Σπάρτακος 76, Σεπτέμβρης 2004


- Το δημοσιευμένο κείμενο είναι συντομευμένο.

- Τα ντοκουμέντα όλου αυτού του αγώνα, με μια σύντομη χρονική παρουσίαση, υπάρχουν στο ιντερνέτ, στη διεύθυνση: http://users.forthnet.gr/ath/altinog/ot/ .


Οικονομικός Ταχυδρόμος:

Το χρονικό μιας νίκης

Για τη μάχη του Οικονομικού Ταχυδρόμου γράφει ο σύντροφός μας, και εκπρόσωπος των εργαζομένων στον ΟΤ, Τάσος Αναστασιάδης.

του Τάσου Αναστασιάδη

Περίεργο μοιάζει που μία από τις (λίγες) νίκες εργαζομένων το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα στη βάναυση βιομηχανία των μήντια, προήλθε από τους εργαζόμενους σε ένα έντυπο (Οικονομικό Ταχυδρόμο) που παραδοσιακά φιλοδοξούσε μάλλον να προπαγανδίζει το αντίστροφο, δηλαδή την αστική ασυδοσία στις εργασιακές σχέσεις! Και δεν είναι το μόνο παράδοξο, αν προστεθεί και το γεγονός ότι η συνδικαλιστική «κάλυψη» των εργαζομένων ακολούθησε περίπου συστηματικά (έως και βίαια) την υπεράσπιση του εργοδότη και τον πόλεμο ενάντια στους εργαζομένους. Πώς λοιπόν γίνεται, σε αυτές τις συνθήκες, να κερδηθεί μια μάχη -έστω και αντικειμενικά μικρή (αφορά άμεσα μόνο 13 εργαζομένους)- με ωστόσο ασφαλώς συμβολική -αν και όχι μόνο- σημασία; Παρά τη χρονική εγγύτητα και την ουσιαστική εμπλοκή μας σε αυτή τη μάχη, θα προσπαθήσουμε εδώ κυρίως να βγάλουμε τα πρώτα συμπεράσματα, για να απαντήσουμε στο ερώτημα. Ας μας συγχωρήσει ο αναγνώστης την ίσως υπερβολικά προσωπική χροιά της αφήγησης, που δύσκολα μπορεί να απαληφθεί χωρίς θεατρινισμούς!

Ένα φιλελεύθερο περιοδικό στα δίχτυα του νεο-φιλελευθερισμού

Η ιστορία του Οικονομικού Ταχυδρόμου τα τελευταία χρόνια (έως και 8!) είναι ασφαλώς η ιστορία επιχειρηματικών λογικών που, αντικειμενικά κρινόμενες, μπορούν να θεωρηθούν, επιχειρηματικά ακριβώς, αυτοκτονικές. Ωστόσο, πέρα από τις ιδιαίτερες δομές αποφάσεων της εταιρείας (τις οποίες άλλωστε αγνοούμε), είναι επίσης σαφές, κρινόμενο εκ του αποτελέσματος, ότι οι επιχειρηματικές αυτές αποφάσεις εντάσσονται σε μια γενικότερη ατμόσφαιρα, που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 έχει συγκεκριμένες κατευθύνσεις: είναι προφανώς όλη η τηλεοπτικοποίηση, που ξεκίνησε με τα ιδιωτικά κανάλια, μέσα άλλωστε σε ένα πλαίσιο «παγκοσμιοποίησης» της πληροφόρησης (και της εργασιακής της βάσης: κυριαρχία των μεγάλων, αμερικάνικων, πηγών πληροφόρησης, με συρρίκνωση κόστους, όπως με κατάργηση άλλων ανεξάρτητων ανταποκριτών, κλπ.). Είναι η ελάφρυνση της πληροφόρησης ή η ενημέρωση «θέαμα» (με τα ριάλιτυ σόους, ως αιχμή του δόρατος), αυτό που έχει ονομαστεί και «ενημέρωση σκουπίδια», είναι η αφαίρεση ουσιαστικής κριτικής διάθεσης απέναντι στον κόσμο μας και τα εργασιακά στοιχεία που το επιτρέπουν -κυρίως η προλεταριοποίηση του εργαζομένου στα μήντια.

Στον Οικονομικό Ταχυδρόμο, η εξέλιξη αυτή πήρε μια ιδιαίτερη μορφή, όταν ο παραδοσιακός διευθυντής του, Γ.Μαρίνος, εκδιώχθη (ή έστω παραμερίστηκε) το 1996. Χωρίς να χρειάζεται να παρουσιάσει κανείς μια ειδυλιακή περιγραφή για την προηγούμενη κατάστασή του, μπορεί ωστόσο να συμπυκνώσει τα στοιχεία του παραδοσιακού αυτού εντύπου στα χαρακτηριστικά επίσης του διευθυντή του: επρόκειτο για ένα έντυπο που βάσιζε την εμβέλειά του στην παραγωγή και την προσφορά σχετικά αξιόπιστου υλικού για την κατανόηση του οικονομικού μας κόσμου. Ο στόχος δεν ήταν κριτικός (ούτε επαναστατικός!): πολύ περισσότερο ήταν η οικοδόμηση ενός λόγου που να ανταποκρίνεται στα μακροπρόθεσμα και ουσιαστικά συμφέροντα μιας αστικής τάξης και των διανοουμένων της, χωρίς να εμπλέκεται ή να καθορίζεται από τις διακυμάνσεις της πολιτικής συγκυρίας. Μπορεί να αναφερθεί, για παράδειγμα, η υπεράσπιση της ευρωπαϊκής προοπτικής ακόμα και όταν τα υπόλοιπα έντυπα της ίδιας εταιρείας (τέλος της δεκαετίας του ’70, αρχές της δεκαετίας του ’80) είχαν προσκολληθεί στην πασοκίτικη «αντι-ευρωπαϊκή» και «αντι-νατοϊκή» πολιτική ανέλιξη. Ωστόσο, και είναι ίσως ενδιαφέρον και κρίσιμο για την ανάλυση της λειτουργίας ενός παραδοσιακού τρόπου συγκρότησης ενός επιχειρηματικού λόγου, αντίθετα μάλιστα απ’ό,τι έκαναν άλλα κυρίαρχα έντυπα της ανεπτυγμένης Δύσης (κυρίως αγγλοσαξωνικής -εκτός από το γνωστό αμερικάνικο πρότυπο, θα μπορούσε να αναφερθεί ένα έντυπο όπως ο βρετανικός The Economist), η λειτουργία του ΟΤ (και του διευθυντή του) δεν βασιζόταν στην απόκρυψη άλλων (ακόμα και κριτικών) απόψεων. Αντίθετα, φιλοδοξούσε να παρουσιάσει διάφορες κοινωνικές συζητήσεις και να τις εντάξει (ή να τις καταπολεμήσει) στην οικοδόμηση ενός λόγου (ή μιας γραμμής). Εργασιακά αυτό σήμαινε τόσο την ηθελημένη ανάμειξη προσωπικού (κυρίως δημοσιογράφων) ποικίλων απόψεων (ιδεολογικών, πολιτικών) όσο και την εξασφάλιση μιας μίνιμουμ ουσιαστικής τους παραγωγής. Ασφαλώς, το μοντέλο αυτό είχε δυσκολίες και αντιφάσεις, ουσιαστικές, όπως αυτές που αναδύθηκαν με την έκρηξη του ελληνικού εθνικισμού και της «μακεδονίασής» του και τη σχετική αδυναμία αντίστασης στον ανορθολογισμό του, πράγμα που ασφαλώς πλήρωσε το περιοδικό σε όρους φερεγγυότητας και αναγνωστικού κοινού, ή και λειτουργικές, καθώς στηριζόταν στο συγκεντρωτισμό του διευθυντή του, πράγμα που έκανε εύθραυστη την αναπαραγωγή του μοντέλου, όταν αυτός θα αποσυρόταν.

Ωστόσο, όταν το τελευταίο έγινε, τα προβλήματα δεν προήλθαν από τις αντιφάσεις αυτές. Προήλθαν πολύ περισσότερο από τη θέληση της εταιρείας να μεταχειριστεί το έντυπο, όχι πλέον ως τμήμα της παρέμβασής της στη συγκρότηση ενός οικονομικού λόγου ή πολιτισμού, αλλά ως εμπόρευμα, για απλώς ειδικό κοινό. Η επίθεση πήρε από την αρχή συμβολικό χαρακτήρα: καταργήθηκε ο «διευθυντής» (διορίστηκε απλώς ένας διεκπεραιωτής, ένας «διευθυντής σύνταξης») και καταργήθηκαν από την «ταυτότητα» του περιοδικού όλοι οι συντάκτες και εργαζόμενοι (παρέμεινε μόνο η ιδιοκτησιακή και διευθυντική δομή). Οι αναδιαρθρώσεις, όμως, αυτές επίσης δεν πήραν τη μορφή μιας ανοιχτής «επίθεσης»: η εταιρεία απλώς ήθελε να «εκσυγχρονίσει» το περιοδικό της και, βήμα προς βήμα, να «βελτιώσει» το προϊόν της για πούλημα (κυρίως να το κάνει, καταρχήν, πιο γιαλιστερό). Ασφαλώς, η ιδέα ήταν επίσης να χτυπηθεί η «εργασιακή χαλαρότητα», που δεν ταίριαζε με τα ήθη της βιομηχανίας στα μήντια γενικά και στον υπόλοιπο ΔΟΛ ειδικότερα -αλλά αυτό δεν ελέγετο προγραμματικά. Η εισαγωγή των νέων εργασιακών μεθόδων έγινε σιγά-σιγά:

Το σύνολο αυτής της εξελεγκτικής διαδικασίας δεν έγινε χωρίς αντιστάσεις ή διαμαρτυρίες, ούτε έγινε σε μια στιγμή και ούτε, τέλος, έγινε χωρίς πραγματικές αναδιαρθρώσεις, έως και του προσωπικού συνολικά. Και μόνο η σύγκριση του σχετικά πολυπληθούς προσωπικού του ΟΤ (καμιά 40-ριά άτομα) στην αρχή με τα 13 άτομα στο τέλος το μαρτυρά, όπως το μαρτυρά άλλωστε και η -κλασική- μετατροπή του εργαζόμενου πληθυσμού από ένα, κατά βάση αντρικό πληθυσμό, σε έναν κατά βάση γυναικείο (λέμε κλασική, γιατί ακριβώς ένδειξη της προλεταριοποίησης αποτέλεσε πάντα, δηλαδή κλασικά, η εισαγωγή γυναικών, όπως στον 19ο αιώνα οι άνδρες γραφιάδες μετατράπηκαν σε γυναίκες γραμματείς). Οι αντιστάσεις αυτές πήραν διάφορες μορφές, ατομικές ή συλλογικές, σε διάφορες στιγμές και με διαφορετικές αποτελεσματικότητες: στο σύνολό τους, άλλωστε, εκ του αποτελέσματος, μπορούν να κριθούν ως τελείως ανεπαρκείς, όπως και στην υπόλοιπη βιομηχανία των μήντια!

Ας αναφέρουμε απλώς δύο στιγμές αυτής της διένεξης:

Η τελευταία πράξη του δράματος (το επίσημο κλείσιμο του ΟΤ και η μάχη για τους εργαζομένους του -Απρίλιος/Ιούνιος 2004) δεν ήλθε «εν αιθρία». Ήδη από το φθινόπωρο του 2003, τότε που η εταιρεία επισήμως διαπραγματεύεται με τη γερμανική WAZ, τη μεγαλύτερη εταιρεία περιφερειακού τύπου της Γερμανίας, με ειδίκευση στις ξένες επενδύσεις (κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη), φαίνεται να ανακόπτεται το κλείσιμο του ΟΤ, όταν μια πρώτη δημοσιοποιημένη ετοιμότητα αντίδρασης (επαφή με τα συνδικάτα στη Γερμανία, σύναξη αντιπροσώπων του ΔΟΛ), δίνει ένα μήνυμα «κόστους» σε μια εταιρεία που φιλοδοξεί να έχει ένα προσωπείο πολιτισμού απέναντι στην κοινωνία (και της οποίας ο πρόεδρος είναι και ο επί κεφαλής του Μεγάρου Μουσικής). Δεν ξέρουμε τί ακριβώς συνέβη τον Οκτώβρη του 2003, στο εσωτερικό της εταιρείας, αλλά οι εργαζόμενοι του ΟΤ έχουν την αίσθηση (μπορεί και λαθεμένη) ότι μάλλον η δική τους παρέμβαση ανέκοψε το κλείσιμο (εκ των υστέρων, άλλωστε, η εταιρεία ομολόγησε ότι από καιρό ήθελε να κλείσει το έντυπο). Κάτι ανάλογο ασφαλώς έγινε (εδώ τα δείγματα είναι πολύ πιο σαφή) στα τέλη Απριλίου 2004, όταν και πάλι υπήρχε ημερομηνία λήξης (29 Απριλίου), αλλά και πάλι η κινητοποίηση (στην πραγματικότητα, απλώς γνωστοποίηση και πίεση προς την εταιρεία) έδωσε μια μικρή αναβολή. Ο θάνατος του περιοδικού ήταν, επομένως, ήδη αποφασισμένος και απλώς η ληξιαρχική του πράξη μετατίθετο, χάρη στους εργαζόμενους που διατύπωναν σε όλους τους τόνους ότι τέτοιες αποφάσεις, παρμένες από μια εταιρεία της οποίας η ανικανότητα στο εν λόγω ήταν διαπιστωμένη, δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εργοδοτική αλαζονεία! Η τελική μαχαιριά θα είχε και αυτή «κόστος» -και δεν θα έπρεπε να το φέρουν οι εργαζόμενοι -τουλάχιστον οι ίδιοι αισθάνονταν πολλαπλώς δικαιωμένοι, έστω και αδύναμοι!

Ένας συλλογικός εργαζόμενος με υποκειμενική ύπαρξη

Ο ίδιος ο δισταγμός της ληξιαρχικής πράξης (η αναβολή του κλεισίματος, που ήταν για τις 29 Απριλίου) δείχνει ήδη ότι, μπορεί η εταιρεία να θέλει να διαχειρίζεται τα προϊόντα της ως ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι ως κοινωνική παραγωγή, όμως είναι μια ιδιοκτησία που πρέπει να «πουλάει», άρα εξαρτάται από ένα «κοινό», το οποίο με τη σειρά του μπορεί να εξαρτά την αξιοπιστία που της αποδίδει και από τις συνθήκες παραγωγής. Στην πραγματικότητα, οι δισταγμοί της εταιρείας αποδεικνύουν αυτό ακριβώς: απέναντι στους εργαζόμενους, η κοινωνική νομιμοποίηση τέτοιων χειρισμών μπορεί να είναι αρκετά μικρή ή έστω να εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες (έλεγχος του «κοινού», άρα και της κοινωνίας). Η δημοσιοποίηση των θέσεων των εργαζομένων σε αυτό ακριβώς στόχευε.

Προϋπέθετε, όμως, και κάτι άλλο, κληρονομημένο, έστω περιφερειακά, από το παλαιότερο μοντέλο εργασίας: έναν συλλογικό εργαζόμενο, μια ομάδα δηλαδή ανθρώπων, με σχετική συνοχή μεταξύ τους, όχι τόσο ιδεολογική ή πολιτική, όσο προσωπικών σχέσεων, εμπιστοσύνης, κλπ. Είναι αυτό που εξηγεί ήδη την αποτελεσματικότητα της προηγούμενης αντίδρασης -του 2001. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αντίθετα απ’ό,τι συνήθως επικρατεί στους χώρους αυτούς, η συνδικαλιστική παρουσία στον ΟΤ ποτέ δεν οργανώθηκε με γραφειοκρατικά και τυπικά κριτήρια ή διαδικασίες. Ο εκπρόσωπος των εργαζομένων πάντα «εκλέχτηκε» χωρίς ψηφοφορίες, με «μεταξύ μας συζήτηση». Υπήρξαν, επιπλέον, τα τελευταία χρόνια πολλοί εκπρόσωποι (Θ.Ποτήρη, Α.Τσατσούλη, Π.Κλαυδιανός, Τ.Αναστασιάδης) και όλοι λειτούργησαν, από αυτή την άποψη, με τους ίδιους περίπου τρόπους. Κατά δεύτερον, και πολύ σημαντικό, οι εργαζόμενοι στον ΟΤ είχαν πάντα καταργήσει στην πράξη τους σωματειακούς διαχωρισμούς: άλλοι ανήκαν στην ΕΣΗΕΑ, άλλοι στην ΕΣΠΗΤ, άλλοι πουθενά, το «σώμα» ωστόσο ήταν κοινό. Και, κατά τρίτον, ήταν κοινό, όχι μόνο με αυτή την έννοια, αλλά και με μια άλλη, ίσως πιο ουσιαστική: δεν υπήρξε διαχωριστικά «δημοσιογραφικό», δηλαδή συγκέντρωνε όλο το προσωπικό -ιδιαίτερα το ατελιέ (και μέλη της ΕΤΗΠΤΑ) και, παλαιότερα, και τους κλητήρες. Δηλαδή φιλοδοξούσε να ενοποιεί όλους τους εργαζόμενους του εργασιακού χώρου -παρά τις προφανείς δυσκολίες, όχι τόσο τις ουσιαστικές όσο τις τυπικές, καθώς π.χ. ένας «εκπρόσωπος» δεν είχε τυπικά ή νομικά εξουσιοδότηση να μιλάει για μέλη άλλων ενώσεων ή επαγγελμάτων! Μέσα στο χώρο του περιοδικού, αυτό δεν ήταν πρόβλημα: ήταν ωστόσο μόλις θα ετίθετο ευρύτερο ζήτημα κάλυψης από ενώσεις, κλπ., και προφανώς περιέπλεξε τη συνοχή του συλλογικού εργαζόμενου στην κρίσιμη μάχη (υπήρχε και η παλαιότερη εμπειρία των δύο κλητήρων που είχαν απολυθεί εν μια νυκτί -χωρίς στην πράξη να υπάρξει αντίδραση!).

Η «εκπροσώπηση» είναι η μία πλευρά και η πιο δευτερεύουσα (με εκπροσώπηση εννοούμε κυρίως τον εκπρόσωπο στο «μεικτό» που λένε οι δημοσιογράφοι -«μεικτό» είναι ένα αποφασιστικό όργανο των δημοσιογραφικών σωματείων που αποτελείται από το ΔΣ του σωματείου συν τους εκπροσώπους των εργασιακών χώρων). Η άλλη πλευρά, η πιο σημαντική, αφορά -κυρίως- την ίδια τη δημιουργία του συλλογικού υποκειμένου. Χωρίς να χρειάζονται εξιδανικεύσεις, η γενική συνέλευση όλων των εργαζομένων του περιοδικού ήταν πάντα το όργανο που έθετε και έκρινε τις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες -όχι ο εκπρόσωπος μόνος του ή τουλάχιστον χωρίς κάποιου είδους διαβούλευση. Είναι αλήθεια ότι, σε ένα σχετικά μικρό εργασιακό χώρο, η λειτουργία αυτή διευκολυνόταν από την επί τόπου σύγκληση συνέλευσης, χωρίς θέματα απαρτίας, προθεσμιών, ή άλλων δημοκρατικών εξασφαλίσεων. Όμως, επίσης, και αντίστροφα, ο ίδιος ο εκπρόσωπος σε έναν τέτοιο χώρο μπορεί να παίρνει πρωτοβουλίες αρκετά εύκολα, οι οποίες να είναι εκφραστικές του σώματος ή να αποκτούν εύκολα νομιμοποίηση. Ο έλεγχος γίνεται εύκολα κατόπιν και συνεχώς και προφανώς επίσης μπορεί να αποδώσει στα προσωπικά χαρακτηριστικά του εκπροσώπου πιο κρίσιμη σημασία -ιδιαίτερα σε μια περίοδο εντάσεων. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, σε ορισμένες συζητήσεις και κριτικές που αναρωτήθηκαν μήπως ο ίδιος ο συγκεκριμένος εκπρόσωπος (Τ.Αναστασιάδης), βρισκόμενος στο στόχαστρο των συνδικάτων, προκαλούσε μεγαλύτερη ζημιά απ’ό,τι χρειαζόταν «σπάζοντας το μέτωπο απέναντι στην εργοδοσία». Η συζήτηση αυτή δεν ολοκληρώθηκε σε άρση της εμπιστοσύνης του εκπροσώπου και ίσως γιατί ακριβώς η σύγκρουση με τα συνδικάτα δεν ήταν συμπληρωματική: η σύγκρουση ήταν ακριβώς για την υπεράσπιση (ή όχι) των εργαζομένων του ΟΤ.

Σε κάθε περίπτωση και παρά τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας λειτουργίας του σώματος των εργαζομένων, είναι σαφές ότι επίσης, στη βάση της κεκτημένης συνοχής, η λειτουργία αυτή υπήρξε πολύ διευκολυντική και, επί της ουσίας, μάλλον πιο δημοκρατική από οποιοδήποτε άλλο υπόδειγμα. Ακόμα περισσότερο, μπορούσε να δώσει ένα ιδιαίτερο βάρος στην καθοδήγηση, αλλά και στη στήριξη, του εκπροσώπου, ακόμα περισσότερο που η μάχη του Οικονομικού χρειάστηκε να περάσει και από μια μάχη με τα συνδικάτα!

Όταν, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου, έγινε προφανές ότι, για μια ακόμα φορά, πηγαίναμε για «κλείσιμο», δεν αποφασίσαμε απλώς να «κλάψουμε τη μοίρα» μας. Ασφαλώς, το κλίμα -ήδη από χρόνια κακό!- δεν βελτιώθηκε και πολλές από τις συνεχείς γενικές συνελεύσεις μπορεί περισσότερο να θύμιζαν ομαδική ψυχοθεραπεία παρά αγωνιστική συνέλευση εργαζομένων! Όμως, το αντανακλαστικό όλων ήταν να τεθεί το ζήτημα όπως θα έπρεπε: να απαιτήσουμε να μάθουμε τα σχέδια της εταιρείας, να υπευθυνοποιήσουμε τα συνδικάτα μας, να κοινοποιήσουμε τις απόψεις μας και τις κριτικές μας (ακόμα και τις προτάσεις μας) για το επιχειρηματικό τμήμα των αποφάσεων, να δημοσιοποιήσουμε τα ζητήματα προς την κοινωνία, να ζητήσουμε τη συμμαχία των συναδέλφων μας στον Οργανισμό και, κυρίως, του Βήματος, στα γραφεία του οποίου είχαμε ενταχθεί τα τελευταία χρόνια. Και η αντίληψη, αντίθετα με το 2000, δεν ήταν ότι ας δώσουμε μια (χαμένη) μάχη απλώς για την «αξιοπρέπειά» μας. Αυτή μάλλον τη θεωρούσαμε ήδη δεδομένη και αποδεδειγμένη: θα δίναμε μια (ίσως πάλι χαμένη) μάχη, αλλά μάλλον για την τιμή αξιοπρεπών και ορθών κοινωνικών σχέσεων στην παραγωγή, από τις αποφάσεις της οποίας δεν νομιμοποιείται κοινωνικά, ούτε οικονομικά, καμία επιχείρηση να αποκλείει τους εργαζομένους της. Προφανώς, το θέμα των ανθρώπων και της δουλειάς τους ήταν κρίσιμο (ακόμα και «εγωιστικά» για τον καθένα), όμως έως και το «κλείσιμο» του περιοδικού στερείται κάθε νομιμοποίησης και οι ευθύνες των εργαζομένων όχι μόνο είναι τελείως ανύπαρκτες, αλλά και αποδεικνύεται ότι ακριβώς αποκλείοντάς τους η εταιρεία οδηγείται εκεί όπου οδηγείται!

Ζύγισμα δυνάμεων πριν από τη σύγκρουση

Στην πρώτη φάση της διένεξης, αρχές Απριλίου, οι εργαζόμενοι πιέζουν την εταιρεία να αποκαλύψει τα χαρτιά της: θα κλείσει ή όχι το περιοδικό; Έχει κανένα σχέδιο στο μυαλό της ή βυθίζεται λόγω αδράνειας από το κακό στο χειρότερο; Η εταιρεία αναγκάζεται να δεχτεί τον εκπρόσωπο και να χαράξει την προοπτική: «σε έναν ή σε έξι μήνες, το περιοδικό θα κλείσει».

Η συνέλευση των εργαζομένων έχει να αντιμετωπίσει τα βασικά προβλήματα της απάντησης, διεκδικητικό πλαίσιο, μεθόδους, κινήσεις, κλπ. Αυτό γίνεται σε στάδια, με αρκετές συζητήσεις και δισταγμούς, αντιθέσεις, εκτιμήσεις, απογοητεύσεις, εντάσεις, κλπ. Όμως, υπάρχουν τρία στοιχεία από την αρχή: υπάρχει καταρχήν ένας συνδετικός ιστός σχετικής εμπιστοσύνης (όχι απόλυτης, γιατί αντιθέσεις σε έναν εργασιακό χώρο πάντα αναδύονται). Υπάρχει, κατά δεύτερον, η συνύπαρξη (γεωγραφική! μέσα στα γραφεία) με το Βήμα, που είναι ένας σχετικά μαζικός χώρος εργαζομένων, έστω και αν τα ωράρια δεν συμπίπτουν και έστω και αν δεν έχει τη συνοχή που έχουν οι εργαζόμενοι του ΟΤ. Ο εκπρόσωπος του Βήματος, Κ.Παπαδής, καλείται και συμμετέχει από την αρχή σε όλες τις συνελεύσεις (νομιμοποιείται ή και υποχρεώνεται, άλλωστε, καθώς ο ΟΤ είναι πλέον ένθετο στο Βήμα), ενώ πολλοί συνάδελφοι του Βήματος μπορούν ελεύθερα και παρακολουθούν τις συζητήσεις. Και υπάρχει, τρίτον, και το συγκεκριμένο πρόβλημα: ένα περιοδικό που κλείνει και η ενδεχόμενη μοίρα των εργαζομένων του, σε μια εταιρεία που δεν είναι το τελευταίο μπακάλικο της γειτονιάς που χρεωκόπησε -έστω από «λάθη»!

Το ζήτημα του πλαισίου ίσως μοιάζει περίεργο: τί άλλο να ζητάνε οι εργαζόμενοι από τη δουλειά τους; Δεν είναι αλήθεια, όμως. Η πρώτη-πρώτη συζήτηση, μαζί με την κριτική στον εκπρόσωπο, που δεν επικέντρωσε τη συζήτηση με την εταιρεία στο τί σκοπεύει να κάνει με το προσωπικό, μένοντας στην απλή διερεύνηση προθέσεων για το μέλλον του περιοδικού, είναι ακριβώς για το πλαίσιο. Πιο συγκεκριμένα, αν μας «κρατήσουν», πρέπει άραγε να βάλουμε σαν όρο να μην πληρώσει, εξ αυτού, κάποιος άλλος (π.χ. ένα μπλοκάκι); Το ζήτημα μπορεί να θεωρηθεί τακτικό (για να βρούμε αλληλεγγύη), όμως δεν είναι καθόλου έτσι: είναι μάλλον ηθικό, στα μάτια πολλών, γιατί υπάρχει η πίκρα από πολλούς ότι, στην προηγούμενη κινητοποίησή μας, καταφέραμε να εξασφαλίσουμε μερικούς συναδέλφους, αλλά ίσως να την πλήρωσαν μετά άλλοι, όπως όταν δεν κάναμε τίποτα για τους κλητήρες! Ωστόσο, η συζήτηση καταλήγει στο αντίστροφο: να επικεντρωθούμε, όταν χρειαστεί, στο να μην υπάρξουν απολύσεις, αφήνοντας το υπόλοιπο για μετά. Και άλλωστε η αλληλεγγύη από τους συναδέλφους μας, στο Βήμα, δεν είναι ακόμα «υλική», αλλά φαίνεται στα μάτια τους ή στα λόγια τους!

Η απόφαση είναι, πρώτον, να θέσουμε στην εταιρεία (και ίσως έτσι και να την «εκθέσουμε») το επιχειρηματικό της αδιέξοδο, σε σχέση με ένα περιοδικό που, από άποψη αναγκών, «αξίζει», ή έχει το κοινό του. Κατά δεύτερον, να προσπαθήσουμε να επεκτείνουμε τους δυνάμει συμμάχους μας, συναδέλφους αλλά και αναγνωστικό κοινό ή και άλλους συνεργάτες. Και, τρίτον, το πλέον προφανές, να μεταφέρουμε το ζήτημα στα συνδικάτα μας, που de jure είναι αυτά που πρέπει να μας εκπροσωπήσουν.

Ετοιμάζεται ένα κείμενο για την εταιρεία, που ζητάει να συζητήσουμε και να βρούμε λύσεις για την πορεία του περιοδικού. Ετοιμάζονται ορισμένες κινήσεις προς τους συναδέλφους του Βήματος και προς τους συνεργάτες του περιοδικού. Και, τέλος, προχωράμε στην κοινοποίηση στα συνδικάτα, με τυπικό τρόπο (επιστολή), αλλά και με προσωπικές επαφές και πιέσεις.

Και οι τρεις κινήσεις προσκρούουν φαινομενικά σε αδιέξοδο ή αναποτελεσματικότητα. Η εταιρεία «κωφεύει» -πράγμα άλλωστε αναμενόμενο, γιατί είναι ζωτικό για αυτήν να διεκδικεί την ασυδοσία των επιχειρηματικών της αποφάσεων!-, αλλά το κείμενο επίσης δημοσιοποιείται και κοινωνικά γίνεται αναγνωρίσιμη τόσο η εμπλοκή της μυωπίας του μετόχου όσο και το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ακριβώς όχι μόνο δεν φέρουν καμία ευθύνη αλλά και από καιρό «προτείνουν» τα αυτονόητα. Η δεύτερη διάσταση αρχίζει να δουλεύεται, απλώς δεν έχει ακόμα ορατή υλοποίηση. Η τρίτη, ωστόσο, που είναι και η τυπικά κυριότερη, προσκρούει στα ίδια τα συνδικάτα: η καταρχήν διατύπωση από μέρους τους μιας «διάθεσης να αγωνιστούν» (κλπ., κλπ.) σύντομα αποκαλύπτεται ως αδράνεια (αυτή είναι απλώς ένας ευγενικός χαρακτηρισμός). Όχι μόνο προφανώς δεν κάνουν τίποτα (ούτε καν κανείς δεν παίρνει ένα τηλέφωνο στην εταιρεία!), αλλά και αρχίζουν να μεταθέτουν ο ένας στον άλλον την ευθύνη (το ένα στο άλλο σωματείο, π.χ. η ΕΣΗΕΑ στην ΕΣΠΗΤ, κλπ., το ένα στο άλλο στέλεχος -«α, δεν ασχολούμαι εγώ, το έχει αναλάβει ο Πρόεδρος», κλπ.), να κρύβονται στο τηλέφωνο, και άλλες τέτοιες «αγωνιστικές» πρακτικές. Η πρώτη, άλλωστε, κίνηση των συνδικάτων γίνεται μόνο στις 28/4/2004, με απλή επιστολή της ΕΣΠΗΤ προς την εταιρεία, που ζητάει «ενημέρωση»: η ημερομηνία έχει ένα ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί είναι ένα σχεδόν μήνα μετά τη συνάντηση του εκπροσώπου με την εταιρεία (5/4/2004), από την οποία και κοινοποιείται προς τα συνδικάτα το επείγον του ζητήματος, αλλά και είναι στην πράξη η πρώτη μέρα μετά την πρώτη υποχώρηση της εταιρείας: ήδη έχει ξεκινήσει η προετοιμασία του επόμενου τεύχους του ΟΤ, δηλαδή ήδη έχει αναβάλει η εταιρεία την προηγούμενη απόφασή της να είναι το τεύχος της 29/4 το τελευταίο!

Οι εργαζόμενοι είναι μεν ευχαριστημένοι με την αναβολή αυτή, αλλά όλοι ξέρουν πως αυτή μπορεί να είναι για μια εβδομάδα ή έστω ένα μήνα: κεντρικό θεωρείται το ζήτημα των συνδικάτων. Οι δύο εκπρόσωποι, Παπαδής και Αναστασιάδης, συμφωνούν μαζί με τους εργαζόμενους του ΟΤ να καταγγείλουν δημοσίως τα συνδικάτα τους (ΕΣΗΕΑ και ΕΣΠΗΤ, αντίστοιχα), αν οι τελευταίες «πιέσεις» δεν αποδώσουν! Ο Αναστασιάδης καλείται από το ΔΣ της ΕΣΠΗΤ (28/4) και εκεί ανακοινώνει, μεταξύ άλλων, την απόφαση των εκπροσώπων για δημόσια καταγγελία: επιπλήττεται για την «κακή ενημέρωση» που δίνει ο ίδιος στους εργαζόμενους και του ζητάει να έρθει το ΔΣ να εξηγήσει στους εργαζόμενους τις θέσεις του: όμως, έστω και έτσι είναι η ευκαιρία να εμφανιστούν επιτέλους τα συνδικάτα στο χώρο δουλειάς!

Οι αντιθέσεις οξύνονται

Η συνέλευση, με παρουσία της ΕΣΠΗΤ, ορίζεται για την Τετάρτη, 5/5. Το πρόβλημα των εργαζομένων είναι να μετατρέψουν τη συνέλευση αυτή από γραφειοκρατική απολογία σε μάχιμη συνέλευση απέναντι στην εταιρεία. Έστω και με μπλόφα, η εταιρεία πρέπει να αισθανθεί ότι οι εργαζόμενοι του ΟΤ δεν είναι μόνοι, ότι έχουν και τα συνδικάτα μαζί τους! Δύο πράγματα, επομένως, πρέπει να κερδηθούν: πρώτον, η συνέλευση να είναι ανοικτή και να έρθουν να συμμετάσχουν και συνάδελφοι από το Βήμα. Και δεύτερον να εμπλακούν και τα άλλα σωματεία, κυρίως η ΕΣΗΕΑ (που είναι το πιο ισχυρό, στην οποία ανήκουν αρκετοί από εμάς και η οποία καλύπτει de jure το Βήμα) και η ΕΤΗΠΤΑ (για τους αντίστροφους λόγους, αφού καλύπτει το πλέον αδύναμο κομμάτι μας, τους «δανεισμένους» εργαζόμενους από μια άλλη θυγατρική εταιρεία -την Multimedia-, και η «κάλυψή» τους θα είναι η πιο δύσκολη, νομικά και συνδικαλιστικά).

Στο «μεικτό» της 3/5, ο εκπρόσωπος δίνει τη μάχη και, παρά τις αντιδράσεις της διοίκησης της ΕΣΠΗΤ, κερδίζει ομόφωνα την ανάγκη να κληθούν οι δύο αυτές τουλάχιστον ενώσεις (ΕΣΗΕΑ, ΕΤΗΠΤΑ) να συμμετάσχουν στη μεθαυριανή συνέλευση. Και τα δύο ζητήματα δεν είναι, ωστόσο, λυμένα: να συμμετάσχουν πράγματι οι δύο αυτές ενώσεις και να κληθούν και συνάδελφοι του Βήματος. Από το πρωί της 4/5 γίνεται η προετοιμασία από τους εργαζόμενους: εκδίδεται ανακοίνωση για τη συνέλευση της επομένης και τοιχοκολλείται και μοιράζεται σε όλα τα γραφεία του Βήματος. Επιπλέον, ο εκπρόσωπος του ΟΤ, χρησιμοποιώντας την εμπειρία του στη συνδικαλιστική δομή, εμφανίζεται στην ΕΣΗΕΑ, ακριβώς πριν αρχίσει το ΔΣ και δίνει ιδιοχείρως την ανακοίνωση στον Πρόεδρο: το κείμενο κυκλοφορεί στο ΔΣ και, αν και δεν παίρνεται ουσιαστικά απόφαση συμμετοχής, λέγεται πως «όποιος θέλει μπορεί να πάει» -είναι μια νομική φόρμουλα που μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμη και πράγματι χρησιμοποιείται την επομένη, αφού αρκούσε να βρεθεί ένας διαθέσιμος να έρθει (Δ.Τρίμης) για να «παρασύρει» αλυσιδωτά και τους άλλους (καθώς το «εγώ πάω» μπορεί να προκαλεί το «πώς θα λείψω εγώ αν πάει αυτός», ιδιαίτερα ανάμεσα σε αντιμαχόμενες παρατάξεις!).

Η συνέλευση της Τετάρτης είναι μια επιτυχία, μόνο επειδή έγινε! Συμμετείχαν τα προεδρεία των δύο δημοσιογραφικών ενώσεων, συν ένας αντιπρόσωπος της ΕΠΗΕΑ, και δήλωσαν την «ετοιμότητα» και την «αγωνιστικότητά» τους. Απέναντι στην εταιρεία, αν συνυπολογίσουμε και τη συμμετοχή ορισμένων συναδέλφων του Βήματος, ήταν η απόδειξη πως, τουλάχιστον στα λόγια, το μέτωπο των εργαζομένων μπορεί να είναι αραγές και γενικό. Στο εσωτερικό του τελευταίου, ωστόσο, η εικόνα ήταν αντίστροφη: στην πίεση των εργαζομένων, οι συνδικαλιστές, μην μπορώντας να πουν ότι δεν έχουν κάνει τίποτα, βγάζουν τη θεωρία ότι «δεν μπορούν να αποκαλύψουν τη στρατηγική» τους! Κατά δεύτερον, ασχολούνται με το να καταδικάσουν τους ίδιους τους εργαζόμενους του ΟΤ, μέσω του εκπροσώπου τους (χωρίς να τον αναφέρουν ονομαστικά), καθώς τόλμησαν οι ίδιοι να κυκλοφορήσουν «ανακοίνωση χωρίς τη σφραγίδα της ένωσης». Τρίτον, η παράσταση απέναντι στους εργαζόμενους δεν συνοδεύεται από καμία προσπάθεια συνάντησης με την εργοδοσία. Και τέταρτον, και πιο βασικό, η ΕΤΗΠΤΑ δεν έχει καν κληθεί να συμμετάσχει (δεν είχε, λέει, «σχέση»!). Τα στοιχεία αυτά καθιστούν τη γεύση της συνέλευσης αρκετά πικρή για τους εργαζόμενους: παρά το θεατρινισμό της αγωνιστικότητας, όλοι καταλαβαίνουν πως, στην ουσία, δυστυχώς, είμαστε μόνοι!

Αυτό δεν είναι απολύτως σωστό: είμαστε μόνοι ίσως συνδικαλιστικά, αλλά το μέτωπο με τους συναδέλφους του Βήματος έχει διευρυνθεί! Πρώτον, τέθηκαν ζητήματα του Βήματος. Δεύτερον, υπήρξαν συνάδελφοι του Βήματος που πρώτη φορά συμμετείχαν σε συνέλευση του ΟΤ. Και, τρίτον, έγινε σαφές ότι δεν μπορούμε απλώς να βασιστούμε ή να περιμένουμε από τα σωματεία. Θα χρειαζόταν μια πρόσθετη πίεση τουλάχιστον! Και αυτή ήρθε στη συνέχεια, με παράδοξο τρόπο!

Η καταγγελία από τα σωματεία του εκπροσώπου του ΟΤ (σαφής, έστω και έμμεση -για την «ανακοίνωση χωρίς σφραγίδα»!) οδήγησε σε μια πρώτη αντίδραση: σύσσωμοι όλοι οι εργαζόμενοι του ΟΤ κυκλοφορούν ένα κείμενο προς τα σωματεία, με ατομικές υπογραφές, που στην ουσία λέει ότι ο εκπρόσωπός τους καλά τους εκπροσωπεί! Ωστόσο, η κύρια επίπτωση αυτού του κειμένου δεν ήταν η παρέμβαση στις γραφειοκρατικές μανούβρες: ήταν η διαμαρτυρία από τη βάση του Βήματος γιατί αυτό το κείμενο να υπογράφεται μόνο από τους εργαζόμενους του ΟΤ! Και βάλθηκαν να ετοιμάσουν ένα άλλο κείμενο υπογραφών, από το Βήμα πλέον, σε υποστήριξη του ΟΤ! Είναι η πρώτη οργανωμένη, υλική, έκφραση αλληλεγγύης από το Βήμα! Παρά τις μικρές περιπλοκές που με τη σειρά του αυτή η πρωτοβουλία δημιούργησε (καθώς έγινε αυθόρμητα, «παραγκώνισε» -ίσως αθέλητα, στην αρχή τουλάχιστον- έναν εκπρόσωπο που ο ίδιος από την αρχή είχε συμμετάσχει και υποστηρίξει τους εργαζόμενους του ΟΤ), ωστόσο αποτέλεσε de facto διεύρυνση του μετώπου, αριθμητικά και ποιοτικά. Για να αποδείξει, παραδόξως, ότι μια γραφειοκρατική μανούβρα (η καταγγελία του εκπροσώπου) προκαλεί αθέλητα αντανακλαστικά που οδηγούν σε διεύρυνση του μετώπου!

Κατά δεύτερον, η απτή αυτή εκδήλωση αλληλεγγύης αποτελεί ταυτόχρονα απόκρουση των προσπαθειών της εταιρείας από καιρό να περάσει το «κλείσιμο» του ΟΤ ως «σωτήριο για το Βήμα». Πράγματι, από καιρό στους διαδρόμους κυκλοφορούν σενάρια που όλα τείνουν να βρούν «λύση» στο «πρόβλημα του Βήματος»: να κλείσει ο Οικονομικός, να απολυθεί κόσμος, να κλείσει το ημερήσιο Βήμα! Πέρα από τη σοβαρότητα ή όχι όλων αυτών, η ιδέα ότι ο ΟΤ «ευθύνεται για τα προβλήματα» του Βήματος είναι άκρως ανόητη, αλλά και επικίνδυνη! Με την εκδήλωση αλληλεγγύης από τους συναδέλφους του Βήματος, το χαρτί αυτό αντιστρέφεται: η ευθύνη επανέρχεται στην ίδια την εταιρεία.

Το κείμενο με τις υπογραφές (115) του Βήματος κατατίθεται στην εταιρεία από τον εκπρόσωπό του, Κ.Παπαδή. Η συνέλευση του ΟΤ καθορίζει ως κατεύθυνση να πιεστούν τα συνδικάτα να ενοποιήσουν τις προσπάθειες συνάντησης με την εταιρεία: η τελευταία προφανώς δεν έχει καμία διάθεση να έχει στα πόδια της συνδικαλιστές να διαπραγματεύεται για τις αποφάσεις της. Η δε ΕΣΠΗΤ, που έχει «αναλάβει» την υπόθεση, είναι το πλέον αδύναμο σωματείο και κανείς από την εταιρεία δεν πρόκεται να την δει ούτε να την πάρει στα σοβαρά: πρέπει να προωθήσουμε την ιδέα ότι και η ΕΣΗΕΑ πρέπει να αναμειχθεί, για να δυναμώσει το μέτωπο. Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να καταπολεμηθούν οι δικαιολογίες ότι το θέμα είναι «αρμοδιότητας» της ΕΣΠΗΤ, που φουσκώνει σαν παγώνια τους γραφειοκράτες της και απαλλάσσει τους άλλους, κυρίως της ΕΣΗΕΑ, από τις ευθύνες τους!

Εντωμεταξύ, η κατάσταση στο περιοδικό είναι ήδη εξωφρενική. Τα λίγα μέσα που υπήρχαν έχουν ήδη εξαφανιστεί τελείως (όπως π.χ. εφημερίδες, ως πηγές). Ο «προγραμματισμός» της δουλειάς είναι για όλους μια κωμωδία, γιατί όλοι ξέρουν ότι μπορεί την άλλη εβδομάδα να κλείσει το περιοδικό. Οι συνεντεύξεις και τα ρεπορτάζ είναι προβληματικά, καθώς ούτε από το κοινό, ούτε και από εμάς, είναι σίγουρο ότι το ρεπορτάζ που κάνουμε, η συνέντευξη που ζητάμε, το άρθρο που ετοιμάζουμε θα «μπει» ποτέ στο περιοδικό (που ενδέχεται να κλείσει)! Το κλίμα επιδεινώνεται επιπλέον και από τις φήμες, από τις προσωπικές προσπάθειες να διερευνηθούν (ατομικές) λύσεις, κλπ. Και θα κρατήσει, έτσι, ώς το τέλος, έστω και αν από κάτω εξακολουθεί να υπάρχει μια πιο θεμελιακή διάθεση για συλλογική διεκδίκηση.

Συνδικάτα στην υπηρεσία των αφεντικών

Η μικρή αναβολή του «κλεισίματος», 5 πρόσθετα τεύχη, φιλοδοξεί να λειτουργήσει και, πάντως λειτουργεί στην πράξη, ως μια βολιδοσκόπηση πριν την τελική μαχαιριά. Η φθορά των ίδιων των εργαζομένων προβλέπεται αυξητική (εργασιακά και συλλογικά). Η εκδήλωση αλληλεγγύης από το Βήμα είναι μεν σημαντική, όμως δεν φαίνεται να συγκινεί κανέναν, ιδιαίτερα τα συνδικάτα! Τα τελευταία θα φροντίσουν να πιάσουν πάτο, δίνοντας το ΟΚ στην εταιρεία για την τελική της επίθεση, ακριβώς τη στιγμή που έχουν ετοιμάσει μια φιέστα διεθνών διαστάσεων!

Πράγματι, τελευταία εβδομάδα του Μαΐου, ετοιμάζεται το παγκόσμιο συνέδριο της IFJ (Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων), στην Αθήνα για πρώτη φορά στην ιστορία. Η σχέση του δημοσιογραφικού συνεδρίου με τον Οικονομικό Ταχυδρόμο είναι καταρχήν κάπως τυχαία: ο εκπρόσωπος του ΟΤ, Τ.Αναστασιάδης, έχει οριστεί σύνεδρος (παρατηρητής σύνεδρος) εκ μέρους της ΠΟΕΣΥ!  Και αυτό παίρνει απότομα μια απρόσμενη σημασία όταν, εν μέσω ακριβώς του συνδικαλιστικού συνεδρίου, η εταιρεία (ΔΟΛ) ανακοινώνει το κλείσιμο του ΟΤ! Δεν ξέρουμε αν αυτό ήταν τυχαίο ή όχι, μάλλον το πρώτο συμβαίνει. Όμως, έτσι, δόθηκε η ευκαιρία στα δημοσιογραφικά σωματεία, με επί κεφαλής την ΕΣΗΕΑ (την οποία όμως ακολούθησαν πιστά και τα άλλα!), να δώσουν την πιο αξιοθρήνητη μάχη που μπορούσε κανείς να φανταστεί υπερασπιζόμενα τον εργοδότη ενάντια στους εργαζόμενους και μάλιστα έχοντας για «κοινό» τους συνδικαλιστές δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο! Οι λεπτομέρειες δεν έχουν ίσως ιδιαίτερη σημασία. Μια μικρή περιγραφή τους αρκεί.

Η τελευταία εβδομάδα του Μαΐου είναι ταυτόχρονα η εβδομάδα που οργανώνεται το συνέδριο στο Κάραβελ και η τελευταία εβδομάδα εργασίας του ΟΤ. Οι εργαζόμενοι μαθαίνουν την αναγγελία θανάτου του την Παρασκευή 28/5 το βράδυ, όταν στο ατελιέ οι συνάδελφοι χτυπάνε το editorial στο τελευταίο 16-λιδο που κλείνει. Όμως, ήδη από την Τετάρτη, 26/5, οι φήμες και οι ενδείξεις για το κλείσιμο είναι έντονες. Ο Αναστασιάδης, όντας σύνεδρος εκ μέρους της ΠΟΕΣΥ, αποφασίζει και προτείνει, πρωτοβουλιακά, ψήφισμα συμπαράστασης στους εργαζόμενους του ΟΤ. Οι ψηφοφορίες είναι για το Σάββατο, όμως η διορία για την κατάθεση ψηφισμάτων είναι ακριβώς η Τετάρτη.

Και τότε, μόλις μαθαίνεται ότι υπάρχει πρόταση ψηφίσματος για τον Οικονομικό Ταχυδρόμο, που αναφέρεται ονομαστικά στην εταιρεία (ΔΟΛ), μπαίνει παρασκηνιακά μια μηχανή μπροστά: οι ελληνικές ενώσεις αρχίζουν και συνομωτούν για να εξαφανιστεί το ψήφισμα ή για να αλλοιωθεί και να μην υπάρξει καμία ονομαστική αναφορά στον ΔΟΛ ή στον ΟΤ. Αυτό μάλιστα γίνεται γνωστό στον Αναστασιάδη, κατά λάθος και δυο μέρες μετά, μόνο την Παρασκευή το απόγευμα, την ίδια ώρα που μαθαίνεται ότι οι φόβοι για το κλείσιμο δεν είναι πλέον απλώς φόβοι: είναι ήδη επίσημη πραγματικότητα! Η συνομωσία αποδεικνύεται τελικά επιτυχής: καταρχήν, με προφανή πρωτοβουλία και χειρισμούς από την ισχυρή ΕΣΗΕΑ, όλες οι ενώσεις «συσπειρώνονται μαζί» (ακόμα και η ΠΟΕΣΥ -η αντιπροσωπεία της!) με κοινή φωνή στο ίδιο το συνέδριο (Ν.Μεγγρέλης, Κ.Μπετινάκης, Ν.Κατσαμά). Και, βέβαια, καταφέρνουν έτσι, παρουσιάζοντας «αραγές ελληνικό μέτωπο» απέναντι στο υπόλοιπο συνέδριο, να πάρουν (οριακά) πίσω το ψήφισμα για τον ΟΤ και να το αντικαταστήσουν με ένα ανούσιο και γενικόλογο κείμενο.

Πέραν της τελικής έκβασης και πέραν της αιτιολόγησης, της πραγματικής, το θέμα έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, και καθιστά και την «ελληνική νίκη» ακόμα πιο μεγάλη, για δύο λόγους. Γιατί η επίτευξή του προϋπέθεσε σύγκρουση με τον εκπρόσωπο του ΟΤ (και όσους τον στήριζαν -τους ίδιους τους εργαζόμενους του ΟΤ, αλλά και άλλους συνδικαλιστές, ακόμα και συνέδρους) και γιατί επίσης σήμαινε σύγκρουση και με το υπόλοιπο συνέδριο, έστω και μόνο για να γίνει κατανοητός ο λόγος που τα «ενωμένα ελληνικά σωματεία» δεν ήθελαν να συμπαρασταθούν σε εργαζόμενους που μόλις ανακοινώνεται η οιωνεί απόλυσή τους! Το τελευταίο ενισχύεται και από τους τακτικούς χειρισμούς της ίδιας της αντιπροσωπείας στη συζήτηση για το ψήφισμα, που αναγκάστηκε να δείξει ξεγυμνωμένα τη λογική της. Αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση για τροποποίηση, προέβαλε γυμνό τον εκβιασμό του συνεδρίου («είμαστε όλοι οι Έλληνες μαζί και σας το λέμε, εμείς που ξέρουμε, άρα πρέπει να το κάνετε, έστω και αν δεν καταλαβένετε γιατί» -Μπετινάκης), ενόψει του κινδύνου να υιοθετηθεί ψήφισμα για τον ΟΤ δοκίμασε τους πιο χυδαίους ελιγμούς (να παραπεμφθεί το θέμα στην Εκτελεστική Επιτροπή, δηλαδή μετά από μήνες! -Μεγγρέλης), απαίτησε να μην μιλήσει -πριν την ψηφοφορία- ο αντιπρόσωπος των εργαζομένων, και προσπάθησε να ενοχοποιήσει τους συνέδρους βάζοντας το διεθνή γραφειοκράτη (Ουάιτ) να τους πει ότι μαθαίνει από τους Έλληνες ότι, αν υπάρξει ψήφισμα για τον ΟΤ, τότε «κινδυνεύουν οι συμβάσεις»! Το θέαμα της ελληνικής αντιπροσωπείας υπήρξε αληθινά άθλιο και καταγράφηκε ως τέτοιο!

Η αθλιότητα του θεάματος αυτού ενισχύεται και από το ότι αυτή η μάχη ήταν αποκλειστικά, όχι μόνο η μόνη μάχη, αλλά και η μόνη παρέμβαση από τις ελληνικές ενώσεις μέσα στο συνέδριο! Η μόνη, είναι αλήθεια, ανοιχτή παρέμβαση. Γιατί υπήρχε άλλη μία, που ήταν οι μανούβρες για να εκλεγεί ο εκλεχτός της ΕΣΗΕΑ (Μεγγρέλης) στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΔΟΔ -πράγμα όχι δύσκολο για τα διεθνή δεδομένα, αφού πάντα το συνέδριο της ΔΟΔ, κατ’έθιμο, εκλέγει έναν από τη χώρα που διοργανώνει το συνέδριο, αν και ίσως περιέπλεξε απλώς τις γραφειοκρατικές μανούβρες στο εσωτερικό των ελληνικών ενώσεων, για να μην υπάρξει άλλη υποψηφιότητα! Με λίγα λόγια, οι ελληνικές ενώσεις δεν είχαν τίποτα να πουν ή να προτείνουν στο παγκόσμιο συνδικαλιστικό τους συνέδριο, ενώ βάσισαν όλη τους τη φιλοδοξία για διεθνή «αναγνώριση» στις ικανότητές τους για φιλοξενία, για δείπνα, για ταξίδια, για επισήμους, και γενικώς για γκλαμουριά. Προφανώς, ένα τμήμα των συνέδρων μπορεί να εντυπωσιάστηκε. Όμως, ένα άλλο τμήμα υπήρξε πολύ επιφυλακτικό, ή έστω προβληματισμένο, τουλάχιστον με τα λεφτά και την πολυτέλεια που καταφέρνουν να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά σωματεία. Η τελευταία, και μόνη, μάχη πολιτικής που δώσανε τα ελληνικά σωματεία (ενάντια στους εργαζόμενους του ΟΤ), ασφαλώς επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους τους -και με αυτή την έννοια «διέλυσε το συνέδριο» (όπως παραπονιόταν ένας Μεγγρέλης), δηλαδή άφησε γυμνό το βασιλιά!

 Η κατάπτωση και η γύμνια του βασιλιά είχε μια έμμεση επίπτωση: ότι μπορεί το συνέδριο να ενέδωσε (οριακά μάλιστα) στον εκβιασμό των Ελλήνων για το ψήφισμα, όμως, πρώτον, έκανε το θέμα του Οικονομικού Ταχυδρόμου κατά κάποιον τρόπο κεντρικό (είναι από τις συζητήσεις ψηφισμάτων που κράτησαν το περισσότερο) και, επιπλέον, προσέφερε σε ένα εναλλακτικό κείμενο υπογραφών για τον ΟΤ, που πρότεινε ο Αναστασιάδης, ιδιαίτερη συμπάθεια: σε ελάχιστο χρόνο μαζεύτηκαν, επί τόπου, 101 υπογραφές από συνδικαλιστές δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο (από την ελληνική αντιπροσωπεία, προφανώς, σχεδόν κανείς δεν το υπέγραψε -στην ουσία μόνο η Ν.Κατσαμά της ΠΟΕΣΥ, αφού οι άλλες δύο, Φ.Πετραλιά και Α.Μοςς, ούτως ή άλλως βρίσκονταν στο στόχαστρο των ελληνικών ενώσεων)!

Δεν ξέρουμε ποιό ρόλο έπαιξε η επιτυχής μάχη των ελληνικών ενώσεων στο συνέδριο σε υπεράσπιση του ΔΟΛ. Αν δηλαδή το επίτευγμα αυτό έδωσε το ΟΚ στην εταιρεία να προχωρήσει στην επίθεσή της ενάντια στο περιοδικό και τους εργαζομένους του, αν η χρονική σύμπτωση ήταν τυχαία, ή αν συνέβη το αντίστροφο, δηλαδή αν η απόφαση για το κλείσιμο απαιτούσε από τους «συνδικαλιστές» να ελαχιστοποιήσουν τις αντιδράσεις. Όμως, όποια και να ήταν η πραγματική σχέση, αυτό που αντικειμενικά συνέβη είναι πως η ίδια η προσπάθεια υποστήριξης του ΔΟΛ ενάντια στους εργαζομένους του από τα σωματεία, λειτούργησε μεγενθυντικά για το πρόβλημα. Η τυχαία συνύπαρξη του εκπροσώπου του ΟΤ στο συνέδριο απλώς διεύρυνε ακόμα περισσότερο, απογυμνώνοντάς την, την επικρατούσα λογική των ενώσεων. Στην πραγματικότητα, η κινητήρια δύναμη της αντίδρασης εξακολουθούσε να είναι ο πηρύνας ανθρώπων του ΟΤ και η συνοχή του! Άλλωστε, χωρίς τον εκπρόσωπο (που ήταν στο συνέδριο), οι εργαζόμενοι στον ΟΤ, με το που είδαν το περίφημο editorial, που ανάγγελνε το θάνατό τους, κινητοποιήθηκαν αμέσως προς την χαραγμένη κατεύθυνση: άμεση δημοσιοποίηση, υπευθυνοποίηση των συνδικάτων, άρνηση της προσπάθειας της εταιρείας να τους φορτώσει τις επιπτώσεις των επιχειρηματικών της ανοησιών.

Είναι αλήθεια πως η προσπάθεια αυτή σκόνταψε, ή μειώθηκε, όχι μόνο στα ίδια τα συνδικάτα, αλλά και σε ένα άλλο φαινόμενο, που δεν ήταν εκ των προτέρων δεδομένο. Η προσπάθεια δημοσιοποίησης είχε ένα νόημα, αν μπορούσε να περάσει μαζικά σε κάποια από τα μήντια. Και μια από τις προβαλλόμενες αντιρρήσεις, άλλωστε, ήταν ότι μια δημοσιοποίηση ενάντια στον ΔΟΛ θα χρησιμοποιηθεί αμέσως από τους κύριους ανταγωνιστές του (συγκροτήματα όπως Ελευθεροτυπίας, Καθημερινής, κλπ.). Όμως, ήταν αυτό που καθόλου δεν έγινε! Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ακριβώς το αντίστροφο: ένα είδος «μετώπου των εργοδοτών» (ίσως άτυπο). Η πληροφόρηση για τον ΟΤ συρρικνώθηκε στο ελάχιστο δυνατόν, τουλάχιστον από τα μεγάλα αυτά συγκροτήματα, και αυτό είναι ένα δεδομένο που επικράτησε σε όλο το διάστημα (και πριν και ακόμα και μετά την τελική νίκη). Και λέει πολλά και εύγλωττα για την ικανότητα των εργοδοτών να περιορίζουν τους δικούς τους ανταγωνισμούς, απέναντι στον κοινό τους εχθρό: τους εργαζόμενους.

Εργαζόμενοι σε απόγνωση

Σαββατοκύριακο του Αγίου Πνεύματος: βρισκόμαστε στο χειρότερο δυνατόν σημείο! Μόλις την Παρασκευή το βράδυ έχουμε μάθει από το editorial ότι το περιοδικό κλείνει. Οι άνθρωποι, και από εμάς και συνάδελφοι από το Βήμα, έχουν φύγει από την Αθήνα και θα επιστρέψουν την Τρίτη. Καμία οδηγία ή σκέψη δεν μας έχει δοθεί από τη διεύθυνση του ΟΤ για το τί θα γίνουν οι εργαζόμενοι, τώρα που κλείνει το περιοδικό. Το Σάββατο χάσαμε τη μάχη στο παγκόσμιο συνέδριο: οι «ενώσεις, ενωμένες» κέρδισαν εναντίον μας και έδωσαν το ΟΚ στην εργοδοσία, στον ΔΟΛ, να κάνει ό,τι θέλει. Και, παρά τις προσπάθειες κοινοποίησης και πέρα από ορισμένα έντυπα, οι ενωμένοι εργοδότες παρουσιάζουν μέτωπο, όπου το θέμα του ΟΤ ή δεν εμφανίζεται καθόλου ή περνάει απλώς στα ψιλά. Υπάρχει κάτι ακόμα, και όχι μόνο συμβολικό, για την αντιμετώπιση, όχι μόνο των εργαζομένων, αλλά και των συνδικάτων τους από την εργοδοσία: την Πέμπτη, 27/5, για πρώτη φορά μετά από δύο μήνες, η διοίκηση του ΔΟΛ ζητάει να συναντηθεί με τη διοίκηση της ΕΣΠΗΤ (υποτιθέμενα αρμόδιου σωματείου), για να της πει, όχι ότι την επόμενη μέρα θα κλείσει τον ΟΤ -όπως προφανώς το έχει ήδη αποφασίσει-, αλλά απλώς ότι το σκέφτεται και θα το κάνει «όταν και αν το ΔΣ της εταιρείας το αποφασίσει». Το χαστούκι που, έτσι, δίνει ο ΔΟΛ (με τη τουλάχιστον συνενοχή των άλλων μεγάλων εργοδοτών) δεν είναι μόνο στους εργαζομένους του: είναι και στα σωματεία, την αρμόδια ΕΣΠΗΤ καταρχήν αλλά και στα υπόλοιπα, και κυρίως και στο παγκόσμιο συνδικάτο μας, την ΔΟΔ, επιλέγοντας τη στιγμή του συνεδρίου για να υλοποιήσει τα σχέδιά του, με τον τρόπο που το κάνει. Και η «αντίδραση», χάρη στα «ενωμένα ελληνικά σωματεία», δεν είναι απλώς ανύπαρκτη: γιατί έχει ηττηθεί πριν ακόμα ξεκινήσει!

Η επιστροφή στα γραφεία, την Τρίτη, 1η Ιούνη, θα μπορούσε, έτσι, να είναι το τέλος! Αν δεν συνέβη αυτό, μάλλον οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα: εν μέσω κατάπτωσης, εργοδοτικής ασυδοσίας και συνδικαλιστικής υποταγής στον ΔΟΛ, μπορεί να αισθανόμαστε ότι ήδη χάσαμε, όμως επίσης ήδη μια ουσιαστική αλληλεγγύη έχει μπει μπροστά! Το κείμενο υπογραφών από το Βήμα σημαίνει πως η εργοδοσία δεν έχει -δυνητικά- απέναντί της μόνο εμάς, έχει και τους συναδέλφους του Βήματος. Και αυτό είναι κάτι που επίσης διαπιστώνεται εύκολα μέσα στα γραφεία. Επιπλέον, ο έλεγχος του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος από τον ΔΟΛ, μέσω των «ενωμένων ελληνικών ενώσεων», είναι αρκετά πλασματικός: η απόδειξη είναι ότι, μπορεί να μην πέρασε (οριακά) το ψήφισμα για τον ΟΤ, αλλά αυτό βασίστηκε περισσότερο στον εκβιασμό των συνέδρων που άσκησαν οι «ενωμένες ελληνικές ενώσεις» και λιγότερο σε μια πραγματική υποταγή τους στις επιθυμίες του ΔΟΛ! Αν δεν πέρασε το ψήφισμα, είναι επειδή οι σύνεδροι δεν μπορούσαν να διανοηθούν τους λόγους για τους οποίους τα ελληνικά σωματεία δεν το ήθελαν και υπέκυψαν στον εκβιασμό, χωρίς να καταλάβουν γιατί. Αυτό πιστοποιείται, αντίστροφα, από τις υπογραφές που μαζεύτηκαν στο εναλλακτικό κείμενο που πρότεινε ο Αναστασιάδης. Η δεύτερη αυτή, απτή, απόδειξη αλληλεγγύης από το διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα έδειχνε ταυτόχρονα πόσο σαθρή είναι, διεθνώς, η ελληνική συνδικαλιστική υποταγή στον ΔΟΛ. Οι δύο αυτές εκφράσεις της αλληλεγγύης, συν ορισμένα απτά σημάδια από μια γενικότερη αλληλεγγύη σε άλλους χώρους εργαζομένων, δίνουν το ηθικό βάρος στους εργαζόμενους του ΟΤ, για να μην τα παρατήσουν, να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.

Η γενική συνέλευση της Τρίτης γίνεται, έτσι, μέσα σε μια ατμόσφαιρα απογοήτευσης και ήττας μεν, αλλά όχι μοιρολατρείας ούτε αποδιοργάνωσης. Δεν ξέρουμε αν έχουμε πολλά να ελπίζουμε, αλλά δεν είναι η στιγμή για να καταθέσουμε τα όπλα: το αίσθημα της αξιοπρέπειας δεν μας το αφήνει. Η διεύθυνση του ΟΤ «δεν έχει τίποτα να πει» -περιμένει οδηγίες από την εταιρεία. Η γενική συνέλευση υιοθετεί μια απόφαση πλαίσιο, και αποφασίζει να πάνε σύσσωμοι οι εργαζόμενοι να την παραδώσουν στην ΕΣΗΕΑ, το κεντρικό και πιο ισχυρό συνδικάτο, που το μεσημέρι έχει ΔΣ. Η απόφαση πλαίσιο ζητάει να μην πληρώσουν οι εργαζόμενοι του ΟΤ τις ζημιές από τα επιχειρηματικά λάθη της εταιρείας και να κατοχυρωθεί μια δεσμευτική και συνολική συμφωνία, για όλους μας, με τα συνδικάτα μας. Ξέρουμε, βέβαια, ότι αυτά μας έχουν ήδη πουλήσει: όμως, ακόμα και το τελευταίο δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως τέτοιο! Πρέπει να το εκμεταλλευτούμε: τα συνδικάτα οφείλουν να διαπραγματευτούν με την εταιρεία -και το αντίστροφο. Έστω και για τα μάτια του κόσμου!

Η πίεση και η δημοσιοποίηση αποδίδει! Εταιρεία και συνδικάτα κλείνουν ραντεβού. Το «διασωματειακό» βγάζει ανακοίνωση για το ότι «αντιπροσωπεία» του «θα συναντηθεί με εκπρόσωπο του ΔΟΛ, την Πέμπτη 3 Ιουνίου 2004, για να ενημερωθεί για τις εξελίξεις». Και την Πέμπτη, ημέρα δημοσίευσης του τελευταίου τεύχους του ΟΤ, γίνεται η συνάντηση αυτή όπου παρίστανται 4 Πρόεδροι ενώσεων (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΠΗΤ, ΕΤΗΠΤΑ, ΕΠΗΕΑ). Η εταιρεία δηλώνει ότι θα απολύσει όλους τους εργαζόμενους του ΟΤ, τους οποίους τους φουσκώνει σε 21 (αντί των 13) και μετά λέει ότι θα το «επανεξετάσει» και να περάσουν την άλλη μέρα να τους πει τις αποφάσεις της. Το περιθώριο για παζάρι έχει μπει και απ’ό,τι φαίνεται όχι μόνο από την εταιρεία: η τελευταία ετοιμάζεται προφανώς να παρουσιάσει μια «υποχώρηση» (να μην απολύσει αυτούς που ούτως ή άλλως δεν θα απέλυε -τους διευθυντές και όσους έχουν ήδη ενταχθεί από πολύ καιρό, μερικοί από χρόνια, σε άλλα έντυπα του οργανισμού και απλώς εξακολουθούν να έχουν τμήμα της μισθοδοσίας τους τυπικά από τον ΟΤ, ή και μερικούς που όντας σε άλλο έντυπο γράφουν πότε-πότε και για τον ΟΤ) και οι συνδικαλιστές διερευνούν τη δυνατότητα να «κρατήσει» και κανέναν άλλον ακόμα, με «κοινωνικά κριτήρια», ούτως ώστε να μπορέσει να παρουσιαστεί μια «νίκη». Για κάθε ενδεχόμενο, φορτώνουν και στον Πρόεδρο της ΕΣΠΗΤ, Γ.Πλαχούρη, που είναι η πλέον αδύναμη ένωση και που, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως εξιλαστήριο θύμα, να συνεχίσει τις επαφές με την εργοδοσία.

Η προβοκάτσια της εταιρείας

Το σχήμα αυτό θα μπορούσε ίσως να δουλέψει, αν δεν σκόνταφτε σε τρία πράγματα. Το πρώτο ήταν ότι οι εργαζόμενοι του ΟΤ είχαν ήδη θέσει το πλαίσιο και ήταν αυτοί που έσπρωξαν έως το τέλος για να μπορέσει να γίνει η «διαπραγμάτευση». Ήταν πολύ δύσκολο, έτσι, να σερβιριστεί ως «μερική» ή «ρεαλιστική» νίκη ο,τιδήποτε ξέφευγε από το πλαίσιό τους χωρίς οι ίδιοι να το αποδεχτούν ή έστω να το ανεχτούν. Το δεύτερο ήταν ότι η αθλιότητα των συνδικάτων, ιδιαίτερα στο παγκόσμιο συνέδριο, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που η αλαζονεία της εργοδοσίας δεν έκανε καν τον κόπο να τους δώσει κάποιο ψίχουλο να έχουν να μοιράσουν: ο κίνδυνος ήταν, για τους τελευταίους, να απογυμνωθούν όχι μόνο απέναντι στους ξένους συνδικαλιστές αλλά και απέναντι σε όλους τους εργαζόμενους, τουλάχιστον του συγκροτήματος. Και το τρίτο ήταν ότι οι ίδιες οι γραφειοκρατικές μανούβρες μπορούσαν να τους ρίξουν στις δικές τους παγίδες: οι «όρκοι αγωνιστικότητας» μεταξύ σωματείων ενέχουν και αντιφάσεις, καθώς μπορεί κάποιος, ακόμα και μια από τις ηγεσίες, να τους πάρει στα σοβαρά ή τουλάχιστον να τους χρησιμοποιήσει. Και τα τρία έπαιξαν το ρόλο τους στη συνέχεια.

Το πρώτο, για παράδειγμα, έκανε πολύ δύσκολη μια απλή και ωμή υπερπήδηση των εργαζομένων. Αμέσως μετά τη συνάντηση με την εργοδοσία, έτσι, οργανώθηκε συνάντηση του εκπροσώπου του διασωματειακού, Γ.Πλαχούρη, με τους εργαζόμενους του ΟΤ, για αμοιβαία «ενημέρωση». Ενόψει της επόμενης συνάντησης με τον ΔΟΛ, οι «λεπτομέρειες» δεν μπορούσαν να αγνοηθούν (ποιός είναι ποιός, τί κάνει και ποιές θα είναι ενδεχόμενες πραγματικές «υποχωρήσεις» της εταιρείας και ποιές θα είναι φούμαρα). Το πλαίσιο της «συζήτησης» για την επομένη δεν άφηνε πολλά περιθώρια, ακόμα περισσότερο που ο Πλαχούρης στελνόταν «αντιπρόσωπος» εκ μέρους και των άλλων ενώσεων (ιδιαίτερα της ΕΣΗΕΑ) που ήθελαν να βγάλουν την ουρά τους απέξω! Η μετάθεση του βάρους αυτού στον ίδιο τον Πλαχούρη, παρόλο που τον φούσκωνε σαν παγώνι, δεν του άφηνε το περιθώριο να αποδεχτεί μόνος του όλη την εργοδοτική αλαζονεία: θα ζητούσε να την μοιραστεί με τους εργαζόμενους ή με τις άλλες ενώσεις, για να μην υποστεί μετά μόνος τις επιπτώσεις. Οι αντιφάσεις του «διασωματειακού», όμως, λειτουργούν και προς την αντίθετη κατεύθυνση: η συνάντηση αυτή, για παράδειγμα, οργανώθηκε στα γραφεία της ΕΠΗΕΑ. Δεν ήταν τελείως τυχαίο: η ΕΠΗΕΑ δεν διέθετε μέλος της στον ΟΤ, όμως ήταν μία από αυτές που δήλωναν έτοιμες να αγωνιστούν και να απεργήσουν και η απειλή της αυτή μπορούσε να λειτουργήσει προωθητικά σε όλο το διασωματειακό (πράγμα, άλλωστε, που έγινε και στη συνέχεια). Οι εργαζόμενοι του ΟΤ δεν παρέλειψαν να το χρησιμοποιήσουν και αυτό!

Το τρίτο ήταν η ίδια η αλαζονεία της επιχείρησης, τονωμένη από τα ίδια τα δημοσιογραφεικά σωματεία, που την έκανε, αν όχι να τα περιφρονεί, τουλάχιστον να τα αγνοεί σε τέτοια έκταση που της έγινε μπούμερανγκ -με τη βοήθεια και των εργαζομένων στον ΟΤ! Είναι το κρίσιμο σημείο, χρονικά και ουσιαστικά, εδώ όπου κρυσταλλώθηκαν εκρηχτικά όλες αυτές οι αντιφάσεις. Και είναι η αρχή της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων, που ξεκινάει ακριβώς με μια προβοκάτσια.

Πιο συγκεκριμένα, Παρασκευή, 4 Ιουνίου, 12.30΄: είναι η ώρα που ο Πλαχούρης, εκπρόσωπος των σωματείων, συναντιέται με τον Ψυχάρη, εκπρόσωπο της εταιρείας. Στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, η συνάντηση έχει απλώς ένα νόημα: η εταιρεία του ανακοινώνει ότι όλοι (στην πράξη) απολύονται. Σε αυτή τη βάση είναι προφανές ότι κανείς συνδικαλιστής, ούτε καν ο Πλαχούρης, δεν μπορούσε απλώς να «συμφωνήσει», θα χρειαζόταν και κάποιο ψίχουλο, κάποια δικαιολογία, καθώς οι εργαζόμενοι καραδοκούν στον κάτω όροφο! Όμως, ακόμα και αυτό θα μπορούσε ίσως να περάσει: στο κάτω-κάτω η εταιρεία ξέρει πως μόλις πιο πριν τα συνδικάτα αυτά την σώσανε από ένα ψήφισμα στο διεθνές συνέδριο, χωρίς να μετρήσουν καν τη δική τους εικόνα. Είτε λοιπόν στόχευε στο να τα αφήσει να πουν καμιά-δυο «αγωνιστικές» κουβέντες και μετά να καταλαγιάσει το πράγμα και να απολύσει τους εργαζόμενους με την ηρεμία της, είτε στόχευε σε ένα μετέπειτα βήμα (ή και με προηγούμενη συνεννόηση) να «δώσει» στα συνδικάτα «ένα-δυο άτομα» να έχουν να πανηγυρίσουν.

 Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η αλαζονεία της εταιρείας, η σιγουριά της ότι έχει τα συνδικάτα μαζί της, την έκαναν να προχωρήσει ακόμα πιο πέρα: δεν παίρνει καν την προφύλαξη να αφήσει τα συνδικάτα να παρουσιάσουν τις αποφάσεις της εταιρείας ή έστω να τα αφήσει να φύγουν, να της αδειάσουν το χώρο, και να προχωρήσει στην εφαρμογή των αποφάσεών της. Την ώρα ακριβώς που «συζητάει» με τον Πλαχούρη, στον 7ο όροφο, την ίδια αυτή στιγμή δίνει εντολή στη διεύθυνση του Οικονομικού να απολύσει όλο τον κόσμο. Ένας-ένας καλείται από τη διεύθυνση για να του ειπωθεί «να περάσει από το λογιστήριο». Όλοι είναι, άλλωστε, εκεί, παρόντες, στον 6ο όροφο, αναμένοντας τα αποτελέσματα της συνάντησης Ψυχάρη-Πλαχούρη. Η υποτιθέμενη «διαπραγμάτευση» στον 7ο όροφο είναι δηλαδή μια κοροϊδία και η εταιρεία φροντίζει να το κάνει όσο γίνεται πιο σαφές -για όσους δεν το έχουν καταλάβει. Δεν ξέρουμε αν, πράγματι, αυτό έγινε συνειδητά, για να απαιτήσει από τους συνδικαλιστές που τόσο την εξυπηρέτησαν να συνεχίσουν να το κάνουν σε οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιοδήποτε κόστος ή εξευτελισμό, ή αν έγινε επειδή, θεωρώντας τους τόσο δικούς της, δεν σκέφτηκε καν να προφυλάξει τα προσχήματα των δικών τους σχέσεων με τους εργαζόμενους, χωρίς τα οποία θα της ήταν άχρηστοι. Όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς, αντικειμενικά ήταν μια προβοκάτσια, που εξαφάνιζε κάθε πρόσχημα εκπροσώπησης από τους συνδικαλιστές, που δηλαδή τους ωθούσε σε ακραίο επίπεδο εξευτελισμού!

Αντικειμενικά δεν σημαίνει αναγκαστικά και υποκειμενικά! Όμως, οι εργαζόμενοι του ΟΤ φρόντισαν αμέσως να το σημάνει: μόλις μαθαίνεται ότι απολυόμαστε, την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι τα συνδικάτα μας «διαπραγματεύονται» με την επιχείρηση, ο εκπρόσωπος του ΟΤ αλωνίζει τα γραφεία και συγκαλεί επί τόπου Γενική Συνέλευση, στην οποία καλεί όλους τους συναδέλφους του Βήματος: το πρώτο και άμεσο είναι όλα τα σωματεία, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούνται από τον Πλαχούρη, να σταματήσουν πάραυτα οποιαδήποτε «συζήτηση» (στην πραγματικότητα κοροϊδία) με τον Ψυχάρη. Τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά: όλοι οι γνωστοί συνδικαλιστές και τα σωματεία καλούνται επειγόντος. Μέσα σε λίγη ώρα, στα γραφεία του Βήματος γίνεται ο χαμός: συνέλευση των εργαζομένων του ΟΤ, συνδικαλιστές που έρχονται να δουν και να συμμαζέψουν την κατάσταση, συνάδελφοι του Βήματος που έχουν επίσης αρχίσει να εξοργίζονται, η διεύθυνση του ΟΤ στη γωνία αμήχανη, μεγάλα στελέχη του Βήματος που ανακατεύονται στη συζήτηση, εκπρόσωποι της εταιρείας που ζητούν να σταματήσει η φασαρία (για να μπορέσουν να «δουλέψουν» στο Βήμα -που επί τόπου απορρίπτεται!), ο Πλαχούρης που κατεβαίνει για να «ενημερώσει» και βρίσκεται μπροστά σε μια αναπάντεχη κατάσταση, κλπ. Οι συνδικαλιστές που είναι παρόντες ζητάν από τους εργαζόμενους να μην πάνε στο λογιστήριο, «μέχρι να δούμε».

Οι εργαζόμενοι του ΟΤ ορύονται ότι πρέπει αμέσως, εδώ και τώρα, να κηρυχτεί απεργία στο Βήμα και σε όλο τον οργανισμό. Αρκετοί συνάδελφοι του Βήματος συμφωνούν και πάντως πολλοί ζητάνε μια άμεση, επί τόπου, σύγκληση γενικής συνέλευσης του Βήματος. Οι συνδικαλιστές, με τη σειρά τους, ζητούν μια μικρή αναβολή, για μια δυο ώρες, να πάνε στα διάφορα ΔΣ να αποφασίσουν και μετά να ξαναέρθουν να συνεχιστεί η συνέλευση. Οι εργαζόμενοι του ΟΤ, εντωμεταξύ, με προτροπή των συνδικαλιστών, φτιάχνουν νέο κείμενο υποστήριξης προς τους εργαζόμενους του ΟΤ και αρχίζουν να μαζεύουν υπογραφές: μέσα σε λίγη ώρα μαζεύονται αρκετές υπογραφές (καμιά 70-ριά), αλλά δεν είναι το σημαντικό αυτό. Το σημαντικό είναι η αναμονή της γενικής συνέλευσης. Η οποία, ωστόσο, δεν έρχεται: τα σωματεία αποφασίζουν να παραπέμψουν το θέμα για τη Δευτέρα, στο «διασωματειακό». Βγάζουν μια ανακοίνωση μεν, αλλά «ξεχνούν» να βάλουν την πρόκληση του ΔΟΛ προς τα ίδια και η ΕΣΗΕΑ μάλιστα «ξεχνάει» να την βάλει και στο σάιτ της! Παρόλα αυτά, η ανακοίνωση λέει το βασικό (καμία απόλυση συν κινητοποίηση).

Το πλαίσιο έχει, έτσι, μπει και ούτε και η πρόκληση μπορεί να κρυφτεί: η ΠΟΕΣΥ, άλλωστε, στην ανακοίνωσή της, τη Δευτέρα, την θυμίζει, και πάντως όλοι την ξέρουν, έστω και αν η ανακοίνωση του διασωματειακού την «ξεχνάει». Επί της ουσίας, η κατηφόρα των δημοσιογραφικών σωματείων δεν μπορεί να συνεχίσει, χωρίς να χαθούν και τα τελευταία προσχήματα ανεξαρτησίας! Η ίδια η εταιρεία, με την υπεροψία της τουλάχιστον, το έχει φροντίσει αυτό! Και τώρα δεν είναι καν θέμα μόνο των δημοσιογραφικών σωματείων, αγγίζει το συνδικαλισμό, ως τέτοιον, και τίθεται και στο «διασωματειακό»: όπου δεν είναι μόνο τα δημοσιογραφικά σωματεία, αλλά και άλλα που δείχνουν πολύ πιο αποφασισμένα, όπως η ΕΠΗΕΑ. Οι αντιφάσεις του «διασωματειακού» θα αρχίσουν, έτσι, να λειτουργούν αντίστροφα: αντί να σέρνει ο ένας τον άλλον προς τα πίσω, στις συγκεκριμένες συνθήκες, κινδυνεύει να σύρει ο ένας τον άλλον προς τα εμπρός (έτσι, για παράδειγμα, προτρέχοντας, το ότι η εφημεριδοπώλες δεν θα μπουν στην αναγγελόμενη απεργία, δεν αρκεί για να την εμποδίσει)! Ακόμα περισσότερο που αποφασιστικά υπεισέρχεται άλλος ένας παράγοντας, η κοινωνία, και μάλιστα πάλι από την εταιρεία προκαλούμενη!

Εισβολή της κοινωνίας

Όπως το είδαμε και με την ιστορία του ΟΤ ειδικά και της εξάρτησης από ένα «κοινό», η σχέση ποτέ δεν είναι απλώς εταιρεία από τη μια πλευρά και εργαζόμενοι από την άλλη, έστω με τη διαμεσολάβηση σωματείων. Δεν υπάρχει κενό γύρω-γύρω. Και όποιες και να είναι οι διαθέσεις ή οι εκφράσεις της κοινωνίας, μπορεί το βάρος της να είναι πιο κρίσιμο και απ’ό,τι φαίνεται από πρώτη ματιά. Εδώ καταρχήν αναφερόμαστε σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί «τυχαίο», αν και προφανώς δεν είναι. Την ίδια αυτή Παρασκευή, που μας απολύουν, όπως μας απολύουν, η εταιρεία αναρτάει μια ανακοίνωση, στα γραφεία του Βήματος, που αντικειμενικά μοιάζει για δεύτερη προβοκάτσια! Τη Δευτέρα, λέει, θα παρουσιάσει στο Μέγαρο Μουσικής το νέο της πρόγραμμα για τα ένθετα του Βήματος! Προφανώς σε αυτό το πρόγραμμα δεν φιλοδοξούσε να συμπεριλάβει την μοίρα του ΟΤ, αλλά η μοίρα γενικότερα δεν μπορούσε και να τον απομονώσει από αυτό!

Με πρωτοβουλία του Φόρουμ των ΜΜΕ, μια σειρά συλλογικότητες (Αριστερό ΜΜέτωπο, Πρωτοβουλία ΜΜΕ, Γένοβα 2001) άρπαξαν την ευκαιρία και βάλθηκαν να οργανώσουν τη Δευτέρα μια συγκέντρωση συμπαράστασης στους εργαζομένους του ΟΤ μπροστά από το Μέγαρο ακριβώς! Και για τους εργαζόμενους του ΟΤ ήταν η ευκαιρία να ξεπεραστεί κάπως η συνομωσία της σιωπής που πάνω κάτω είχαν εφαρμόσει οι εργοδότες ενωμένοι και να τεθεί το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις: δεν είναι μόνο η δουλειά 13 ανθρώπων, αλλά είναι όλο το πλέγμα της εργοδοτικής ασυδοσίας, της ελαστικότητας της εργασίας, της πληροφόρησης, κλπ. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες του Σαββατοκύριακου, η συγκέντρωση έμελε να είναι μια επιτυχία: τόσο σε σχέση με τον κόσμο που ήρθε, συνάδελφοι από διάφορα άλλα μέσα, όσο και σε σχέση με τη δυσκολία που προφανώς έβαλε στους οργανωτές μέσα στο Μέγαρο. Το ζήτημα είχε ξεπεράσει πλέον τα στενά γραφεία του οργανισμού ή τις συνεννοήσεις με τα συνδικάτα και ανοιγόταν στην κοινωνία, αρχίζοντας με τα άλλα ΜΜΕ! Δεν ήταν πλέον μόνο τα προσχήματα απέναντι στους εργαζόμενους του ΔΟΛ που διακυβεύονταν, αλλά και η εικόνα απέναντι στους υπόλοιπους εργαζόμενους και την κοινωνία.

Η συγκέντρωση αυτή μπορεί να συνδεθεί, άλλωστε, και με μια άλλη συγκέντρωση που επίσης αφορά την ιστορία της μάχης του ΟΤ. Γιατί οι βασικές διοργανώτριες δυνάμεις της είχαν κάνει επίσης μια επιτυχημένη συγκέντρωση μπροστά (και μέσα) στο Κάραβελ στη διάρκεια του παγκόσμιου συνεδρίου της ΔΟΔ. Ο στόχος τότε ήταν να τεθεί στο παγκόσμιο συνέδριο η ανάγκη ανοίγματος των ελληνικών δημοσιογραφικών συνδικάτων και η καταπολέμηση των συντεχνιακών τους κληρονομιών και πολιτικών. Είναι αλήθεια ότι η συνδικαλιστική γραφειοκρατία το βίωσε επίσης ως πλήγμα εναντίον της -αν και η ίδια έκανε πολύ περισσότερα στη συνέχεια για να εκτεθεί στα μάτια των συνέδρων (με αφορμή το ψήφισμα για τον ΟΤ ακριβώς). Η ικανότητα αποτελεσματικής κινητοποίησης των ίδιων αυτών δυνάμεων, τώρα, για το θέμα του ΟΤ αποτελούσε μια πρόσθετη διπλή πίεση: όχι μόνο απέναντι στην εταιρεία, προφανώς, αλλά και απέναντι στα σωματεία. Δεν ήταν τώρα διάφοροι περίεργοι, ακρο-αριστεροί, κλπ., όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν, δεν ήταν καν καμιά 300-ριά συνδικαλιστές απ’όλο τον κόσμο: ήταν η καρδιά του κεντρικού μαγαζιού που εκτίθετο μπροστά στη λάμψη του Μεγάρου Μουσικής και στην κοινή αυτή θέα εκτίθεντο μαζί πλέον και τα σωματεία.

Απεργία!

Τα τελευταία συνεδρίαζαν την ίδια ώρα της συγκέντρωσης. Την ίδια αυτή ώρα, επίσης η εταιρεία έπαιρνε έναν-έναν τους εργαζομένους του ΟΤ στα κινητά τους να τους πει επισήμως ότι οφείλουν να παρουσιαστούν αμέσως στο λογιστήριο: και έπαιρνε την τυποποιημένη απάντηση, ότι «όχι, δεν μας το επιτρέπουν τα σωματεία μας». Τα τελευταία είχαν, έτσι, να σηκώσουν ένα βάρος που ξεπερνούσε τις διαπραγματευτικές τους δυνάμεις ή τις σχέσεις τους με την εργοδοσία. Είχαν να χειριστούν το «φτύσιμο» της εταιρείας εν μέσω κοινοποίησής του, όχι μόνο στους εργαζόμενους του ΟΤ ή του Βήματος, αλλά εν μέσω ενός διογκούμενου κύματος διαμαρτυρίας. Ακόμα και αυτή τη στιγμή, η εταιρεία δεν έδωσε περιθώρια ελιγμών (εκτός του ότι δεν προχώρησε σε κοινοποίηση με κλητήρα των απολύσεων). Τα περιθώρια ήταν πολύ στενά! Και είχαν ξεφύγει οριστικά από τον κλειστό κύκλο των 13 ατόμων του ΟΤ ή έστω και του Βήματος. Δεν υπήρχε ούτε δείγμα δικαιολογίας για οποιονδήποτε ελιγμό. Το αίτημα προς την εταιρεία οδηγούσε απευθείας σε σύγκρουση, φτάνει κάποιος να το έθετε -και το έθεσε. Όσοι δεν ήθελαν τη σύγκρουση δεν μπορούσαν πλέον να τραβήξουν πίσω το διασωματειακό -απλώς μένουν εκτός απεργίας (όπως οι εφημεριδοπώλες).

Επιστρέφοντας στα γραφεία του ΟΤ, μετά τη συγκέντρωση στο Μέγαρο, ξέρουμε ήδη ότι το τελευταίο αποφάσισε απεργία για την Τετάρτη, 9/6, σε όλο το συγκρότημα. Η ανακοίνωση, μάλιστα, θέτει και ένα ακόμα ζήτημα, «την ευθεία επίθεση κατά του συνδικαλιστικού δικαιώματος, της ελευθερίας της συνδικαλιστικής έκφρασης και δράσης με την απόλυση εκλεγμένων εκπροσώπων των εργαζομένων», που πέρα από αυτά που λέει προφανώς επίσης συνδέεται και με τη συνολικότερη αντιμετώπιση των συνδικάτων από την εταιρεία.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία (ή τουλάχιστον στην ιστορία που θυμόμαστε) που κηρύσσεται απεργία αποκλειστικά και μόνο στον ΔΟΛ -και σε όλον τον ΔΟΛ! Απεργία στον Κουρή είχε κηρυχτεί, και σε άλλα μαγαζιά επίσης, όμως απεργία στον ΔΟΛ αυτό έμοιαζε ανήκουστο. Τα στελέχη της εταιρείας είναι εμφανώς ανήσυχα: ήταν κάτι που επίσης προφανώς ήταν εκτός του ορίζοντά τους. Ακόμα περισσότερο που κανείς δεν καταλαβαίνει τον ουσιαστικό λόγο: ούτε ακόμα και για την εταιρεία οι εργαζόμενοι δεν αποτελούσαν (οικονομικό) πρόβλημα -τρεις μέρες πριν, άλλωστε, είχαν ανακοινώσει στους μετόχους τους τεράστια αύξηση των κερδών τους! Γιατί τότε αυτό το μένος εναντίον τους; Μάλλον μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για αυτό, με πλέον εύλογη την υπόθεση ότι αυτό που παιζόταν δεν ήταν καθόλου η «υγεία» της εταιρείας, αλλά το «δικαίωμά» της να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους της ως απλό συνοδευτικό και αναλώσιμο υλικό των, επίσης αναλώσιμων, προϊόντων της. Η απεργία, τουλάχιστον στο Βήμα, δεν θα ήταν απλώς αλληλεγγύης: θα ήταν για ίδιους λόγους επίσης!

Ίσως αυτό να μην ήταν ήδη κερδισμένο για όλο τον οργανισμό. Είχαμε όμως μια ολόκληρη μέρα, την Τρίτη, για να το προετοιμάσουμε. Και δεν χρειαζόμασταν καν τις ενώσεις, για αυτό. Μας αρκούσε η κήρυξη της απεργίας από πλευράς τους. Δευτέρα απόγευμα-βράδυ περιμένουμε την ανακοίνωση με την κήρυξη της απεργίας και μετά αρχίζουμε να την κολλάμε σε όλους τους ορόφους, από τον τελευταίο της διοίκησης ώς το ισόγειο. Πολύ ώρα δεν έχουμε -γιατί μας έχει καλέσει ο Πλαχούρης, για να «εκτιμήσουμε» την κατάσταση και να «αποφασίσουμε για τη συνέχεια». Όμως, αρκεί μια πρώτη επαφή, για να καταλάβουμε ότι, ακόμα και εκεί όπου το θέμα μοιάζει να μην τους αφορά άμεσα (όπως π.χ. σε ορισμένα γραφεία στα Νέα), θα μπορέσουμε εύκολα να προπαγανδίσουμε την απεργία μας. Στο Βήμα, δεν μπαίνει καν θέμα (δεν έχει καμία σημασία πλέον ούτε καν ότι ο εκπρόσωπος, ο Παπαδής, λείπει στο εξωτερικό για ρεπορτάζ): οι συνάδελφοι είναι ήδη αποφασισμένοι να απεργήσουν και κανένας μηχανισμός δεν θα μπορέσει να το αλλάξει αυτό!

Δεν το ξέρουμε μόνο εμείς. Η διοίκηση το ξέρει και εκείνη: ό,τι και να κάνει, περιθώρια για να στήσει απεργοσπαστικό μηχανισμό στο Βήμα δεν έχει. Ακόμα και αν το λογάριαζε, τουλάχιστον το Βήμα δεν θα έβγαινε την Πέμπτη (και πολύ πιθανόν ούτε και τα Νέα)! Μέσα στο βράδυ, μαθαίνουμε ότι γίνονται οι πρώτες βολιδοσκοπήσεις προς τα συνδικάτα: αλλά και αυτά, με τη σειρά τους, δεν έχουν πολλά περιθώρια ελιγμών. Το αίτημα είναι απλό, δεν χωράει πολλά παζάρια πλέον, και δεν αποτελεί και ιδιαίτερο πρόβλημα για την εταιρεία να το ικανοποιήσει. Μόνο η 24-ωρη απεργία θα στοιχίσει πολύ περισσότερα απ’όσα θα της στοιχίσει η ικανοποίησή του. Χωρίς να υπολογίσουμε το μη οικονομικό κόστος! Μια λύση υπάρχει: η εταιρεία να κάνει πίσω και να απορροφήσει τα άτομα του ΟΤ στον οργανισμό.

Αυτό και κάνει! Τρίτη πρωί, αντιπροσωπεία των ενώσεων (Μαθιουδάκης-Πλαχούρης) συναντιούνται με την εταιρεία (Ψυχάρης), που δέχεται να μην απολύσει κανέναν και να μας απορροφήσει στον οργανισμό. Οι εκπρόσωποι καλούνται να τους ανακοινωθεί η συμφωνία (στην πραγματικότητα, μόνο ο Αναστασιάδης είναι εκεί, ο Παπαδής ενημερώνεται τηλεφωνικά). Δεν είναι, βέβαια, η συμφωνία που θέλαμε: μια συζήτηση για να βρεθούν οι καλύτερες δυνατές λύσεις. Η εταιρεία κρατάει το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς τις καινούργιες θέσεις. Όμως, η ουσία μοιάζει να έχει κερδηθεί. Η απεργία «αναστέλλεται»: άρκεσε η πειστική της απειλή!

Είναι προφανώς μια νίκη! Μικρή, ίσως, αλλά καθαρή!

Μετά τη νίκη

Και όμως! Η ατμόσφαιρα μεταξύ μας, στους εργαζόμενους του ΟΤ δεν είναι καθόλου πανηγυρική. Πέρα από την καχυποψία που έχουμε μάθει να έχουμε απέναντι στην εταιρεία, αυτή βασίζεται σε πραγματικά προβλήματα ή τουλάχιστον περιπλοκές:

Η πρώτη περιπλοκή μας τίθεται ούτως ή άλλως αμέσως, εκ της συμφωνίας με τα σωματεία: η εργοδοσία ζητάει να πάρουμε αμέσως τμήμα της καλοκαιρινής μας άδειας, έως ότου, στις 4/7, μετακομίσει ο οργανισμός στα νέα του γραφεία. Κανείς δεν είναι έτοιμος για καλοκαιρινές διακοπές (για προφανείς και άλλους λόγους), όμως προφανώς επίσης αυτό που κυρίως μετράει είναι η δουλειά μας: ο όρος αυτός γίνεται, έτσι, αποδεκτός, παρά το βάρος που μπορεί να έχει για τον καθένα μας και παρά το γεγονός ότι όλοι μας χρειαζόμαστε κάποια άδεια, που έτσι στην πράξη μας αφαιρείται!

Η δεύτερη περιπλοκή πηγάζει από το ότι η εταιρεία κρατάει το δικαίωμά της να αποφασίζει μόνη της και χωρίς συζήτηση πού θα σε στείλει. Μπορεί να είναι βλακώδες, γιατί πολλοί από εμάς μπορεί να έχουν ποικίλες άλλες ικανότητες και διαθεσιμότητες που θα μπορούσαν να είχαν προταθεί και χρησιμοποιηθεί. Όμως, είμαστε αναγκασμένοι να το δεχτούμε.

Η τρίτη περιπλοκή είναι ο φόβος των σχέσεών μας με τους άλλους εργαζόμενους. Το πιο προφανές είναι ότι δεν θέλουμε με κανέναν τρόπο να κρατηθεί κάποιος από εμάς και να την πληρώσει κάποιος άλλος. Και δυστυχώς, με τα μπλοκάκια, αυτή είναι μια δυνατότητα που δεν μπορεί να αποκλειστεί. Βέβαια, η συμφωνία που έχουν κάνει εταιρεία και σωματεία το προϋποθέτει αυτό, όμως δεν είναι και ρητά διατυπωμένο. Οι σχέσεις μας με τον υπόλοιπο οργανισμό, ωστόσο, έχουν και μια άλλη διάσταση: ασφαλώς είμαστε εργαζόμενοι και, ως τέτοιοι, δεν έχουμε μεγάλες δυνατότητες επί των όρων της δουλειάς μας. Όμως, επίσης έχουμε ή θέλουμε να έχουμε αξιοπρέπεια και οι συνθήκες που σε κάνουν εύκολα να χρησιμοποιηθείς για να «βουλώνεις τρύπες», ιδιαίτερα σε ένα πλαίσιο όπου ορίζεσαι ως «άχρηστος», είναι κάτι αρκετά πιθανό!

Η τέταρτη περιπλοκή είναι ότι, ως τώρα, υπήρχαμε ως συλλογικός εργαζόμενος, επειδή είμασταν μαζί. Πλέον αυτό, τουλάχιστον αφού μας τοποθετήσουν σε νέες θέσεις, δεν θα ισχύει και ίσως να βρεθούμε αρκετά απομονωμένοι και ατομικοποιημένοι. Και το κλίμα μέσα στον οργανισμό δεν είναι αναγκαστικά αυτό που ξέραμε, ανθρώπων που μεταξύ τους διατηρούν σχετικά ανθρώπινες σχέσεις.

Η πέμπτη περιπλοκή αφορά έναν από τους όρους της συμφωνίας, γιατί αυτή προβλέπει να μην επιδεινωθεί η κατάσταση κανενός, ούτε μισθολογικά, ούτε ασφαλιστικά, ούτε εργασιακά. Το τελευταίο είναι το πλέον ασαφές ή μπορεί να καταλήξει έτσι σχετικά εύκολα, γιατί μόνο ένα μικρό τμήμα τους μπορεί να περιγραφεί με σαφήνεια: για παράδειγμα, διευκρινίστηκε, στη συμφωνία ενώσεων-εργοδοσίας, ότι εκτός των δημοσιογράφων, που θα προσαρμοστούν στα ωράρια ανάλογα με το έντυπο στο οποίο θα τοποθετηθούν, συνάδελφοι από το τεχνικό προσωπικό, που είχαν βρει δουλειά με την προϋπόθεση της πρωινής ή ημερήσιας απασχόλησης, μπορεί να οδηγηθούν σε παραίτηση αν εξαναγκαστούν σε βραδινή εργασία. Ακόμα και η συμφωνία δεν μπορεί να το αποφύγει, αν, για παράδειγμα, στη Multimedia, βρεθεί κάποιος σε εργαστήριο όπου όλοι κάνουν βάρδιες (γιατί στο τέλος θα οδηγηθεί σε παραίτηση). Ακόμα και γενικότερα, οι «συνθήκες» μπορεί να περιλαμβάνουν όλο το «κλίμα», αν για παράδειγμα η δουλειά που σου ανατίθεται δεν έχει τις προϋποθέσεις για να γίνει σωστά ή αν συνοδεύεται με μια αντίληψη ότι βασικά «δεν σε χρειάζονται», ότι «είσαι βάρος», ανεπιθύμητος, ίσως απλώς για να κλείσεις καμιά καλοκαιρινή τρύπα, ή κάτι ανάλογο.

Όπως και να είναι όλα αυτά, η ουσία παραμένει πως έχουμε νικήσει. Στη συνέλευση των εργαζομένων στο συγκρότημα, ο εκπρόσωπος αναλαμβάνει να το πει, έστω και χωρίς να κρύψει τις περιπλοκές. Τα σωματεία λένε ότι πρέπει να δούμε την εφαρμογή και ότι θα είμαστε σε «ετοιμότητα», έως ότου ολοκληρωθεί η εφαρμογή της συμφωνίας και βρεθούν θέσεις για όλους. Βέβαια, η πείρα μας έχει διδάξει να μην έχουμε εμπιστοσύνη ούτε στην εταιρεία, αλλά ούτε και στα σωματεία μας, έστω και αν θα θέλαμε να τα πιστέψουμε! Και το βασικό, άμεσο, πρόβλημα είναι η εκτόνωση της διάρθρωσης που νίκησε την εταιρεία. Θα είμαστε πλέον, και πάλι, περίπου μόνοι, στο έλεος της εταιρείας: πράγμα που ίσως να μην σημαίνει ότι θα αθετήσει την υπόσχεσή της, αλλά πάντως ότι θα έχει τη δυνατότητα να την εφαρμόσει με τρόπο που να αφαιρέσει ένα τμήμα της ουσίας της!

Το αντίβαρος σε αυτό είναι να παραμείνουμε ενωμένοι, να συνεχίσουμε να αποτελούμε «σώμα», να παρακολουθήσουμε την εφαρμογή μέσω του εκπροσώπου μας (που και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο: π.χ. σε ό,τι αναφέρεται στους συναδέλφους που «ανήκουν» στη θυγατρική Multimedia και ήταν απλώς «δανεισμένοι» στον ΟΤ!). Ωστόσο, ξέρουμε ήδη πως δύο στοιχεία θα βαρύνουν άσκημα. Το ένα είναι πως απομακρυνόμαστε de facto από τον εργασιακό μας χώρο, όλοι μαζί, εν είδη υποχρεωτικής άδειας. Αυτό υποτίθεται ότι έχει ημερομηνία λήξης (4 Ιουλίου), όταν θα «μετακομήσει όλος ο οργανισμός» στα νέα του γραφεία. Το δεύτερο είναι πως η κατάσταση αυτή της διάσπασής μας και της απομάκρυνσής μας από τον εργασιακό χώρο βασίζεται στην έλλειψη ανάθεσης εργασίας αλλά μπορεί επίσης να μεταφραστεί και σε έλλειψη χώρου, γραφείου, καρέκλας, κλπ., ιδιαίτερα όταν πάμε στα νέα γραφεία: τότε η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο. Χωρίς να το προδικάζουμε, ξέρουμε πάντως ότι η βασική μας αδυναμία θα είναι η απομάκρυνση από το χώρο δουλειάς μας, τόσο για τη μεταξύ μας σύνδεση όσο και για το δεύτερο σκέλος της, τη συμπαράσταση των συναδέλφων του Βήματος.

Με όλα αυτά τα ερωτήματα να μας βασανίζουν, παίρνουμε την υποχρεωτική άδεια, για να την καταναλώσουμε με τις αγωνίες μας στην τσιμεντούπολη και με την ελπίδα ότι στις 5 του Ιούλη όλα θα μπορεί να έχουν φτιάξει...

Τάσος Αναστασιάδης

Ιούνης 2004

 


Λεξιλόγιο:

Η ΕΣΗΕΑ είναι το σωματείο των δημοσιογράφων στις εφημερίδες της Αθήνας. Στην πράξη επίσης γράφει και μέλη από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις. Η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται μοιρασμένη σε άλλες τρεις ενώσεις (ΕΣΗΕΜΘ -Μακεδονία-, ΕΣΗΕΘΣΕ -Θεσσαλία-, ΕΣΗΕΠΗΝ -τα υπόλοιπα), που ακολουθούν τα πρότυπα της ΕΣΗΕΑ. Εκτός των 4 αυτών, υπάρχει και η ΕΣΠΗΤ, που γράφει πανελλαδικά τους δημοσιογράφους στα περιοδικά. Οι 5 αυτές ενώσεις έφτιαξαν, πριν από 10 χρόνια, μια ομοσπονδία, την ΠΟΕΣΥ (αλλά την οποία τη σαμποτάρουν). Στο χώρο, ωστόσο, του τύπου και των μήντια, υπάρχουν και άλλα επαγγέλματα και ενώσεις (καμιά 15-αριά), μεταξύ των οποίων είναι: η ΕΠΗΕΑ (διοικητικοί στις εφημερίδες της Αθήνας), ΕΤΗΠΤΑ (τεχνικοί), αλλά και λιθογράφοι, τεχνικοί ραδιοφώνου, ΠΟΣΠΕΡΤ (ομοσπονδία στην ΕΡΤ), εφημεριδοπώλες, κ.α., ενώ ένα μεγάλο τμήμα εργαζομένων δεν καλύπτονται από ενώσεις (διοικητικοί στα περιοδικά, κλητήρες, κλπ.).

Σημείωση:

Τα ντοκουμέντα όλου αυτού του αγώνα, με μια σύντομη χρονική παρουσίαση, υπάρχουν στο ιντερνέτ, στη διεύθυνση: http://users.forthnet.gr/ath/altinog/ot/ .


Σπάρτακος 76, Σεπτέμβρης 2004