ΟΧΙ στην αντιαλβανική εθνικιστική υστερία

  • Εκτύπωση

Ο θάνατος του ένοπλου ακροδεξιού εθνικιστή Κωνσταντίνου Κατσίφα από πυρά της αλβανικής αστυνομίας έγινε αφορμή για να ξεχυθεί και πάλι το εθνικιστικό δηλητήριο από τα ΜΜΕ, τα αστικά κόμματα και τους διάφορους φασίστες ανά την Ελλάδα.

Τις δολοφονικές μεθόδους της αλβανικής και κάθε άλλης αστυνομίας τις γνωρίζουμε καλά από τα κατορθώματα και της «δικής μας» αστυνομίας εδώ. Υπό όποιες συνθήκες και αν έγινε, ο θάνατος του Κατσίφα δεν διαφέρει από τις εκτελέσεις των Αλβανών κακοποιών στα βουνά του Σουλίου και της Φλώρινας το 2013, τη δολοφονία του Ρουμάνου Ματέι στο κελί του το 1998 και πλείστες άλλες περιπτώσεις, τις οποίες τα ελληνικά ΜΜΕ χαιρέτισαν, για να μην μιλήσουμε καν για όσους θεωρήθηκαν κατά καιρούς τρομοκράτες από το ελληνικό κράτος και δολοφονήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Τη στιγμή που δεν τους ενοχλεί καθόλου το δικαίωμα της αστυνομίας να σκοτώνει κόσμο, η αγανάκτησή τους για την περίπτωση Κατσίφα είναι το λιγότερο υποκριτική. Εμείς από την πλευρά μας δεν αποδεχόμαστε αυτό το δικαίωμα.

Αυτό που αποκρύπτουν τελείως τα ΜΜΕ, ο τύπος, τα αστικά κόμματα και το ΥΠΕΞ, όμως, είναι ότι ο Κατσίφας έπεσε εν δράσει, στο πλαίσιο μιας ένοπλης επίθεσης που στην Ελλάδα θα χαρακτηριζόταν με όλα τα κριτήρια τρομοκρατική. Ο Κατσίφας ήταν γνωστός για τις φασιστικές και ακραίες εθνικιστικές του απόψεις, και δεν έμενε στις απόψεις. Την 28η Οκτωβρίου πήρε το καλάσνικοφ και επιτέθηκε σε Αλβανούς αστυνομικούς. Ας μην ξεχνάμε ότι, αν για πολλούς στην Ελλάδα ο πόλεμος του 1940 συμβολίζει την έναρξη της πάλης ενάντια στον φασισμό, για τον αλβανικό λαό συμβολίζει μια αλλαγή κατακτητή, αφού ο ελληνικός στρατός δεν περιορίστηκε να διώξει τα ιταλικά στρατεύματα από την επικράτεια, αλλά θεώρησε καλό να εισβάλει και να καταλάβει αλβανικό έδαφος, το οποίο εποφθαλμιούσε από την εποχή της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αποκρύπτεται ακόμα ότι ο Κατσίφας ήταν διαβόητος θαυμαστής του ΜΑΒΗ (Μετώπου Απελευθέρωσης της Βορείας Ηπείρου), της παραστρατιωτικής οργάνωσης που τη δεκαετία του 1980 και του 1990 έκανε σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων στο αλβανικό έδαφος. Το 1994, η ΜΑΒΗ εισέβαλε στην Αλβανία, στο χωριό Επισκοπή, δολοφόνησε 1 στρατιώτη και 1 αξιωματικό, τραυμάτισε άλλα 6 άτομα και έκλεψε όπλα από στρατόπεδο. Την ίδια εποχή, ο σμηναγός Βράκας παραβίασε με πτήση τον αλβανικό εναέριο χώρο και πέταξε 5000 πολεμοχαρείς φασιστικές προκηρύξεις. Όλες αυτές οι ενέργειες στόχευαν συνειδητά στο να προκαλέσουν πολεμική εμπλοκή μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, σε μια εποχή που τα Βαλκάνια ήδη φλέγονταν από βάρβαρους εθνικιστικούς πολέμους. Τα μέλη της ΜΑΒΗ τελικά καταδικάστηκαν λίγα χρόνια αργότερα σε ολιγόμηνες φυλακίσεις με αναστολή – όσο δηλαδή περίπου ρίχνει κατά κανόνα η ελληνική δικαιοσύνη σε έναν διαδηλωτή που συλλαμβάνεται σε μια κινητοποίηση.

Η τωρινή όξυνση των ελληνοαλβανικών σχέσεων με αφορμή την υπόθεση Κατσίφα θα αξιοποιηθεί για νέους εκβιασμούς από την πλευρά του ΥΠΕΞ εναντίον του πιο αδύναμου καπιταλιστικού κράτους της Αλβανίας, με το οποίο θέλει να μοιράσει την ΑΟΖ του Ιονίου. Ταυτόχρονα, απειλεί να ξυπνήσει ξανά το αντιαλβανικό μίσος, που οδήγησε στο πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη 2004 σε όλη τη χώρα, με τον τραυματισμό δεκάδων μεταναστών και τη δολοφονία του Γκράμος Παλούσι.

Ο εθνικιστικός εσμός και τα ΜΜΕ μιλούν σήμερα για τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Οι έλληνες της Αλβανίας, ωστόσο, είναι αναγνωρισμένοι ως εθνική μειονότητα από την εποχή του Χότζα, κι έτσι μπορούν να διδάσκονται στα σχολεία τους την ελληνική γλώσσα και να τηρούν τις εθνικές γιορτές. Αντίθετα, το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν αναγνωρίζει καν, αλλά σβήνει από την ιστορία του κάθε ίχνος από τους τσάμηδες, τους μακεδόνες και κάθε άλλη εθνική μειονότητα, ακόμα και την τουρκική, την οποία βαφτίζει «μουσουλμανική».

Έλληνες και Αλβανοί εργαζόμενοι, είτε στη μια είτε στην άλλη πλευρά των συνόρων, δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Έχουν κοινά συμφέροντα εναντίον των καπιταλιστών, των εθνικισμών, του φασισμού και των ένοπλων σωμάτων που δολοφονούν και στις δύο χώρες. Για να είναι ειλικρινής ωστόσο η καταδίκη του εθνικισμού «από όπου και αν προέρχεται», οφείλει κανείς να ξεκινήσει από την καταδίκη του «δικού του» εθνικισμού, στην περίπτωσή μας του ελληνικού, που είναι και ο ισχυρότερος στην περιοχή.