Ο κατήφορος της ρεφορμιστικής πολιτικής:

  • Εκτύπωση

από το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» στη ποντικοπαγίδα του «έντιμου συμβιβασμού»

του Νίκου Ταμβακλή

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου και ο σχηματισμός της «αντιμνημονιακής» κυβέρνησης προκάλεσε αρχικά ένα κύμα ανακούφισης στα λαϊκά στρώματα. Οι προεκλογικές υποσχέσεις που μοίραζε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, μετά μάλιστα από την εξαγγελία του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», αν και δεν είχαν γίνει απολύτως πιστευτές (τουλάχιστον στο σύνολό τους) από τη πλειοψηφία των εξουθενωμένων λαϊκών στρωμάτων, δημιούργησαν ένα διάχυτο κλίμα ελπίδας και προσμονής μιας ανώδυνης κοινοβουλευτικής εξόδου από τον εφιάλτη των αλλεπάλληλων υποβαθμίσεων του επιπέδου της ζωής τους.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ από τη μεριά της φαίνεται ότι ήταν εντελώς ανίκανη να βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα από τα τραγικά αποτελέσματα στα οποία έχει οδηγήσει η ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ και της ΕΕ στις χώρες της περιφέρειας. Από την ολοκληρωτική καταστροφή των χωρών της Μέσης Ανατολής, από την κυνική και υποκριτική αντιμετώπιση των προσφύγων και των μεταναστών που πνίγονται στη Μεσόγειο, από την σφαγή του πληθυσμού της Ανατολικής Ουκρανίας, από την συστηματική συγκάλυψη των γεγονότων και από την φαιά προπαγάνδα των αστικών ΜΜΕ. Οι καλοπροαίρετοι «φιλο-ευρωπαϊστές» ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ πίστευαν ότι με τα λογικά τους επιχειρήματα θα έπειθαν τους ευρωπαίους ηγέτες να αλλάξουν πολιτική, να αναγνωρίσουν την «ανθρωπιστική κρίση» που τα μνημόνια έχουν επιφέρει στην ελληνική κοινωνία και να σεβαστούν τη «ρητή εντολή του ελληνικού λαού της 25ης Ιανουαρίου».

 

Οι ευρωπαίοι ηγέτες από τη μεριά τους, θεωρούν ότι η πλήρης υποταγή της νέας κυβέρνησης στο νέο μνημονιακό πρόγραμμα θα τους εξασφαλίσει την συνέχεια της πολιτικής που έχουν επιλέξει σε πανευρωπαϊκή κλίμακα για την αντιμετώπιση της απειλητικά έρπουσας ύφεσης και για την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου, δηλαδή τη διαρκή συμπίεση του εργατικού κόστους με τη συντριβή των κάθε μορφής κοινωνικών αντιστάσεων.

Ο χαρακτήρας της κυβέρνησης

Μέσα στο γενικό κλίμα της ευφορίας των πρώτων ημερών, το γεγονός της συμμαχίας του κόμματος της «ριζοσπαστικής αριστεράς» με ένα κόμμα της εθνικιστικής και ρατσιστικής ακροδεξιάς έγινε λίγο –πολύ αποδεκτό από τις περισσότερες οργανώσεις, τις τάσεις και τα ρεύματα της εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ «αντικαπιταλιστικής αριστεράς», περίπου σαν ένα αναγκαίο και οπωσδήποτε αμελητέο κακό. Προκειμένου μάλιστα να κάνουν πιο ευκολοχώνευτη αυτή την κατάφωρη παραβίαση των αρχών και των καταστατικών, πολλοί υποστηρικτές της ονομαζόμενης «πατριωτικής αριστεράς» έσπευσαν να εξωραΐσουν τους ΑΝΕΛ απονέμοντάς τους τον εύηχο (γι’ αυτούς τους ίδιους) τίτλο της «πατριωτικής δεξιάς». Κάποιοι άλλοι, πιο ευέλικτοι και ανοιχτόμυαλοι, δεν δίστασαν, προκειμένου να αποφύγουν το σκόπελο, να τους κατατάξουν στα κόμματα ενός εξαιρετικά διευρυμένου «κέντρου»![i] Ασφαλώς, η νεοφιλελεύθερη πολιτική που υπερασπίζονται ή εφαρμόζουν τα κόμματα που εξακολουθούν να αναφέρονται στο κέντρο (ή στην πάλαι ποτέ κεντροαριστερά) με δυσκολία μπορεί να διακριθεί από αυτήν των ακροδεξιών, αν μάλιστα τους αφαιρέσει κανείς κάποιες κούφιες ρητορείες για δήθεν υπεράσπιση κάποιων ψηγμάτων από τα αστικοδημοκρατικά δικαιώματα που έχουν απομείνει. Ωστόσο, το σημαντικό γεγονός είναι ότι στους ΑΝΕΛ ανατέθηκε η ηγεσία του Υπουργείου Άμυνας και αυτό δεν φάνηκε να απασχολεί ιδιαίτερα τους κάθε είδους «ριζοσπάστες αριστερούς» υποστηρικτές της νέας κυβέρνησης, που άλλωστε αυτο-προσδιορίσθηκε κατηγορηματικά, από την πρώτη στιγμή, ως «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας».[ii]

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι μειωμένες ή υποτονικές υπήρξαν οι αρχικές αντιδράσεις και οι κριτικές από την εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ «ριζοσπαστική αριστερά» για το γεγονός ότι ολόκληρη η διαχείριση του σκληρού πυρήνα του αστικού κράτους (τραπεζικό σύστημα, στρατός, δικαιοσύνη, σώματα ασφαλείας, δημόσια τηλεόραση) παραδόθηκε αμαχητί, από τη πρώτη στιγμή του σχηματισμού της κυβέρνησης, στα χέρια δοκιμασμένων και «φερέγγυων» για την αστική τάξη «τεχνοκρατών» και ακροδεξιών. Σαν ένα συμβολικό επιστέγασμα όλων αυτών των παραχωρήσεων, που σηματοδοτούσε όμως με σαφήνεια τις πραγματικές προθέσεις και τα όρια της «αριστερής πολιτικής» της νέας κυβέρνησης, η προεδρία της Δημοκρατίας παραδόθηκε σε έναν αυθεντικό και κορυφαίο εκπρόσωπο της παραδοσιακής Δεξιάς και του «σάπιου, πελατειακού, δικομματικού, πολιτικού συστήματος» (για να χρησιμοποιήσουμε μια αγαπημένη έκφραση των εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ στις καθημερινές «ενημερωτικές» εκπομπές των παπαγάλων της TV). Άλλωστε, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, με την ανάληψη των υπουργικών καθηκόντων της, επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους και σε κάθε κατεύθυνση ότι ο μοναδικός στόχος της νέας κυβέρνησης είναι η «εξυγίανση» της διαχείρισης του αστικού κράτους, που θα της εξοικονομήσει τους πόρους για την άσκηση μιας «φιλολαϊκής» πολιτικής.

Μπροστά στο αδιέξοδο της ευρωπαϊκής αδιαλλαξίας

Όμως, παρόλα αυτά τα δείγματα καλής θέλησης και τις αλλεπάλληλες υποκλίσεις, παραχωρήσεις και εγγυήσεις προς την αστική τάξη, η νέα κυβέρνηση δεν κατόρθωσε τελικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη της ηγεμονικής μερίδας της ελληνικής αστικής τάξης (παρότι ορισμένα τμήματά της βλέπουν σοβαρά την προοπτική της προώθησης των ιδιαίτερων συμφερόντων τους μέσα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ), ούτε (ίσως πολύ περισσότερο) και της αντίστοιχης γερμανικής (και φυσικά των υπολοίπων ευρωπαϊκών), που αναμφισβήτητα ηγεμονεύει στα όργανα και στις αποφάσεις της ΕΕ. Η ύπαρξη της νέας κυβέρνησης με κορμό ένα κόμμα, σημαντικό τμήμα του οποίου προέρχεται από την παράδοση της «ριζοσπαστικής αριστεράς», και ανεξάρτητα από τις εγγυήσεις που δίνει και τις υποχωρήσεις που κάνει ή είναι διατεθειμένο να κάνει, αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς έναν σοβαρό κίνδυνο, που απειλεί την σταθερότητα της πολιτικής «της λιτότητας», την οποία έχουν κατορθώσει να επιβάλουν πανευρωπαϊκά. Δεν ανησυχούν τόσο γι’ αυτή καθεαυτή τη «φιλολαϊκή πολιτική» που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ευαγγελίζεται, αφού είναι αυτοί έτσι κι αλλιώς που θα καθορίζουν τα πραγματικά της περιθώρια, καθώς θα ρυθμίζουν κάθε στιγμή «τη στρόφιγγα της ρευστότητας» από την ΕΚΤ. Ανησύχησαν κυρίως για το τι σηματοδοτεί το γεγονός της συμμετοχής του ΣΥΡΙΖΑ σε μια κυβέρνηση και τι θα μπορούσε ίσως να πυροδοτήσει στις εργατικές τάξεις και στα λαϊκά στρώματα σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, κατά την πρώτη ιδίως περίοδο της ύπαρξης αυτής της κυβέρνησης, πριν δηλαδή αποκαλυφθούν σε όλη τους την έκταση οι τραγικές ανεπάρκειες και οι αδυναμίες της.

Επομένως, η νέα κυβέρνηση θα έπρεπε να απαξιωθεί από τη πρώτη στιγμή στα μάτια της ευρωπαϊκής «κοινής γνώμης» σαν αναξιόπιστη, αλλοπρόσαλλη, επικίνδυνη, αποτελούμενη από ανεύθυνους ερασιτέχνες πολιτικούς. Τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ επιστρατεύθηκαν για το σκοπό αυτό και οι ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες υποδείξεις για την αποβολή των «ακραίων» της αριστερής πλατφόρμας, για τον ανασχηματισμό με τη συμμετοχή του «σοβαρού και αξιόπιστου» Ποταμιού κλπ. έπεσαν βροχή πάνω στα κεφάλια των καλοπροαίρετων «φιλο-ευρωπαϊστών» μας.

Οι εκπρόσωποι της νέας κυβέρνησης αντιμετωπίσθηκαν μέσα στα «ευρωπαϊκά όργανα» στην αρχή με αναγνωριστική επιφυλακτικότητα, στη συνέχεια με ανοιχτή εχθρότητα ή με υποκριτική φιλοφροσύνη και στο τέλος με απροσχημάτιστη λοιδορία, καθώς επιχειρούσαν εναγωνίως να ανα-διαπραγματευθούν τους όρους των δανειακών συμβάσεων που είχαν υπογράψει οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Προς μεγάλη έκπληξη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, οι «εταίροι» δεν επέδειξαν την παραμικρή δημοκρατική ευαισθησία και καθόλου δεν συγκινήθηκαν από το διαρκώς επαναλαμβανόμενο επιχείρημα για «την ρητή εντολή που τους έδωσε ο ελληνικός λαός με τη ψήφο του της 25ης Ιανουαρίου». Οι δανειστές «μας» επισήμως επέμειναν άκαμπτοι στην ψυχρή λογιστική αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του προηγούμενου μνημονιακού προγράμματος. Η τήρηση των «δανειακών υποχρεώσεων» προβάλλονταν από αυτούς σαν ιερός και απαράβατος όρος προκειμένου να εξασφαλισθεί η συναίνεση των κοινοβουλίων τους για την υπογραφή «της έντιμης συμφωνίας» του νέου μνημονίου.

Η κυβέρνηση εγκλωβίστηκε έτσι στην ποντικοπαγίδα των πεντάμηνων ατελείωτων διαπραγματεύσεων, προσπαθώντας απεγνωσμένα να περισώσει κάποια ψιχία του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», που θα της επέτρεπαν την κοινοβουλευτική της επιβίωση.

Οι τελικές αντιπροτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στη διαπραγμάτευση, τόσο η πρόταση των «47 σελίδων» όσο και οι επόμενες συμπληρώσεις τους, είναι σχεδόν εξίσου απαράδεκτες με της τρόικα, και μάλιστα σε τουλάχιστον 2 σημεία ακόμα χειρότερες: στη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών, στην οποία αντιτίθεται η κυβέρνηση, και στη διατήρηση των φοροαπαλλαγών για τους εφοπλιστές.

Όμως, οι υποχωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ προκαλούσαν τους δανειστές να προβάλλουν όλο και νέες απαιτήσεις, ώστε τελικά να καταστεί αδύνατη η ψήφιση του νέου μνημονίου από την κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η προσφυγή στο δημοψήφισμα αποτελούσε έτσι τη μόνη διέξοδο για τη κυβέρνηση.

Η μεταστροφή των λαϊκών διαθέσεων προ των πυλών

Όλες σχεδόν οι τάσεις της εκτός του ΣΥΡΙΖΑ αντικαπιταλιστικής αριστεράς, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, είχαν έγκαιρα προβλέψει και προαναγγείλει την μετεκλογική μοιραία ενσωμάτωση στους αστικούς θεσμούς και τον ραγδαίο πολιτικό εκφυλισμό της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Τα σημάδια είχαν εμφανιστεί από καιρό και ήταν πολλά και ορατά, τουλάχιστον για την πλειοψηφία των αριστερών αντικαπιταλιστών. Πολλές αναλύσεις ίσως να μην διέθεταν την απαιτούμενη επάρκεια για να φωτίσουν με συστηματικό τρόπο τις αιτίες και το μηχανισμό του αναμενόμενου φαινόμενου της ρεφορμιστικής κατρακύλας της μελλοντικής «αριστερής κυβέρνησης», ωστόσο όλοι διέκριναν λίγο-πολύ την οφθαλμοφανώς επιφανειακή αριστερή ρητορεία και τους κούφιους λεονταρισμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, που ακυρώνονταν και έρχονταν σε κατάφωρη αντίφαση με την παράλληλη ενσωμάτωση πολυάριθμων αστών πολιτικών και δοκιμασμένων στελεχών του σοσιαλ-φιλελευθερισμού στον κομματικό μηχανισμό. Κυρίως, όμως, η επιφανειακή αριστερή ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ έρχονταν σε αντίφαση με την συστηματικά πυροσβεστική τακτική των κομματικών παρατάξεων του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Μια πυροσβεστική τακτική που κορυφώνονταν όσο ανέβαινε η εκλογική επιρροή του και διαφαίνονταν στον ορίζοντα οι κοινοβουλευτικές εκλογές.

Όμως, στους περισσότερους αριστερούς αντικαπιταλιστές διέφευγε η ίσως σημαντικότερη και πιο δραματική επίπτωση αυτής της ρεφορμιστικής διολίσθησης στην συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων, η οποία προκλήθηκε από την υπονόμευση της λαϊκής αυτενέργειας και αυτοοργάνωσης που αναπτύχθηκε στην περίοδο 2010-11. Οι ψευδαισθήσεις, που καλλιεργήθηκαν συστηματικά από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και κυριάρχησαν μέσα στην ελληνική κοινωνία μετά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου του ’12, παγιώθηκαν και μπορούν να συνοψισθούν σε δύο σημεία:

α) Στην ελπίδα για μια ανώδυνη, κοινοβουλευτική ανατροπή της πολιτικής των μνημονίων. Τα μνημόνια θα ανατρέπονταν, σύμφωνα με τη διαρκώς επαναλαμβανόμενη υπόσχεση του Τσίπρα, «μέσα σε μια ημέρα, με ένα και μόνο νόμο που θα ψηφισθεί από τη Βουλή, με τον τρόπο ακριβώς που επιβλήθηκαν» και

β) Στην ελπίδα για μια «σκληρή και αποτελεσματική» επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης με τους εταίρους, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η ένταξη της χώρας στην ΕΕ και στην ευρωζώνη. «Ούτε ρήξη ούτε υποταγή» ήταν το καθησυχαστικό κεντρικό σύνθημα, που δεν τάραζε τον ύπνο των μικροαστών και αποκοίμιζε τους εργαζόμενους και τους άνεργους οι οποίοι είχαν κατέβει μαχητικά στους δρόμους την προηγούμενη περίοδο.

Όσον αφορά την αφελή πεποίθηση ότι η ισχύς του κοινοβουλίου (σαν ένας υποτιθέμενα αυτόνομος αστικός θεσμός) υπερέχει της ταξικής πολιτικής και των ζωτικών συμφερόντων της ίδιας της αστικής τάξης, φαίνεται ότι μόνο η πρόεδρός του Ζωή Κωνσταντοπούλου εξακολουθεί στα σοβαρά να την ενστερνίζεται, αγγίζοντας πλέον τα όρια του γραφικού. Δυστυχώς, δίπλα στη μάλλον γραφική αυτή φιγούρα φρόντισαν να ποζάρουν και αρκετά στελέχη της διεθνούς και της ντόπιας αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Την αρχική ελπίδα και ευφορία των λαϊκών στρωμάτων διαδέχθηκε γρήγορα μια μοιρολατρική στάση παθητικής αναμονής του αποτελέσματος της «σκληρής» διαπραγμάτευσης με τους «θεσμούς». Όμως, στη διάρκεια της πεντάμηνης, μακρόσυρτης, «μυστικής» διελκυστίνδας-διαπραγμάτευσης, αποκαλύφθηκε σε όλο του το μεγαλείο ο πραγματικός ρόλος της ηγεσίας των ελληνικών αστικών κομμάτων, των ιδιωτικών ΜΜΕ, αλλά και του σκληρού πυρήνα του κρατικού μηχανισμού, που φυσικά δεν είναι άλλος από αυτόν του υπηρέτη των συμφερόντων της αστικής τάξης. Όσον αφορά τους ρόλους των «θεσμών», των ευρωπαϊκών «οργάνων» (αλλά και των ευρωπαϊκών ΜΜΕ), δεν αφήνουν πλέον κανένα περιθώριο για αυταπάτες. Η Ενωμένη Ευρώπη «της αλληλεγγύης, της ειρήνης και της δημοκρατίας» αποκαλύπτεται στα μάτια και των πιο αφελών υποστηρικτών της με το πραγματικό της πρόσωπο. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από τη μεριά της, στη διάρκεια της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης διολίσθησε με εκπληκτική ταχύτητα από τις «θέσεις της Θεσσαλονίκης» και τις «αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές» στις θέσεις ενός ακαθόριστου «έντιμου συμβιβασμού» και της ακόμη πιο αδιευκρίνιστης «αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας» για να καταλήξει στην ολοκληρωτική παράδοση με την πρόταση των «47 σελίδων» που θεωρήθηκαν εντελώς απαράδεκτες από σημαντικό τμήμα του στελεχιακού δυναμικού και ακόμη από μια μερίδα της κοινοβουλευτικής ομάδας.

Οι εσωκομματικές αντιπολιτευτικές φωνές υψώθηκαν από παντού. Ο Σ. Κουβελάκης, απαντώντας στο περιβόητο άρθρο του Α. Τσίπρα στην γαλλική εφημερίδα Monde της 31/5/2015, γράφει χαρακτηριστικά:

«…Θα αποφύγω, από την πλευρά μου, να το παίξω προφήτης για να προβλέψω σε τι θα μας οδηγήσουν όλα αυτά. Διαπιστώνω μόνο σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα πράγματα:

1. η ελληνική κυβέρνηση έχει εισέλθει σε ένα φαύλο κύκλο οπισθοχώρησης, όπου η μια παραχώρηση οδηγεί στην άλλη και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι θα σταματήσει.

2. όλα αυτά ήταν απολύτως προβλέψιμα δεδομένου ότι η γραμμή αντιπαράθεσης δεν είχε προετοιμαστεί και εγκριθεί (δεν μου αρέσει να το αναφέρω, όμως όλα αυτά εμφανίζονται σε πολλά κείμενα και παρεμβάσεις μου των τελευταίων μηνών ή ακόμη και των τελευταίων χρόνων).

3. το να εξακολουθούν μετά από όλα αυτά να μιλούν για μια ρήξη με τη λιτότητα και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές μέσα στο σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να αντιστοιχεί μόνο σε μια απώλεια συνείδησης ή σε μια απάτη.

Ένα τελευταίο πράγμα, περισσότερο προσωπικό: Είμαι ενεργός εδώ και 35 χρόνια στις τάξεις της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Ειδικότερα, αγωνίστηκα ακατάπαυστα ενάντια στα διαψεύσεις και τη δειλία των κυβερνήσεων την εποχή του Μιτεράν και Ζοσπέν, με ή χωρίς τη συμμετοχή του PCF (του οποίου ήμουν μέλος στη δεκαετία του 1980). Επίσης, αρνήθηκα οποιαδήποτε παραχώρηση προς το σύστημα του ΠΑΣΟΚ και τον ανατριχιαστικό βάλτο στον οποίο είχε το ίδιο βυθιστεί και είχε οδηγήσει και την ελληνική κοινωνία.

Είναι εξαιρετικά απίθανο ότι μπορώ να αλλάξω τώρα. Και δεν είμαι ο μόνος που σκέφτεται έτσι μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ…»[iii]

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, με τη πλάτη κολλημένη στο τοίχο, θυμήθηκε να ζητήσει τη τελευταία στιγμή τη στήριξη από τις λαϊκές κινητοποιήσεις, δειλά και καμουφλαρισμένη πίσω από δήθεν αυθόρμητες πρωτοβουλίες πολιτών. Η συνεχιζόμενη μέχρι τελικής εξοντώσεως ευρωπαϊκή αδιαλλαξία με την κατάθεση τη τελευταία στιγμή της πρότασης των «πρόσθετων μέτρων ύψους 12 δις», εξώθησαν την ελληνική κυβέρνηση να καταφύγει στο «μεγάλο όπλο» του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου. Οι σπασμωδικές αυτές κινήσεις προκάλεσαν τα ανακλαστικά των μεσοαστικών στρωμάτων και τη συσπείρωση των αστικών κομμάτων γύρω από την υπεράσπιση της «ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας». Οι κοινοβουλευτικές κοκορομαχίες κορυφώνονται, ενώ την ίδια ώρα οι απειλές, οι εκβιασμοί, οι ανοιχτές και οι υπόγειες παρεμβάσεις από τα ευρωπαϊκά επιτελεία πυκνώνουν.

Όμως, η προσφυγή στο δημοψήφισμα δεν αιφνιδίασε μόνο τους εταίρους, αλλά και τον ελληνικό λαό, που βρέθηκε σε μεγάλο βαθμό απροετοίμαστος απέναντι στο δίλημμα. Το εργατικό κίνημα, η μεγάλη μάζα των ανέργων και των φτωχοποιημένων, παραμένουν ακόμη προς το παρόν σε μια διστακτική αναμονή, καθώς δεν βλέπουν στον ορίζοντα μια χειροπιαστή λύση και καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούν ουσιαστικά υποχρεωμένοι να επιλέξουν στις 5 Ιουλίου ανάμεσα στο νέο μνημόνιο «των πρόσθετων μέτρων ύψους 12 δις» των ευρωπαίων εταίρων μας και στην κυβερνητική πρόταση «των πρόσθετων μέτρων ύψους 8,5 δις».

Σαν ένα πρώτο συμπέρασμα

Ανεξάρτητα από τα πιθανά σενάρια των πολιτικών εξελίξεων στην κεντρική σκηνή, αυτό που ξεκάθαρα αναδεικνύεται από την πεντάμηνη πορεία της νέας κυβέρνησης, και δυστυχώς δεν φαίνεται να έχει γίνει ακόμη απόλυτα κατανοητό από το σύνολο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, είναι η οριστική χρεωκοπία της αριστερής ρεφορμιστικής πολιτικής μέσα στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης.

Η λογική της διαχείρισης του αστικού κράτους από μια «συνεπέστερη» και αριστερότερη εκδοχή του ΣΥΡΙΖΑ, μετά από την σύμπηξη ενός ενωτικού παναριστερού «μετώπου» που θα οδηγήσει σε μια νέα κοινοβουλευτική ανατροπή, και θα αναλάβει αυτή να φέρει σε πέρας το έργο που δεν μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, κυριαρχεί στο μυαλό (ή έστω στο πίσω μέρος του μυαλού) πολλών αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Αντίθετα, η αναγκαιότητα για τη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης ταξικής πολιτικής των εργαζομένων, των ανέργων και των φτωχοποιημένων στρωμάτων, που θα εδράζεται σταθερά στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και στις νέες αναδυόμενες μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης, δεν γίνεται απόλυτα κατανοητή. Ωστόσο, οι διεργασίες συνεχίζονται ακατάπαυστα και οι εμπειρίες από τις καταιγιστικές εξελίξεις συσσωρεύονται διαρκώς, προκαλώντας τον αγωνιώδη προβληματισμό και τη μετατόπιση των απόψεων των αγωνιστών σε όλο το φάσμα της αριστεράς. Μια απόρριψη της συμφωνίας με τους δανειστές στο δημοψήφισμα και στο δρόμο μπορεί να επιταχύνει την πολιτική κρίση, και ταυτόχρονα αυτές τις μετατοπίσεις.

 



1.Βλ. τη συζήτηση στο Inprecor Νο612-3 ανάμεσα στον Α. Νταβανέλο και τον Σ. Μάρταλη: "La gauche de Syriza et les luttes à venir". Ο Α. Ντ. αναφέρει : «Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας με τους ΑΝΕΛ, η οργάνωσή  μας εξέδωσε μια ανακοίνωση εναντίον αυτής της συμμαχίας. Εμείς υπενθυμίζαμε ότι αυτή ήταν αντίθετη προς τις αποφάσεις του συνεδρίου ΣΥΡΙΖΑ, που απέρριπταν τη συμμαχία με την κεντροαριστερά, και επομένως και με το κέντρο. Είπαμε ότι αυτή η συμμαχία με τους ΑΝΕΛ θα είναι ένας ιμάντας μεταφοράς συντηρητικής πίεσης προς την κυβέρνηση. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι αξίζει η προσοχή σας να επικεντρωθεί στους ΑΝΕΛ τις επόμενες ημέρες, γιατί υπάρχουν και άλλοι παράγοντες πιο κρίσιμοι και καθοριστικοί για ζητήματα που η κυβέρνηση θα προχωρήσει ή δεν θα προχωρήσει. Η απειλή των Ανεξάρτητων Ελλήνων θα είναι το ευκολότερο πρόβλημά μας σε σύγκριση με άλλα, πολύ πιο σοβαρά προβλήματα: πώς θα διαπραγματευθεί με τους διεθνείς πιστωτές, με την ελληνική άρχουσα τάξη και με το υφιστάμενο Κράτος. http://ks3260355.kimsufi.com/inprecor/article-inprecor?id=1722

2.Βλ. προγραμματικές δηλώσεις Τσίπρα στη Βουλή 8/2/15: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=675160

3. Grèce: tribune de Tsipras et réaction de Kouvelakis: http://tendanceclaire.npa.free.fr/breve.php?id=13174