση το θρήσκευμά τους και μόνο ως «μουσουλμάνοι». Το ελληνικό κράτος, παρά τις φλυαρίες περί «ισονομίας» και «ισοπολιτείας», αντιμετωπίζει τις μειονότητες ως «εσωτερικό εχθρό» διατηρώντας και εξασκώντας το μονοπώλιο να ορίζει το ίδιο τι είναι και τι δεν είναι οι υπήκοοί του. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς σιωπά. Ακόμα χειρότερα, το ΚΚΕ, καταδιωκώμενο καθώς φαίνεται ακόμα από το φάντασμα της «εθνικής μειοδοσίας» αρνήθηκε πρόσφατα την ύπαρξη Σλαβομακεδονικής μειονότητας ξαναζεσταίνοντας τη σταλινική σούπα του «επιστημονικού ορισμού» του έθνους. Όπως και για το ελληνικό κράτος, έτσι και για το ΚΚΕ, στα κριτήρια για το αν ένας πληθυσμός μπορεί να χαρακτηριστεί έθνος δεν συμπεριλαμβάνεται το από πολιτική άποψη καθοριστικό: η γνώμη των ίδιων των ανθρώπων. 

7. Η αριστερά στην Ελλάδα παραμένει, ως επί το πλείστον, στα πλαίσια της εθνικής ενότητας, του ταξικού δηλαδή συμβιβασμού. Το μαρτυρά η πεντακάθαρη συναίνεση που και το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός επέδειξαν στο ζήτημα του βέτο της ελληνικής κυβέρνησης στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Το γεγονός ότι καταριούνται το ΝΑΤΟ και πλειοδοτούν στη ρητορική της «ειρήνης» και της «φιλίας των λαών της περιοχής» δεν κρύβει τη συστράτευσή τους με τη βασική επιδίωξη του ελληνικού ιμπεριαλισμού: τη «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό». Η στάση αυτή σημαίνει ότι η αριστερά εκχωρεί στο ελληνικό κράτος το δικαίωμα να καθορίζει, εξασκώντας την ισχύ του, την ονομασία των γειτόνων του κατά το συμφέρον του. Αντί να αντιταχθεί καθαρά στην ίδια την ιμπεριαλιστική αξίωση του ελληνικού κράτους να «βαφτίσει» τους υποτελείς του και να θέσει στο προσκήνιο την ταξική αλληλεγγύη με το προλεταριάτο και τους καταπιεσμένους της γειτονικής χώρας ενάντια στην αχαλίνωτη εκμετάλλευση των αφεντικών- εκ των οποίων πάρα πολλά και πολύ μεγάλα είναι Έλληνες-, η αριστερά αποδέχεται την ατζέντα της κυβέρνησης κάνοντας τη δική της εθνική πολιτική. Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα για ένα μεγάλο κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που είτε έχει την ίδια ακριβώς άποψη, είτε δεν της αντιτάσσεται καθαρά φλυαρώντας για το «κύριο» ζήτημα που είναι ο «αντιιμπεριαλισμός». Οι δυνάμεις αυτές, οι οποίες μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό δεν τον κατανοούν ποτέ ως ένα ιεραρχημένο πλέγμα σχέσεων ισχύος (στρατιωτικής, οικονομικής, πολιτικής) αλλά το ταυτίζουν απλά - και απλοϊκά - με τις πιο ισχυρές χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, κλπ), αντιλαμβάνονται τον ιμπεριαλισμό ως κάτι που βρίσκεται έξω απ’ την Ελλάδα. Έτσι, αφήνουν τον ελληνικό ιμπεριαλισμό στο απυρόβλητο.           

8. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να απαντήσουμε και σε μια αρκετά διαδεδομένη -στην άκρα αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο- «αφηρημένα διεθνιστική» πολιτική στάση που βλέπει στη μετωπική αντιπαράθεση με τον εγχώριο εθνικισμό, μια, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή, υποστήριξη του αντίπαλου εθνικισμού ο οποίος, σύμφωνα μ’ αυτό τον συλλογισμό, «δεν είναι καλύτερος απ’ τον δικό μας». Είναι φανερό ότι και στο έθνος κράτος της Μακεδονίας κυριαρχεί ο εθνικισμός και είναι επίσης αλήθεια ότι ο εθνικισμός αυτός είναι εχθρικός στην ταξική αλληλεγγύη. Η στάση αυτή, αντιμετωπίζει αφηρημένα το ζήτημα του εθνικισμού ως ζήτημα «κακών ιδεών» και προσπαθεί να το ξεπεράσει αντιπαραθέτοντας σ’ αυτές, εξίσου αφηρημένα, τις «καλές ιδέες» του διεθνισμού. Έτσι όμως χάνει απ’ τα μάτια της το πιο σημαντικό, χωρίς το οποίο ο διεθνισμός δεν έχει κανένα νόημα: την πολιτική πραγματικότητα της ανισότητας που καθιστά τον ελληνικό εθνικισμό κυρίαρχο, και τον μακεδονικό υποτελή. Οι, πράγματι, «κακές ιδέες» του εθνικισμού μπορούν να ηττηθούν μόνο όταν αρθεί η ανισότητα που τις τρέφει, όταν δηλαδή αναγνωριστεί και στους Μακεδόνες –μέσα και έξω απ’ την Ελλάδα, εκείνο που αναγνωρίζεται ήδη στους Έλληνες. Το δημοκρατικό δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται. Η διεθνιστική υποστήριξη αυτού  του δικαιώματος από το εργατικό κίνημα μέσα στο ισχυρό έθνος, αμφισβητεί έμπρακτα την εθνικιστική πολιτική και των δύο πλευρών δείχνοντας στην πράξη ότι τα εχθρικά έθνη δεν είναι συμπαγή, ανοίγοντας το δρόμο για την αντικατάσταση της εθνικής εχθρότητας με την ταξική αλληλεγγύη.                

9. Ο ορίζοντας του κομμουνισμού, σε αντίθεση με οποιαδήποτε μορφή εθνικισμού, είναι παγκόσμιος. Κανένας εθνικισμός και κανένα έθνος δε φαντάζεται τον εαυτό του να ταυτίζεται με  την ανθρωπότητα, κανένας εθνικισμός και κανένα έθνος δε μπορεί καν να φανταστεί έναν κόσμο χωρίς εθνικό μίσος, εθνική υπερηφάνεια –που είναι απλώς η άλλη όψη του– σύνορα και πολέμους. Οι επαναστάτες μαρξιστές και οι επαναστάτριες μαρξίστριες αγωνιζόμενοι/ες ενάντια στην εθνική καταπίεση και τους αποκλεισμούς αγωνίζονται ταυτόχρονα για το ξεπέρασμα της μορφής έθνος και την κατάργηση των εθνικών κρατών. Στην περιοχή των Βαλκανίων, όπου η χάραξη και η επαναχάραξη συνόρων σημαίνει πάντοτε ανελέητες σφαγές, η μόνη λύση για μια έξοδο από τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο της βαρβαρότητας συνεχίζει να είναι η Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία. Ο αγώνας για την επίτευξή της είναι ο αγώνας για την κατίσχυση της ταξικής αλληλεγγύης πάνω στα εθνικά μίση, για την επικράτηση της ενότητας των καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές τους.   

Στη βάση αυτών των αρχών υποστηρίζουμε:

  • Την πλήρη και άμεση αναγνώριση της Δημοκρατίας τα Μακεδονίας ενάντια στα παζάρια του ΝΑΤΟ και των «ειδικών διαμεσολαβητών».
  • Την απόσυρση όλων των ελληνικών ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων από τα Βαλκάνια.
  • Κάθε ταξική, αντιπολεμική, αντινατοική διεθνιστική φωνή και πρωτοβουλία στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Είμαστε μαζί τους, έχουμε τον ίδιο εχθρό. 
  • Το δικαίωμα εθνικού αυτοπροσδιορισμού των Σλαβομακεδόνων καθώς και όλων των μειονοτήτων που διαβιούν στην ελληνική επικράτεια. Υποστηρίζουμε το δικαίωμα επιστροφής των πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου και την πλήρη κατοχύρωση των δικαιωμάτων που αφορούν τη γλώσσα τους.
  • Την αποσύνδεση της ιδιότητας του πολίτη από την εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα. Όποιος και όποια είναι εδώ είναι από εδώ.
  • Αγωνιζόμαστε για  Σοσιαλιστικά Βαλκάνια χωρίς πολέμους και χωρίς αφεντικά. 

Κεντρική Επιτροπή ΟΚΔΕ-Σπάρτακος

20/5/2008