Η θέση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος για τις εκλογές

Στο πεδίο της ταξικής πάλης η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από τη διάρκεια και τη σκληρότητα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Από την άλλη όμως δυναμώνουν οι κοινωνικές αντιστάσεις.

Η νεοφιλελεύθερη επίθεση σ’ Ευρώπη και Ελλάδα

Το σχέδιο για ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα στοχεύει στη νομιμοποίηση των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας στην Ευρώπη χωρίς κανένα λαϊκό δημοκρατικό έλεγχο. Αναγορεύει την «οικονομία της αγοράς» και την «ελευθερία του ανταγωνισμού» σαν τον αξεπέραστο ιστορικό ορίζοντα της ανθρωπότητας.

Η επίθεση στην εργατική τάξη συνοδεύεται από την αυταρχική θωράκιση των υπερεθνικών και εθνικών κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών, τον πόλεμο ενάντια στον εξωτερικό και εσωτερικό εχθρό (ευρωπαϊκός στρατός, αντιμεταναστευτικές πολιτικές, πολιτικές «ασφαλείας», «αντι-τρομοκρατικές» νομοθεσίες)

Η ιδιαίτερη ελληνική συγκυρία δε ξεφεύγει σε τίποτε από αυτούς τους βασικούς νεοφιλελεύθερους άξονες:

- επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα, μείωση του άμεσου ή έμμεσου εργατικού κόστους, εντατικοποίηση, καταστρατήγηση του ωραρίου, μερική απασχόληση αλλά, συχνά, και απολύσεις, κλεισίματα επιχειρήσεων κλπ

- οι πολλαπλές συνέπειες των Ολυμπιακών στον οικονομικό, εργασιακό, κοινωνικό, πολιτικό και περιβαλλοντικό τομέα πληρώνονται και θα πληρωθούν από τους εργαζόμενους. (π.χ. θάνατοι εργατών εξαιτίας των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας και η απαγόρευση των διαδηλώσεων στη διάρκεια της Ολυμπιάδας)

- το νέο αντιτρομοκρατικό νομοθετικό πλαίσιο επιχειρεί να βάλει τέλος στην ελεύθερη πολιτική δραστηριότητα που αμφισβητεί ριζικά το αστικό καθεστώς με την ανατροπή στοιχειωδών δημοκρατικών και δικονομικών δικαιωμάτων.

Οι κοινωνικές αντιστάσεις αναζητούν πολιτική έκφραση

Οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στην Ελλάδα έδειξαν διαθέσεις αντίστασης σ’ αντιστοιχία με μια διεθνή άνοδο των αγώνων τα τελευταία χρόνια με κύρια έκφραση το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα που κορυφώθηκε στο περυσινό παγκόσμιο αντιπολεμικό κίνημα αλλά και με τη διεξαγωγή σημαντικών απεργιακών αγώνων σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια με σχεδόν πανομοιότυπα αιτήματα και στόχους (η υπεράσπιση της κοινωνικής ασφάλισης ήταν το κυριότερο).

Καταγράφεται ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους στόχους αυτών των αγώνων και την πολιτική της κύριας μάζας των παραδοσιακών εργατικών κομμάτων που πολλές φορές βρέθηκαν να διαχειρίζονται την νεοφιλελεύθερη πολιτική από τη θέση της κυβερνητικής εξουσίας (σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, όπως στη Γερμανία, τη Βρετανία και την Ελλάδα ή κεντροαριστεροί κυβερνητικοί συνασπισμοί όπως στην Ιταλία και τη Γαλλία).

Η ανάδυση και οι εκλογικές επιτυχίες αντικαπιταλιστικών πολιτικών σχηματισμών «στ’ αριστερά της αριστεράς» αποτέλεσαν μια από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις. Δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς (Αριστερό Μπλοκ στη Πορτογαλία, SSP στη Σκοτία, LO-LCR τη Γαλλία κ.α) βγαίνουν από το κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο, εκλέγουν αντιπροσώπους σε εθνικά κοινοβούλια, το ευρωκοινοβούλιο και την τοπική αυτοδιοίκηση, κερδίζουν ένα τμήμα της κοινωνικής βάσης των παραδοσιακών εργατικών κομμάτων που έχουν προσχωρήσει στο νεοφιλελευθερισμό, συντονίζουν την παρέμβασή τους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο!

Οι διεργασίες αυτές βρίσκονται βέβαια σ’ αρχική φάση. Στην ελληνική αριστερά, όμως, επιβιώνει ένα γερασμένο πολιτικό σκηνικό με πρωταγωνιστές τους δύο αλληλοσυμπληρούμενους πόλους του ρεφορμισμού, το ΚΚΕ και το Συνασπισμό.

Την ίδια ώρα η ριζοσπαστική αριστερά είναι περιθωριοποιημένη και κατακερματισμένη, ανίκανη με τη σειρά της να αρθρώσει μια εναλλακτική, ελπιδοφόρα πρόταση απέναντι στα αδιέξοδα των δύο εκπροσώπων του ρεφορμισμού.

Αυτό είναι σε πολύ αδρές γραμμές το έδαφος πάνω στο οποίο ξετυλίγεται η προεκλογική περίοδος που, όπως όλα δείχνουν, θα διεξαχθεί μέσα σε συνθήκες οξυμένης πόλωσης  κυρίως ανάμεσα στα δυο κόμματα που διεκδικούν την εξουσία.

Η δεξιότερη μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού, που σηματοδοτείται από το ρεύμα ενίσχυσης της ΝΔ, αλλά και από την επιλογή της υποψηφιότητας του Γ. Παπανδρέου ως επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση, είναι μια ακόμη επιβεβαίωση αυτής της τάσης. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες νομιμοποιούν το νεοφιλελευθερισμό και την επίθεση στα δικαιώματά τους. Δε πείθονται από το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά επιζητούν να τιμωρήσουν τη σοσιαλδημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ, έτσι, ελπίζει στην ανυπαρξία ενός ρεύματος θετικής ψήφου προς τη ΝΔ, την επίκληση του μικρότερου κακού και την αλλαγή «εξωτερικής εμφάνισης, προκειμένου να επαναλάβει τη νίκη του ή έστω να μειώσει το εύρος της ήττας του στις επικείμενες εκλογές. Γι’ αυτό το λόγο, τελικά, το χειρότερο συμπέρασμα  επιφυλάσσεται για την Αριστερά στις δύο κοινοβουλευτικές εκδοχές της: δε μοιάζει χρήσιμη για τους εργαζόμενους ούτε καν για να εκφράσει τη διαμαρτυρία τους.

Όμως ακριβώς το ζητούμενο είναι η έκφραση μιας αριστερής διαμαρτυρίας σ’ αυτές τις εκλογές, η καταδίκη της ολέθριας νεοφιλελεύθερης πολιτικής που έχει εφαρμοστεί από το ΠΑΣΟΚ, της αντίθεσης στο νέο κύμα επίθεσης στα κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα της εργατικής τάξης το οποίο ετοιμάζουν, όπως τουλάχιστον γίνεται φανερό στα προγράμματά τους, τόσο το ΠΑΣΟΚ, όσο και η Νέα Δημοκρατία.

Οι εκλογές αποτελούν μια στιγμή της ταξικής πάλης, καθώς μέσα απ' αυτές - έστω και με τρόπο στρεβλό - εκφράζονται αντικρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα. Το βασικό ζητούμενο στην ταξική πάλη στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι να διαλέξουν οι εργαζόμενοι ανάμεσα σε μια σκληρή ή σε μια ηπιότερη εκδοχή του ίδιου και του αυτού νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Το ζητούμενο είναι η ανατροπή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο σύνολό της. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε και τις επόμενες εθνικές εκλογές.

Ο «σοσιαλφιλελεύθερος» εκφυλισμός του ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ, που διαχειρίζεται από το 1993 - και με μεγαλύτερη ένταση από το 1995 με την άνοδο της «εκσυγχρονιστικής πτέρυγάς» του - το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, εξυπηρέτησε με μεγάλη επιτυχία τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής του ήρθε σε ρήξη με τα συμφέροντα των εργαζομένων. Προχώρησε μέχρι εκεί που δεν είχε μπορέσει ποτέ να φτάσει η ΝΔ στο παρελθόν: στη ανατροπή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και την καθιέρωση της πιο αμείλικτης εκπαιδευτικής αντιμεταρρύθμισης. Την ίδια ώρα εισήγαγε ένα ολόκληρο νομικό πλαίσιο αποδιάρθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων και απελευθέρωσης της επιχειρηματικής ασυδοσίας: η οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση δε θα χρειαστεί να εισαγάγει οποιοδήποτε νόμο που να καταργεί το 8ωρο, το σταθερό ωράριο εργασίας, τη δεσμευτικότητα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει διευκολύνει το έργο της …

Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ο πιο πιστός οπαδός του Συμφώνου Σταθερότητας, τη Συνθήκης του Μάαστριχ, της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τώρα του επαίσχυντου «ευρωσυντάγματος»: θεματοφύλακας της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας της Ε.Ε..

Η κυβέρνηση Σημίτη επέδειξε αφοσίωση σε μια κυνική «ρεαλ-πολιτίκ» στις διεθνείς σχέσεις παρέχοντας όλες τις δυνατές διευκολύνσεις σ’ όλους τους σύγχρονους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, είτε με την κάλυψη του ΝΑΤΟ, είτε του ΟΗΕ, είτε χωρίς τίποτε απ’ όλ’ αυτά!

Στις μέρες της διακυβέρνησης από τη σοσιαλδημοκρατία ελληνικά εκστρατευτικά σώματα στάλθηκαν στην Αλβανία, τη Βοσνία και τη Μακεδονία δίνοντας μια γεύση για το εκσυγχρονιστικό όραμα της «Ισχυρής Ελλάδας»! Ο διάδοχος του Σημίτη,  Γ. Παπανδρέου δήλωσε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να στείλει στρατεύματα σε κάθε γωνιά του πλανήτη!

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατάφερε να υπερακοντίσει τις προσπάθειες της ΝΔ ακόμη και σ’ ένα τομέα που η τελευταία αποτύγχανε οικτρά: έδωσε ένα οριστικό τέλος στο κλίμα πολιτικής ελευθερίας της ριζοσπαστικής δράσης που υπήρξε στην Ελλάδα καθ’ όλη την μεταπολιτευτική περίοδο καθιερώνοντας μια αντιτρομοκρατική νομοθεσία που δοκιμάστηκε μ’ επιτυχία στη δίκη των φερόμενων ως μελών της Ε.Ο. «17Ν». Το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει την ταύτιση της κοινωνικά ανατρεπτικής δράσης με την «τρομοκρατία» καθώς και μια από ακόμη μεγαλύτερη και ισχυρότερη αστυνομία είναι τα δώρα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σε οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση της Δεξιάς για να εφαρμόσει τις κατασταλτικές της πολιτικές σε βάρος του εργατικού κινήματος.

Η επιλογή μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης να ψηφίσουν άλλη μια φορά το ΠΑΣΟΚ μπορεί ακόμη να υπαγορεύεται από ένα πρωτογενές ταξικό ένστικτο (είναι το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν για ν’ αποτρέψουν την επάνοδο στην εξουσία του κατεξοχήν πολιτικού αντιπροσώπου του κεφαλαίου, της Νέας Δημοκρατίας) αλλά ακόμη περισσότερο, πέρα από την ιστορική πείρα των παλιότερων γενιών ή τις πιο νωπές μνήμες από την τελευταία κυβερνητική θητεία της ΝΔ, βασίζεται, σήμερα, κυρίως στην αίσθηση ότι είναι ατελέσφορη η ψήφιση των κομμάτων της αριστεράς, ανύπαρκτη μια οποιαδήποτε ουσιαστική λύση.

Η Ν.Δ.: Η Δεξιά στην επίθεση

Η Ν.Δ. με τις ευλογίες του ΣΕΒ είναι έτοιμη να εξαπολύσει ένα νέο κύμα νεοφιλελεύθερης λαίλαπας που συμπυκνώνεται στο πρόγραμμά της με τον εύγλωττο τίτλο «επανίδρυση του κράτους». Πλειοδοτεί για πιο γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις, λιγότερο κράτος, δηλαδή ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και παραχώρηση του management σε ιδιώτες, ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων Χαρακτηριστική είναι και η στάση της απέναντι στις υποτιθέμενες παροχές της κυβέρνησης, όπου αποφεύγει με τρόπο αποφασιστικό οποιαδήποτε δέσμευση έναντι των εργαζομένων παρά την λαϊκιστική της ρητορεία

Η Ν.Δ. είναι το γνήσιο κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου, ο βασικός πολιτικός εχθρός της εργατικής τάξης. Μια ενδεχόμενη εκλογική νίκη της δεν θα σήμαινε παρά μια ακόμα πιο επιθετική εφαρμογή των πολιτικών του κεφαλαίου.

Ένα πρώτο συμπέρασμα: καταδίκη των κομμάτων του νεοφιλελευθερισμού

Το επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ ότι εκφράζει μια κοινωνικά ευαίσθητη αριστερά απέναντι στον άγριο νεοφιλελευθερισμό της ΝΔ έρχεται σε μια καταφανή αντίφαση με τα έργα της κυβέρνησής του. Το ΠΑΣΟΚ έχει κατορθώσει το ίδιο να αποδείξει ότι οι διαφορές του είναι ελάχιστες με τη Δεξιά για τον ερχομό της οποίας την έσχατη στιγμή κινδυνολογεί. Μ’ ένα επιχείρημα που θυμίζει το φαύλο κύκλο ζητά από τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες να ψηφίσουν τελικά μια πολιτική που δε θέλουν.

Η προπαγάνδιση της καταψήφισης του ΠΑΣΟΚ όπως και της Ν.Δ. απ’ αυτή την άποψη είναι αναπόφευκτη στις επόμενες εκλογές.

Ο κίνδυνος της άκρας δεξιάς είναι πια ορατός

Δε θα πρέπει να χάνουμε καθόλου απ' τα μάτια μας τις εξελίξεις που αφορούν στο χώρο της άκρας δεξιάς, ο οποίος για πρώτη φορά εμφανίζει μιαν αξιοσημείωτη δυναμική κάνοντας τον κίνδυνο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης του ΛΑΟΣ ορατό. Αν αυτό συμβεί, θα αποτελέσει τομή στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Το ΛΑΟΣ θα βρεθεί στην κορυφή βαθύτερων διεργασιών που συντελούνται στο σώμα της κοινωνίας εκφράζοντας την διεύρυνση ρατσιστικών αντιλήψεων και το διάχυτο νεοσυντηρητικό πνεύμα. Πρόκειται για μια παρενέργεια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας που τείνει να διαλύει τα ιστορικά όρια, τις διαχωριστικές γραμμές (όπως έλεγαν κάποτε) ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά. Η άκρα δεξιά κουβαλά τον αέρα μιας ριζικής αμφισβήτησης του πολιτικού σκηνικού, του σαπισμένου πολιτικού σκηνικού των μεγάλων κομμάτων. Στην πραγματικότητα όμως είναι το κατακάθι της αποσύνθεσης αυτού του πολιτικού συστήματος. Η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Άκρας Δεξιάς θα ασκήσει πίεση σ’ όλο το πολιτικό φάσμα για συντηρητικές επιλογές.

Το ΚΚΕ …

Το ΚΚΕ, ο ένας απ' τους δυο κυρίαρχους πόλους του ρεφορμισμού στην Ελλάδα,  συνεχίζει πάνω στην ίδια γραμμή στην οποία κινήθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα, παραμένοντας δηλαδή εχθρικό απέναντι σε κάθε πολιτικό και κινηματικό μόρφωμα διαφορετικό και μη ελεγχόμενο απ’ αυτό το ίδιο. Βαδίζει στον ίδιο, πάντα, μοναχικό δρόμο της εθνικής απομόνωσης, της κομματικής περιχαράκωσης και φυσικά της διαρκούς καταγγελίας όλων των άλλων εκδοχών της αριστεράς. Μολονότι είναι ριζωμένο σ’ ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης και απευθύνεται σε ένα αρκετά εκτεταμένο κομμάτι νεολαίας, το κόμμα αυτό μοιάζει με απολίθωμα της σταλινικής περιόδου αδυνατώντας να προτείνει μια ανοικτή, ενωτική, ταξική πολιτική που να αλλάζει τους συσχετισμούς υπέρ των εργαζομένων. Η επιδίωξη της πολιτικής ηγεμονίας γίνεται αυτοσκοπός. Οι αντιπάθειες που δημιουργεί είναι πολλαπλάσιες των συμπαθειών και ο καταγγελτικός του λόγος ακυρώνεται απ’ τις φλυαρίες περί λαϊκής οικονομίας, τη δεκαετή συνεργασία του με τη δεξιά στον αγροτικό χώρο, την εθνικιστική του ομφαλοσκόπηση.

… και ο ΣΥΝ: αλληλοσυμπληρούμενα κομμάτια της μιζέριας της ελληνικής αριστεράς

Η δεύτερη εκδοχή του ρεφορμισμού, ο ΣΥΝ, τα τελευταία χρόνια πραγματοποίησε μια στροφή στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα. Αυτή η επιλογή ενίσχυσε το «αριστερό» προφίλ του κόμματος και οδήγησε στην έξοδο σημαντικών στελεχών της δεξιάς του πτέρυγας. Η «αριστερή» του στροφή όμως δεν αναιρεί καμιά από τις θέσεις του σε κομβικά από τη σκοπιά της ταξικής πάλης ζητήματα, όπως εκείνα των κεντροαριστερών κυβερνητικών συνεργασιών, της στρατιωτικής θωράκισης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, της υποταγής του στον αστικό πόλο («ανάπτυξη», «πετυχημένη Ολυμπιάδα», «αξιόπιστη διεθνή πολιτική», «ευρωπαϊκή προοπτική»). Κοντά σ’ αυτά θα πρέπει να επισημάνουμε και την «ανησυχία» του για την μείωση της κερδοφορίας του τραπεζικού κεφαλαίου, την συμμετοχή του στον λεγόμενο κοινωνικό διάλογο για το ασφαλιστικό, τη συνεργασία του με το ΠΑΣΟΚ στις δημοτικές εκλογές, την ευθυγράμμισή του με την «αντιτρομοκρατική» πολιτική.

Ο Συνασπισμός παραμένει ένα κόμμα των μέσων όρων, της οπορτουνιστικής αλλαγής στρατοπέδων, ένας δείκτης κοινωνικών τάσεων, παρά ένας φορέας για την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών. Η εκλογική του πρόταση πρέπει να εξηγηθεί λιγότερο σαν αποτέλεσμα ενός αυθεντικού αριστερού προσανατολισμού και περισσότερο σαν μια πραγματιστική επιλογή· η υποστήριξή του από δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στις προηγούμενες εκλογές αποδείχτηκε αποφασιστική (ξεπέρασμα του ορίου του 3%). Έτσι είναι διατεθειμένος να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση σε διακηρυκτικό επίπεδο στους εξωκοινοβουλευτικούς συμμάχους του (εκτός από ορισμένες κρίσιμες που αφορούν την κυβερνητική εξουσία και την ευρωπαϊκή προοπτική), αρκεί ο εκλογικός σχηματισμός να ονομάζεται πάντα «Συνασπισμός» και αρχηγός του να είναι ο Ν. Κωνσταντόπουλος.

Ο Συνασπισμός είναι οργανικά συνδεδεμένος με το αστικό πολιτικό σύστημα. Είναι ένα κόμμα που η ύπαρξή του στηρίζεται στον κρατικό προϋπολογισμό και όχι στη μαζική αγωνιστική στράτευση των μελών του. Βασικό του θεμέλιο είναι ο κοινοβουλευτισμός. Απώτερη στρατηγική του επιδίωξη είναι η συμμετοχή σε πολυκομματικές κυβερνήσεις συνεργασίας. Μια εν αναμονή εφεδρεία της σοσιαλδημοκρατίας για τις δύσκολες εποχές.

Ένα ορισμένο διάχυτο δυναμικό στο εσωτερικό του μ’ αντικαπιταλιστικές διαθέσεις και σημείο αναφοράς το νέο διεθνές αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα δε συγκροτεί ένα διακριτό, οργανωμένο, πολιτικό ρεύμα (με δομές, θέσεις, πλατφόρμα). Όλες οι κρίσιμες πολιτικές τακτικές καθορίζονται μοιραία από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που κυριαρχούν στο εσωτερικό του.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα: χρεοκοπία της ιστορικής αριστεράς

Τα δύο κόμματα της ρεφορμιστικής αριστεράς είναι χρεοκοπημένα στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων και της νεολαίας. Αδυνατούν να κερδίσουν να διευρύνουν την κοινωνική τους απήχηση στον ελάχιστο βαθμό παρά τη δίχως προηγούμενο φθορά της σοσιαλδημοκρατίας από τη δεκαετή συνεπή άσκηση μιας αυστηρής αντεργατικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Το ΚΚΕ καταγράφεται σαν ένας απολιθωμένος πολιτικός χώρος, σαν ένα υπόλειμμα ενός κόσμου που έχει χαθεί και δεν πρόκειται να επιστρέψει: του σταλινικού γραφειοκρατισμού των χωρών του πάλαι ποτέ, λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ο ΣΥΝ καταγράφηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια σαν μια συμπληρωματική προς τη σοσιαλδημοκρατία δύναμη, ως η αριστερή πτέρυγα του εκσυγχρονισμού, σαν ένα κόμμα δημόσιας γνώμης που λίγο έχει να κάνει με την ταξική πάλη, τους αγώνες τους εργαζομένων, την αριστερά σ’ αυτό που αποτελεί τη ψυχή της.

Τα κόμματα αυτά είναι ιστορικά ξεπερασμένα, αναντίστοιχα προς τις προσδοκίες και τα συμφέροντα της μισθωτής πλειοψηφίας. Δεν χαράσσουν καμία εναλλακτική προοπτική, είναι προϊόντα της ιστορικής αδράνειας.

Η ανάδυση μιας ταξικής, διεθνιστικής, φεμινιστικής, αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι ζωντανή ανάγκή.

Οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες στην Ελλάδα έχουν χάσει τις αυταπάτες τους για το ΠΑΣΟΚ, αλλά έχουν χάσει και τις ελπίδες τους στην αριστερά.

Δεν μπορούμε να ανατρέψουμε το νεοφιλελευθερισμό χωρίς την ελπίδα μιας εναλλακτικής πολιτικής επιλογής για την εργατική τάξη, τις γυναίκες και τη νεολαία, χωρίς μια κοινωνικά μάχιμη αντικαπιταλιστική πολιτική δύναμη.

Η αντικαπιταλιστική αριστερά, μοιρασμένη σε ασύμπτωτες πορείες χωρίς διέξοδο

Η συσπείρωση του ΜΕΡΑ αξιώνει να εκφράσει την δυναμική της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Το εγχείρημα αυτό ηγεμονεύεται καθαρά από το ΝΑΡ, γύρω απ’ το οποίο συσπειρώνονται και άλλες μικρότερες δυνάμεις (ΕΚΚΕ, ΕΕΚ, κλπ)

Μια ορισμένη τάση της ηγεσίας του ΝΑΡ να διεκδικεί μια πολιτική ηγεμονία, που δεν αντιστοιχεί  στην πολιτική επιρροή του, έχει αποτρέψει τη συμπαράταξη σημαντικών οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, ακόμη και εκείνων που συνεργάζονται μαζί του στενά σ’ ορισμένους κοινωνικούς χώρους όπως το φοιτητικό κίνημα ή το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα (εννοούμε την «Πρωτοβουλία Αγώνα»).

Το άγχος διαφοροποίησης που τη διακατέχει (που παίρνει συνήθως τη μορφή των «διαφορών στο περιεχόμενο» ή την «πρόταξη της στρατηγικής») και η διασπαστική πρακτική της έχουν δυσφημήσει την ιδέα της συγκρότησης ενός ανταγωνιστικού πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Η πρακτική του ΝΑΡ και των συμμάχων αποτελεί σήμερα ένα από τα βασικά άλλοθι που χρησιμοποιούν οι οργανώσεις εκείνες που κατευθύνονται στην εκλογική συνεργασία με το ΣΥΝ, αν και μερικές απ’ αυτές όπως για παράδειγμα η ΚΟΕ εφάρμοσαν μέχρι πρόσφατα τις πιο σεκταριστικές πολιτικές ευθύγραμμης οικοδόμησης και συνεχίζουν να το κάνουν τουλάχιστο σε συνδικαλιστικό επίπεδο.

Είναι ένα μόρφωμα που διατηρείται στη ζωή με βολονταριστική επιμονή, παρόλο που είναι εμφανής η απουσία μιας αυθεντικής σχέσης με χώρους εργαζομένων, καθώς και μιας πραγματικής δικτύωσης και λειτουργίας σε επίπεδο βάσης, κάτι που περιορίζει το εγχείρημα σ’ έναν εκλογικό καθαρά μηχανισμό. Το ΜΕΡΑ αποτελεί καρικατούρα μετώπου, αναγκασμένο από τη φύση της συγκρότησής του να καταμετρά επίμονα ισχνά εκλογικά ποσοστά.

Παρ’ όλ’ αυτά το ΜΕΡΑ αποτελεί τη μοναδική μετωπική πρόταση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που θα διεκδικήσει τη ψήφο των εργαζομένων στις εθνικές εκλογές που έρχονται! Θα παρουσιάσει ψηφοδέλτια αποτελούμενα από κοινωνικούς αγωνιστές και αγωνίστριες, αντικαπιταλιστές υποψηφίους και αντικαπιταλίστριες υποψήφιες στη βάση της διεκδίκησης να καταγραφεί εκλογικά ένας αντικαπιταλιστικός αριστερός πόλος..

Η ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ από την άλλη αποτελεί πραγματικά ένα εγχείρημα της τελευταίας στιγμής που συγκροτείται από το ΣΕΚ. Αν και αναγνωρίζει την αναγκαιότητα μιας πολιτικής παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στις εκλογές η προσπάθεια του ΣΕΚ είναι εξαιρετικά απομονωμένη, φυσική απόρροια του ακραίου σεκταρισμού που χαρακτηρίζει τον τρόπο που το ΣΕΚ πορεύεται τα τελευταία χρόνια, οικοδομώντας διαρκώς «μέτωπα» γύρω απ’ τον εαυτό του (ΠΡΑΓΑ 2000, ΓΕΝΟΒΑ 2001, ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ). Αν και φαίνεται ότι θα είναι το μοναδικό ψηφοδέλτιο που θα διεκδικήσει την καταγραφή ενός διεθνιστικού αντικαπιταλιστικού στίγματος είναι κάτι παραπάνω από προφανές πως δεν συγκεντρώνει καμιά από τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει μία αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση στα πλαίσια της αριστεράς.

Η εκλογική συμμαχία με το ΣΥΝ στην οποία κατευθύνονται δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (ΑΚΟΑ, ΚΕΔΑ, ΔΕΑ) που συμμετείχαν ενεργά στην οικοδόμηση και ανάπτυξη του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ αναβάλει στη χειρότερη περίπτωση για ένα απροσδιόριστο μέλλον οποιαδήποτε προσπάθεια σύγκλισης των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Σ’ αυτό το ρεύμα θα πρέπει να κατατάξουμε και την ΚΟΕ, που, αν και απέφυγε τελικά να συμμετάσχει στο κοινό εκλογικό σχήμα με το ΣΥΝ, προβάλλει ως ο πιο χαρακτηριστικός συνήγορος της «παναριστερής ενότητας», ενός «αριστερού πόλου απέναντι στο δικομματισμό», που στις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί παρά να σημαίνει προνομιακή σχέση με το ΣΥΝ. Αυτό γίνεται στο όνομα πραγματιστικών υπολογισμών, αβέβαιων υποθέσεων για τις εξελίξεις στο εσωτερικό του Συνασπισμού. Η εκλογική δορυφοροποιήση γύρω από τον έναν από τους πόλους του ρεφορμισμού δεν εξασφαλίζει καμία προνομιακή πρόσβαση στη βάση του Συνασπισμού, αλλά μάλλον επιβεβαιώνει τη συνείδησή της ότι ανήκει στο σωστό χώρο, αυτόν στον οποίο οι άλλοι πρέπει να έρθουν και όχι φυσικά να εγκαταλείψει. Δεν είναι μόνο ότι ο συσχετισμός δύναμης στην παρούσα συγκυρία είναι αντικειμενικά υπέρ του μεγαλύτερου εταίρου που είναι ο ΣΥΝ· το μεγάλο μειονέκτημα είναι η απουσία ενός σοβαρού, κοινού πολιτικού σχεδίου για την επόμενη μέρα με στόχο την ουσιαστική σύγκλιση και την ανασύνθεση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην Ελλάδα  Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η ΑΚΟΑ και η ΚΕΔΑ έχουν ιστορικούς δεσμούς με την παραδοσιακή κοινοβουλευτική αριστερά. Θα μπορούσαν να τραβηχτούν σ’ ένα αντικαπιταλιστικό πόλο που θα ερχόταν σε ρήξη με το ΣΥΝ και το ΚΚΕ μόνο αν ήδη άλλες τάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς συγκεντρώσουν την κρίσιμη μάζα και δουλέψουν συστηματικά γι’ αυτό το σκοπό. Απ’ αυτή την άποψη οι ευθύνες της ΚΟΕ και της ΔΕΑ είναι μεγαλύτερες γιατί θα μπορούσαν να διαδραματίσουν έναν πραγματικά πρωτοποριακό ρόλο στην ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς την Ελλάδα. Ωστόσο οι οργανώσεις αυτές, βρισκόμενες σε μια φάση μετεξέλιξής τους σε σχέση με τις ιστορικές αφετηρίες τους, χαρακτηρίζονται από εμπειρισμό.

Η «ενιαιομετωπική λογική», την οποία ανακάλυψαν άλλωστε πρόσφατα, δεν είναι ικανή να αποκρύψει τη σύγχυσή τους, όπως αυτή διαφαίνεται στην προσπάθειά τους να συγκεράσουν το ρεφορμισμό και την επαναστάση σε μια πολιτική διακήρυξη μαζί με το Συνασπισμό.

Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο με τη σύγκλιση των βασικότερων συνιστωσών της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, την αλλαγή της φυσιογνωμίας της πολιτικής τους παρέμβασης, την οικοδόμηση μιας πραγματικά ορατής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, μαχητικής και ενωτικής στο κίνημα, διεθνιστικής και αντικαπιταλιστικής, ανεξάρτητης από το αστικό πολιτικό καθεστώς μπορούμε πραγματικά να επηρεάσουμε την κοινωνική βάση των ρεφορμιστικών σχηματισμών. Πρέπει να πείσουμε παραφράζοντας ένα από τα λάιτ-μοτίβ της ΚΟΕ: δεν είναι τόσο ότι υπάρχουν δύο δεξιές, αλλά ότι υπάρχουν δύο αριστερές!

Η αναγκαιότητα της ενίσχυσης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς

Μια βασική διαπίστωση σε σχέση με τη διαμόρφωση της γεωγραφίας στην αριστερά σήμερα είναι πως καμιά από τις προσφερόμενες επιλογές δεν μπορεί να εμφανιστεί ως μια ελπιδοφόρα εναλλακτική πρόταση απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου, ικανή να εκφράσει την διάχυτη δυσαρέσκεια πλατιών κομματιών εργαζομένων, ανέργών και νεολαίας θεμελιώνοντας μια αντικαπιταλιστική προοπτική.

Σήμερα η αντικαπιταλιστική αριστερά παρουσιάζεται διασπασμένη σε διαφορετικά και αντικρουόμενα μεταξύ τους εγχειρήματα όμως η σύγκλιση των οργανώσεων αυτών που ακολουθούν σήμερα αποκλίνουσες τροχιές είναι αναγκαία.

Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος εκτιμά ότι η ενίσχυση αυτών των δυνάμεων στις επικείμενες εθνικές εκλογές έχει μεγαλύτερη σημασία από την απλή παραδοσιακή προπαγάνδα για ψήφιση των εργατικών κομμάτων γενικά. Πρέπει από σήμερα ακόμη και στο εκλογικό επίπεδο να υποτυπώνουμε την αναγκαία προοπτική της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης.

Σ’ αυτή την προοπτική, οι διασπασμένες σήμερα δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι οι μόνες που μπορούν να παίξουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ήδη απ’ αυτές τις εκλογές πρέπει να πείσουμε όλους και όλες που σκέφτονται να ψηφίσουν αριστερά να προτιμήσουν τα «αντικαπιταλιστικά ψηφοδέλτια» και τους αντικαπιταλιστές υποψηφίους - αντικαπιταλίστριες υποψήφιες σ’ ευρύτερες συνεργασίες.

ΟΚΔΕ (εττδ) - Σπάρτακος

2/2/2004