Τοποθέτηση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος για την κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις εκλογές

  • Εκτύπωση

1.  Σε μια περίοδο κατά την οποία το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε ύφεση, αλλά ωστόσο σημαντικά τμήματα των εργαζομένων έχουν αποκομίσει σημαντική πολιτική εμπειρία μέσα από το κίνημα και τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων 10 χρόνων, η σημερινή κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στερεί από την αντικαπιταλιστική αριστερά την ευκαιρία να διαδώσει τις απόψεις της και να συνδεθεί με ευρύτερα αγωνιστικά τμήματα.

2.   Η κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί απλώς να αναχθεί στην υπαρκτή πίεση τη πτώσης του κινήματος. Εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης διεθνούς κρίσης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις αρχές του αιώνα. Το γαλλικό ΝΡΑ για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες δεν συμμετέχει στις ευρωεκλογές. Η αμερικάνικη ISO αυτοδιαλύθηκε. Πρακτικά όλες οι διεθνείς οργανώσεις αντιμετωπίζουν διασπάσεις και κρίσεις, με πιο πρόσφατη αυτή στη CWI. Κόμματα όπως το πορτογαλικό Bloco και η δανέζικη Κοκκινοπράσινη Συμμαχία έχουν ενσωματωθεί στο ρεφορμιστικό Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και στον ένα ή άλλο βαθμό τη διαχείριση του συστήματος. Η αγγλική αντικαπιταλιστική αριστερά αδυνατεί να διαχωριστεί από τους εργατικούς του Κόρμπυν. Μια σειρά στελέχη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, μεταξύ των οποία και τα πιο γνωστά ονόματα του πολιτικού γραφείου της 4ης Διεθνούς, υπέγραψαν πρόσφατα το “Μανιφέστο για έναν νέο λαϊκό διεθνισμό στην Ευρώπη», ένα πρόγραμμα κυβερνητικής διαχείρισης για τις «λαϊκές αριστερές κυβερνήσεις» που δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις παλιότερες διαχειριστικές προτάσεις της πρωτοβουλίας αριστερών οικονομολόγων, του PlanB κλπ. Η κατάσταση απηχεί συνολικότερες αδυναμίες να παίξει η αντικαπιταλιστική αριστερά ρόλο κλειδί στην κρίση. Σε τελική ανάλυση, ωστόσο, το πρόβλημα ανάγεται στην ηγεμόνευση από τον ρεφορμισμό.

 3.  Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπήρξε από τις ανθεκτικότερες περιπτώσεις διεθνώς, παρά τη χαλαρή της οργανωτική συγκρότηση. Κατάφερε να αναχθεί στην πολιτική εκπροσώπηση ενός πραγματικού τμήματος της πρωτοπορίας των εργαζομένων, και αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται. Δεν υπάρχει σήμερα άλλος πραγματικός πόλος αριστερά του ΚΚΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προχώρησε με δυσκολία σε σημαντικές προγραμματικές ωριμάνσεις, ιδίως μετά από την αναπόφευκτη διάσπαση του 2015 (σύνθημα για ανοιχτά σύνορα, χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας, φεμινιστικό, ΛΟΑΤΚΙ, καταγγελία της ελληνικής επιθετικότητας στο Αιγαίο, απόρριψη «αριστερής κυβέρνησης» και «παραγωγικής ανασυγκρότησης»), παρότι με αντιφάσεις που επανέρχονται διαρκώς. Η ευρεία πλειοψηφία στην τελευταία συνδιάσκεψη, ωστόσο, αποδείχτηκε πλασματική, αφού υπέκρυπτε τις πραγματικές διαφωνίες και οδήγησε τελικά σε μια κατάσταση όπου ΣΕΚ και ΝΑΡ δεν συνεργάζονταν σχεδόν ποτέ ούτε καν στο δρόμο, με την ευθύνη της διάσπασης να βαραίνει περισσότερο το ΣΕΚ, που είχε βασικές διαφωνίες, στις οποίες ενώ υποχώρησε στη συνδιάσκεψη, επανήλθε αμέσως μετά, καθιστώντας την απόφαση κενό γράμμα και τη διαδικασία διεκπεραιωτή. Επιπλέον, παρά τις αποφάσεις, η ανεξαρτησία από τον ρεφορμισμό δεν έχει ξεκαθαριστεί πλήρως, με αποτέλεσμα σε μια σειρά δημοτικά σχήματα, που δεν μπορούν να θεωρηθούν περιφερειακά, να συνεργάζονται με τη ΛΑΕ και άλλες ρεφορμιστικές δυνάμεις τόσο το ΣΕΚ (Χαλάνδρι, Καλλιθέα, Αγία Παρασκευή κ.ά) όσο και το ΝΑΡ (Καλλιθέα, Θεσσαλονίκη, Αιγάλεω, Αγία Παρασκευή). Γενικά, όμως, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διατήρησε την ανεξαρτησία της από το κράτος και τη διαχείριση, αλλά και από σχέδια συγχώνευσης με τον ρεφορμισμό μέσα από παναριστερά μέτωπα (με την εξαίρεση της Μετάβασης που προκρίνει έναν τέτοιο προσανατολισμό, χωρίς όμως να βαραίνει στον συσχετισμό δύναμης).

4.    Ωστόσο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ποτέ δεν εξελίχθηκε σε σχηματισμό με στιβαρή εσωτερική ζωή. Οι αντιδημοκρατικές παραδόσεις των περισσότερων οργανώσεων διευκόλυναν επίσης τη σημερινή κρίση.

5.  Αυτά τα στοιχεία, βέβαια, υπήρχαν πάντα και δεν οδηγούσαν πάντα σε διαλυτικές καταστάσεις. Τα ιδιαίτερα πολιτικά αίτια της σημερινής κρίσης είναι τα εξής:

α. Η επί μακρόν επικέντρωση στη «συμπόρευση», που ήταν στην ουσία μια πιο αριστερή εκδοχή της απάντησης που έδινε ο ΣΥΡΙΖΑ, στέρησε τη δυνατότητα από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αναπτύξει τον δικό της λόγο, να συσπειρώσει ένα μεγαλύτερο, ανθεκτικότερο και πιο διακριτό μπλοκ, και να κάνει βήματα ανεξάρτητης συγκρότησης. Έτσι, η κρίση τη βρήκε σε πιο αδύναμη θέση.

β. Πραγματικές διαφωνίες οδήγησαν σε διχασμό ή και πολυδιάσπαση της δράσης στο κίνημα, που σήμερα ωριμάζουν στην προοπτική ακόμα και μια συνολικής διάσπασης, παρότι αυτό το ενδεχόμενο έχει προς το παρόν αποτραπεί. Το δίπολο μεταξύ των τακτικισμών του ΣΕΚ με τις ρεφορμιστικές ηγεσίες και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, από τη μια, και της αναδίπλωσης του ΝΑΡ στη σεκταριστική πολιτική του ανεξάρτητου κέντρου αγώνα, στο οποίο συσπειρώνονται ελάχιστα και συνεχώς μειούμενα συνδικάτα, από την άλλη, είναι σε ένα βαθμό πραγματικό, αλλά δεν περιγράφει την πλήρη πραγματικότητα. Στο φεμινιστικό ή το αντιρατσιστικό κίνημα, για παράδειγμα, συχνά συμβαίνει το αντίθετο, με το ΣΕΚ να αρνείται οποιαδήποτε ουσιαστική συνεργασία και τις δυνάμεις του ΝΑΡ να εμπλέκονται σε ευρύτερες συσπειρώσεις, ορισμένες φορές απλώς και μόνο ως αντίπραξη στο ΣΕΚ. Συνολικά, δεν έχει επιτευχθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ της πολιτικής ανεξαρτησίας και μάχης ενάντια στον ρεφορμισμό και τη γραφειοκρατία, από τη μια, και της ενότητας στη δράση για κινηματικούς σκοπούς, από την άλλη.

γ. Η συγκεκριμένη αιτία που σήμερα οδηγεί στην κρίση είναι ότι το ΣΕΚ θεωρεί ότι πλέον μπορεί να τροφοδοτηθεί από μια δεξαμενή ανεξάρτητη από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τον χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, κυρίως από στελέχη που θα απομακρύνονται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Από αυτό προκύπτει η πλήρης αδιαφορία για τη λειτουργία των σχημάτων του χώρου και τις δημοκρατικές τους διαδικασίες, όπως και η πολιτική «ενιαίου μετώπου» προς τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ, με αποτελέσματα ασήμαντα για το κίνημα, δεδομένης της φύσης και της μαζικότητας του κόμματος. Από την άλλη, παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες της ηγεσίας του ΝΑΡ να βρει ένα συμβιβαστικό modusvivendi, ένα σημαντικό τμήμα των μελών και στελεχών του, έχοντας μπει σε μια διαδικασία ξεκαθαρισμάτων, θεωρεί, εξίσου εσφαλμένα, ότι εάν απελευθερωνόταν από το ΣΕΚ θα μπορούσε να ανοίξει τα φτερά του. Από αυτό προκύπτει ένας φανατισμός που δύσκολα ελέγχεται. Μαζί με το κλίμα που δημιούργησε η πρόταση του ΝΑΡ για το κόμμα, που όπως φαίνεται δεν προχωράει, το ΝΑΡ αυτή τη στιγμή είναι πολιτικά μετέωρο.

6.    Η κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν δικαιώνει τον μοναχικό δρόμο οργανώσεων όπως το ΕΕΚ, που σήμερα καταφανώς ψάχνει έναν τρόπο να ξεφύγει από το αδιέξοδό του με ένα ενδεχόμενο νέο ΜΕΡΑ, εμπλεκόμενο μάλιστα με προβληματικό τρόπο στα εσωτερικά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην προσπάθειά του να δικαιωθεί εκ των υστέρων για την παλιότερη λανθασμένη επιλογή να αποχωρήσει από τη διαδικασία της συγκρότησής της. Ακόμα περισσότερο, δεν δικαιώνει το σχέδιο της παναριστερής ανασύνθεσης, που οδήγησε στην τραγωδία του ΣΥΡΙΖΑ. Έχοντας συμβάλει έμπρακτα στο να ηγεμονεύσει ο ρεφορμισμός στο κίνημα, γεγονός που αποτελεί και τη βασική αιτία της σημερινής κρίσης του κινήματος, και έχοντας αποτύχει όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργήσουν το παραμικρό πρόβλημα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, οι πρόσφατες διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ μάταια επιχαίρουν για την κρίση της «σεκταριστικής» ΑΝΤΑΡΣΥΑ, γιατί δεν πρόκειται να τους ωφελήσει.

7.   Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος επιμένει στην ανάγκη της ενιαίας και ανεξάρτητης συγκρότησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Παρά τη σταθερή κριτική της στον προσανατολισμό και τη λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από θέσεις αριστερής αντιπολίτευσης, υπερασπίζεται έμπρακτα την ενότητα του εγχειρήματος. Μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους και συντρόφισσες της ΠΑΑΕ συνέβαλε με πολύ συγκεκριμένες προτάσεις στην υπέρβαση της κρίσης, για την ενοποίηση των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ιδίως στον Δήμο της Αθήνας (την οποία το ΣΕΚ αρνήθηκε με τον πιο παράλογο τρόπο, παρότι ήταν πολύ ευνοϊκή για αυτό όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα και έγινε αποδεκτή και από το ΝΑΡ), για την προώθηση της λειτουργίας της με έντυπο, γραφεία, και κοινό φεστιβάλ, για τη διεξαγωγή άμεσης έκτακτης συνδιάσκεψης για την επανεκκίνηση του μετώπου κλπ. Αναγνωρίζοντας τη σημασία της ύπαρξης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ταξική της χρησιμότητα και την βαρύτητά της στον συσχετισμό δύναμης εντός του εργατικού κινήματος, θα συμμετέχει στις εκλογές όπου οι βασικές της δυνάμεις κατεβαίνουν ενωμένες: ευρωεκλογές, περιφέρειες και μια σειρά από δήμους. Κριτήριο είναι η αποτύπωση ενός αντικαπιταλιστικού ρεύματος εντός του εργατικού κινήματος, και το να μην χαθεί ο δεσμός μεταξύ τμημάτων της ευρύτερης αγωνιστικής πρωτοπορίας και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η σημασία αυτού του πολιτικού δεσμού βαραίνει για εμάς περισσότερο από τους τακτικισμούς και τον ηγεμονισμό των περισσότερων οργανώσεων. Δεν θα συμμετέχουμε, ωστόσο, σε δημοτικά κατεβάσματα μονοκομματικά και αυτοανακηρυγμένα, όπως αυτά γύρω από το ΣΕΚ σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και αλλού. Δεν θα συμμετέχουμε ούτε σε αντιπαραθετικά κατεβάσματα, που επιχειρούν να επιλύσουν τα εσωτερικά προβλήματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην κάλπη. Δεν θα συμμετέχουμε, τέλος, σε ευρύτερα κατεβάσματα με τη ΛΑΕ ή «ενδιάμεσες» δυνάμεις, η φυσιογνωμία και το πρόγραμμα των οποίων δεν έχει συζητηθεί ποτέ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

8.  Γνωρίζουμε καλά ότι ενδεχόμενη διάλυση ή διάσπαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είναι μια συνολική ήττα για την αντικαπιταλιστική αριστερά, αλλά και ευρύτερα για το εργατικό κίνημα. Για τον λόγο αυτό, υπερασπιζόμαστε την ύπαρξη του μετώπου. Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι το εγχείρημα προς το παρόν θα σωθεί. Το τραύμα, ωστόσο, θα είναι βαθύ και δεν θα μπορεί να κλείσει παρά μόνο με μια ενδεχόμενη άνοδο του κινήματος και του ρόλου που μπορούμε να παίξουμε σε αυτό. Κατανοούμε, ωστόσο, τους βαθύτερους λόγους και το πλαίσιο της κρίσης του μετώπου, που είναι από ένα σημείο και μετά πάνω από τις δυνάμεις μας. Γνωρίζαμε την αντιφατική φύση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για αυτό και πάντα διατηρήσαμε την αυτοτελή λειτουργία της οργάνωσής μας και του προγράμματός της. Το 2015, όταν έγινε τελικά η συνεργασία με το Σχέδιο Β΄ του Αλαβάνου, βρεθήκαμε σε οριακή σχέση με το μέτωπο, ωστόσο η κριτική μας σύντομα δικαιώθηκε. Συνεργαστήκαμε και συνεργαζόμαστε με δυνάμεις εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όταν αυτό είναι απαραίτητο (πχ Μακεδονικό). Στηρίξαμε την ίδρυση της ΠΑΑΕ και επιδιώκουμε τη συνέχεια και την αναβάθμιση της λειτουργίας της, εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εφόσον αυτή λειτουργεί, αλλά και ανεξάρτητα.

9.    Η επόμενη μέρα σε ένα ενδεχόμενο διάλυσης δεν θα είναι η μεμψιμοιρία, η απογοήτευση και η εσωστρέφεια. Η ΟΚΔΕ Σπάρτακος θα στηρίξει τον σχηματισμό που θα παραμείνει ταγμένος στο σχέδιο για μια μετωπική ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά, και ταυτόχρονα θα αναπτύξει την πολυδιάστατη δράση της στο κίνημα. Θα οικοδομήσει τα κύτταρα του αντικαπιταλιστικού χώρου, τα αντικαπιταλιστικά σχήματα σε εργασιακούς χώρους, σχολές και γειτονιές. Θα κάνει τη διαδικασία του μέχρι τώρα απολογισμού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της δικής της δράσης σε αυτή, των επιτυχιών και των λαθών της. Θα επεξεργαστεί από σήμερα τις απαραίτητες αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της για τις νέες ανάγκες που θα διαμορφωθούν. Θα συμβάλει στη συζήτηση για τη στρατηγική και τα απαραίτητα επαναστατικά κόμματα της σημερινής περιόδου, με τις διεθνείς και εγχώριες εμπειρίες των τελευταίων χρόνων.

21 Απριλίου 2019