Back to the future!

Ξαναπιάνοντας το νήμα των καταλήψεων στους Δήμους
 
 

 

Του Ηλία Λοΐζου
 
Το τελευταίο πακέτο μέτρων της τρικομματικής «τρόικας εσωτερικού» (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) και των υπερεθνικών τους συμμάχων συνιστά μια τρομακτική αναβάθμιση της επίθεσης: είναι τέτοιου μεγέθους που αν περάσει απειλεί να ισοπεδώσει ότι έχει απομείνει όρθιο στην ελληνική κοινωνία από τα προηγούμενα μέτρα των μνημονίων. Από αυτή την άποψη η πλειοψηφία των εργαζομένων, μάλλον ενστικτώδικα, αντιλαμβάνεται ότι η πτώση αυτής της κυβέρνησης είναι ζήτημα απολύτως πρώτης προτεραιότητας.
 
 
 
 
Παρά τις τηλεοπτικές, άσχημα επαναλαμβανόμενες επικοινωνιακές οπερέτες «περί υπουργών της κυβέρνησης που ορθώνουν το ανάστημά τους στην Τρόικα», η πραγματικότητα είναι τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο κίνημα κυριαρχεί ένα κλίμα που το περιγράφει μάλλον εύστοχα η παλαιά παροιμία «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη». Από τη μία η κυβέρνηση γωνρίζει απόλυτα ότι χάνει την οποιαδήποτε κοινωνική ανοχή είχε μετά τις εκλογές και ακόμα κι αν καταφέρει να περάσει τα μέτρα το πολιτικό της τέλος είναι πολύ κοντά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα επιχειρήσει να περάσει τα μέτρα· απλώς προτιμά να κερδίσει χρόνο για να βρει τις ευνοϊκότερες συνθήκες όσο το επιτρέπουν βέβαια τα ασφυκτικά περιθώρια των χρονοδιαγραμμάτων της εκταμίευσης της τελευταίας δόσης. Τελευταία δείγμα αυτής της φοβίας της κυβέρνησης είναι ότι μάλλον περιμένει να περάσουν οι παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου για να τα ανακοινώσει επισήμως, φοβούμενη προφανώς την επανάληψη των περσινών γεγονότων.

Από την άλλη, ένας ολόκληρος κόσμος που έδωσε σκληρότατες μάχες τα τελευταία χρόνια καταλαβαίνει ότι οδηγείται σε μια καθοριστική μάχη σ’ αυτό το μαραθώνιο που έχει ανοίξει και που θα είναι ίσως κομβικής σημασίας για όλο το επόμενο διάστημα.
Να το ξαναπούμε: Όσο αυτή η κυβέρνηση παραμένει τόσο τα πράγματα θα είναι αρνητικά για τους «από κάτω», όσο πιο γρήγορα την ξεφορτωθούμε τόσο μεγαλύτερο θα είναι το αίσθημα αισιοδοξίας και νικηφόρας προοπτικής για το κίνημα.

Από αυτή την άποψη και χωρίς την ελάχιστη εμπιστοσύνη του κόσμου στις συνδικαλιστικές του ηγεσίες για τη νικηφόρα προοπτική οργάνωσης των αγώνων (και βέβαια σ’ ένα βαθμό η ίδια απουσία εμπιστοσύνης εκδηλώνεται και απέναντι στα κόμματα της αριστεράς), είναι απαραίτητο ίσως να υπενθυμίσουμε σχηματικά κάποιες διαφοροποιήσεις στην κίνηση των από τα κάτω:

 
 
 
Από τις πλατείες μέχρι σήμερα
Από το κίνημα των πλατειών («αγανακτισμένοι») μέχρι και τον περσινό Οκτώβρη αλλά και στις 12 του Φλεβάρη το στοιχείο του αυθόρμητου ήταν το καθοριστικό για τις αντιστάσεις που προέκυψαν σε αντίθεση με την πρώτη φάση των αντιστάσεων απέναντι στο πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα και το πρώτο μνημόνιο, όταν οι πρωτοβουλίες του Συντονισμού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων έπαιζαν σημαντικό ρόλο πίεσης στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.
Και βέβαια αυτό το στοιχείου του αυθόρμητου στη 2η περίοδο των καταλήψεων δημόσιων χώρων και των καταλήψεων στο Δημόσιο Τομέα κατά τον περσινό Οκτώβρη τσάκισε την κυβέρνηση του ΓΑΠ και στη συνέχεια, στις 12 Φλεβάρη, διέλυσε και το διάδοχό της, την κυβέρνηση Παπαδήμου οδηγώντας σε μια εκλογική μάχη που δεν την ήθελαν και από την οποία «με το ζόρι» μετά από 2 γύρους βγήκαν προσωρινά νικητές, επιστρατεύοντας θεούς και δαίμονες για να κερδίσουν παρά την εντυπωσιακή άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ.
Στο διάστημα από τις εκλογές μέχρι το Σεπτέμβρη που χαρακτηρίστηκε από κινηματική νηνεμία πλην ελάχιστων περιπτώσεων (Χαλυβουργία, Αγροτική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο), οι χρυσαυγίτες πολλαπλασίασαν τις επιθέσεις τους σε μετανάστες και στην Αριστερά σ’ όλη την ελληνική επικράτεια παίρνοντας θάρρος από το 7% των εκλογών και τη βοήθεια της αστυνομίας και της κυβέρνησης με την τελευταία να υιοθετεί όλο και περισσότερο την ατζέντα τους με επιχειρήσεις-σκούπες (Ξένιος Δίας) και στρατόπεδα συγκέντρωσης διαψεύδοντας φυσικά τις ηγεσίες της Αριστεράς που πίστευαν ότι αν οι Ναζί εκλεγούν στη Βουλή και «φορέσουν γραβάτα» (βλέπε δηλώσεις Παπαρήγα) θα σταματήσουν τις επιθέσεις και θα το παίζουν κάτι περίπου σαν ΛΑΟΣ.

Το συλλαλητήριο στα τέλη Αυγούστου, του οποίου την πρωτοβουλία είχαν το ΣΕΚ και η ΚΕΕΡΦΑ, ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο: από τη μία την τεράστια δυναμική και αγανάκτηση που κρύβει το κομμάτι των μεταναστών/τριών στην Ελλάδα του οποίου η μαζικότητα στη συγκέντρωση και πορεία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο (πάνω από 10.000 μετανάστες εργάτες, κύρια Αφγανοί και Πακιστανοί αλλά και Αφρικανοί διαδήλωσαν εκείνη τη μέρα) και από την άλλη την τραγική ανεπάρκεια της ελληνικής αριστεράς, ρεφορμιστικής και αντικαπιταλιστικής, πλην ελάχιστων τιμητικών εξαιρέσεων - του ΣΕΚ, που βεβαίως πήρε την πρωτοβουλία, του ΕΕΚ που ήρθε με πανό, ορισμένων αναρχικών, ομάδας διαδηλωτών από την ΟΚΔΕ-Σπάρτακος και λίγων ακόμη «σκόρπιων» από άλλες οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΜΛ χώρου).

 
 
 
Η απεργία στις 26/9 παρά την κλασική ιεροτελεστία οργάνωσής της από ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ ήταν μια πρώτη ευχάριστη έκπληξη και το «come-back» του κινήματος με μεγάλα μαζικά μπλοκ από τα πιο δυναμικά κομμάτια του κινήματος (ΠΟΕ-ΟΤΑ, ΠΟΕΔΗΝ, ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, άλλες ΔΕΚΟ και τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς) και με πολύ κόσμο που κατέβηκε αυθόρμητα! Το ίδιο σκηνικό περίπου επαναλήφθηκε στις 18 Οκτώβρη με πολλά και αναπάντητα, όμως, ερωτήματα της βάσης του κόσμου των συνδικάτων αλλά και του υπόλοιπου κόσμου των ανέργων και της νεολαίας. Αυτό που υπάρχει σαν προοπτική είναι μια 24ωρη απεργία στις 14 Νοέμβρη από ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, μάλιστα με τη φιλοδοξία να είναι μια μέρα πανευρωπαϊκής απεργιακής κινητοποίησης και αντίστασης.

Παρ’ όλα αυτά, και μετά από κάποιες άκαρπες προσπάθειες συντονισμού μεταξύ ομοσπονδιών του Δημοσίου απέναντι στο υπό κατάθεση πακέτο της κυβέρνησης - οι οποίες έδειξαν ότι το φαινόμενο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας δεν αφορά μόνο τις υψηλότερες κορυφές της συνδικαλιστικές οργάνωσης - η ελπιδοφόρα εξέλιξη είναι οι αποφάσεις της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και της ΠΟΕ-ΟΤΑ για καταλήψεις σε χώρους εργασίας, δημαρχεία και γκαράζ, με την απόφαση της ομοσπονδίας εργαζομένων στους Δήμους να μιλάει μάλιστα για μετατροπή των δημαρχείων σε κέντρα αγώνα, καλώντας σ’ αυτά ανέργους, σωματεία, φορείς και τοπικά κινήματα.

 
 
Η απόφαση της ΠΟΕ-ΟΤΑ για μπαράζ καταλήψεων
Είναι αλήθεια ότι η συζήτηση στο χώρο των εργαζομένων στους ΟΤΑ είναι λίγο πιο προχωρημένη σε σχέση με άλλους χώρους. Αυτό έχει να κάνει και με την περσινή εμπειρία του Οκτώβρη, όταν, αρχικά, μέσα από κάποιες συνελεύσεις πρωτοβάθμιων σωματείων (Κηφισιά, Ρέντη, Ηράκλειο, Αγ. Παρασκευή) και διαδικασίες συντονισμού μεταξύ των τοπικών σωματείων (1 στα βόρεια προάστια της Αθήνας, 2 στα νότια και 1 στη Θεσσαλονίκη) βγήκαν κάποιες πρώτες συμβολικές καταλήψεις που είχε προκηρύξει η ΠΟΕ-ΟΤΑ. Στη συνέχεια η πίεση από τη βάση και οι τοπικοί συντονισμοί ανάγκασαν την ΠΟΕ-ΟΤΑ να γενικεύσει μετά τις 5 Οκτώβρη τις καταλήψεις αποτελώντας την αιχμή του δόρατος στο περσινό κίνημα καταλήψεων στο Δημόσιο.
Φέτος η συζήτηση ξεκίνησε πιο αναβαθμισμένη όχι μόνο με βάση την περσινή εμπειρία αλλά και λόγω ότι ο κύριος όγκος των μέτρων διοχετεύεται ατόφιος «με το καλημέρα» στους Δήμους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και δήμαρχοι που έχουν υπάρξει οι πιο συνεπείς υπηρέτες όλων των νεοφιλελεύθερων πρακτικών και Μνημονίων αναγκάστηκαν (μ’ εξαίρεση τον Καμίνη, τον Μπουτάρη, το Δημαρά και το δήμαρχο της Αγ. Παρασκευής) να κλείσουν για 2 διήμερα τους δήμους, διαμαρτυρόμενοι για τον οικονομικό στραγγαλισμό τους. Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (ΚΑΠΣ - η κρατική χρηματοδότηση που πηγαίνει στους δήμους), οι οποίοι ήταν ήδη κομμένοι στο 60%, αναμένεται, όπως δηλώνει η κυβέρνηση, να πέσουν στο 30% του ύψους της προ μνημονίου χρηματοδότησης των δήμων. Αυτό σημαίνει πρακτικά διάλυση των πάντων, όχι μόνο υπονόμευση της μισθοδοσίας των εργαζομένων αλλά και καταστροφή όλων των υποδομών των δήμων (παιδικοί σταθμοί, ΚΑΠΗ, υπηρεσίες υγείας, αθλητισμός, πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι», αποκομιδή απορριμμάτων, πράσινο, ηλεκτροφωτισμός κοκ). Ήδη ορισμένοι δήμοι έχουν κηρύξει στάση πληρωμών (πχ ο Δήμος Μενιδίου και ορισμένοι δήμοι της Μακεδονίας). Όλη αυτή η κινητοποίηση των δημάρχων θα είχε καταλήξει σε φιάσκο αν δεν είχαν συμμετάσχει σ’ αυτή οι εργαζόμενοι στους Δήμους μ’ ένα πολύ πιο συνολικό πλαίσιο αιτημάτων, με σαφή αντιμνημονιακή και αντικυβερνητική διάθεση, με ξεχωριστή συγκέντρωση και πορεία αλλά και με συγκρούσεις με τα ΜΑΤ. Οι εργαζόμενοι παρενέβησαν στη «συγκέντρωση των αιρετών» αλλά και στο έκτακτο συνέδριο της ΚΕΔ, δίνοντας το δυναμικό «παρών» ανάμεσα στους νυσταλέους διαχειριστές των τοπικών μικροσυμφερόντων και των ξεροκόμματων που πετάει η κυβέρνηση (υποσχέσεις για 31 εκατομμύρια από το ΕΣΠΑ όταν η μείωση των ΚΑΠΣ αγγίζει συνολικά το 1 δις!)
Η απόφαση της ΠΟΕ-ΟΤΑ για καταλήψεις σ’ όλους τους χώρους των δήμων με το πού θα ανακοινωθούν τα μέτρα - ανάλογη δράση έχει εξαγγείλει και η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ - παρά τον προωθητικό χαρακτήρα της αντιμετωπίζει και αρκετά προβλήματα σχετικά με την επιτυχή υλοποίησή της:
1ον) Η απόφαση της ομοσπονδίας πρέπει να επικυρωθεί από τη βάση - κοινώς πετάμε το μπαλάκι στα πρωτοβάθμια να εγκρίνουν ή όχι μια τέτοια πρωτοβουλία μέσα από γενικές συνελεύσεις. Τυπικά, αυτό ακούγεται δημοκρατικό. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τρίπλα γραφειοκρατική της ηγεσίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, γιατί υπάρχει όντως μεταξύ επαρχίας και μεγάλων αστικών κέντρων. Η μαζικότητα στις συνελεύσεις, ακόμα και η εξασφάλιση της απαρτίας για τη λήψη αποφάσεων, διευκολύνεται από τη συμμετοχή σ’ ένα ήδη αναπτυσσόμενο αγώνα και απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί η περσινή αγωνιστική εμπειρία.
Παρ’ όλα αυτά, ένα 30% των τοπικών γενικών συνελεύσεων έβγαλε συμμετοχή στις καταλήψεις. Εκεί όπου το πλαίσιο των καταλήψεων δεν πέρασε η ευθύνη κυρίως βαραίνει το ΠΑΜΕ κι άλλα κομμάτια της Αριστεράς. Δεν συζητάμε βέβαια για τη ΔΑΚΕ, η οποία το σαμπόταρε συστηματικά. Μεγάλα κομμάτια από το χώρο της ΠΑΣΚΕ κινούνται πιο αυθόρμητα στην κατεύθυνση της περσινής εμπειρίας μ’ όλα τα προβλήματα που υπάρχουν στην υλοποίηση της απόφασης της ομοσπονδίας. Σε κάποιους δήμους της Θεσσαλονίκης οι εργαζόμενοι κινήθηκαν για να τους κλείσουν νωρίτερα απ’ ό, τι προέβλεπε η απόφαση αλλά σκόνταψαν στην έλλειψη συντονισμού με τοπικά σωματεία της Αθήνας και τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί η γραφειοκρατία της ΠΟΕ-ΟΤΑ στα τελευταία.
2ον) Ο άλλος υπαρκτός κίνδυνος που προβληματίζει είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει τα μέτρα σε ταχύτατο χρόνο με τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή, στην ουσία με την ψήφιση δύο άρθρων: ναι ή όχι με δύο ψηφοφορίες ώστε να μη δώσει χρόνο στο κίνημα να τη στριμώξει και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες να έχουν το άλλοθι μετά την ψήφιση των μέτρων να κλείσουν τις κινητοποιήσεις με τη λογική ότι «τι να κάνουμε τώρα, τα μέτρα ψηφίστηκαν, δεν μπορούν να παρθούν πίσω».
Γι’ αυτό και έχει σημασία ο χρόνος που θα δοθεί ο αγώνας και η χρήση του στοιχείου του αιφνιδιασμού, που είναι αναγκαίος σήμερα από το κίνημα προτού τα μέτρα πάνε για ψήφιση στη Βουλή. Είναι αλήθεια ότι σ’ αυτή την κατεύθυνση ουσιαστικά δεν έχουν γίνει σπουδαία πράγματα. Η Πρωτοβουλία Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων είναι μάλλον μακριά από το να φέρει σε πέρας το καθήκον της σύγκλισης σωματείων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα στην παραπάνω κατεύθυνση αλλά και οι συζητήσεις μέσα στις Αγωνιστικές Κινήσεις-Συσπειρώσεις, παρά το θετικό ρόλο που έχουν παίξει σ’ όλες τις κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων, φανερώνουν αμηχανία και μούδιασμα παρά διάθεση για ανάληψη μικρών έστω πρωτοβουλιών στην κατεύθυνση που έχει χαράξει η απόφαση της ΠΟΕ-ΟΤΑ.
Η αλήθεια είναι ότι στα τοπικά σωματεία των εργαζομένων στους δήμους όπου έχουν δυνάμεις οι συνδικαλιστές της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, αποφάσεις συνελεύσεων στην κατεύθυνση αυτή αποδείχτηκαν σχετικά εύκολο να ληφθούν και με μεγάλες πλειοψηφίες. Κόλλησαν ωστόσο στην έλλειψη διάθεσης για συντονισμό που δείχνουν κομμάτια από γειτονικούς δήμους.
 
Οι παιδικοί σταθμοί και η Χρυσή Αυγή
Αξίζει να σημειωθεί η δημιουργία Αντιφασιστικής Πρωτοβουλίας Εργαζομένων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, η οποία συγκροτήθηκε επίσης με πρωτοβουλία των συντρόφων της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος στους δήμους. Η πρωτοβουλία έκανε την εμφάνισή της με αφορμή την υιοθέτηση από την κυβέρνηση και τον Δενδιά της απαίτησης των καθαρμάτων της Χρυσής Αυγής ότι οι μετανάστες ευθύνονται για τα προβλήματα των παιδικών σταθμών και ότι τάχα παίρνουν τις θέσεις από ελληνικές οικογένειες. Η πραγματικότητα βέβαια είναι πολύ διαφορετική. Η αρχική χρηματοδότηση της λειτουργίας των δημοτικών παιδικών σταθμών ύφους 125 εκατομμυρίων με πόρους από το ΕΣΠΑ επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών των μισών μόνο παιδιών ανάμεσα στις οικογένειες που είχαν υποβάλει αιτήσεις στους δήμους. Οι διαμαρτυρίες έφεραν ακόμη 31 εκατομμύρια, που και πάλι δεν επαρκούν για να καλυφθούν οι ανάγκες. Οι συζητήσεις περί «εθνικότητας» νηπίων και βρεφών γίνονται την ώρα που οι ελλείψεις είναι τραγικές σ’ όλους τους παιδικούς σταθμούς της χώρας. Με δεδομένη την οικονομική κρίση, οι κρατικοί σταθμοί (οι οποίοι έχουν περιέλθει πλέον στους δήμους) προσέλκυσαν το ενδιαφέρον και των οικογενειών που μέχρι πρότινος απευθύνονταν σε ιδιωτικούς με το συνολικό αριθμό των αιτήσεων να φθάνει στις 96.000, αυξημένος κατά 45% σε σχέση με πέρσι την ώρα που η χρηματοδότηση των παιδικών σταθμών υπολειπόταν συνολικά κατά 70 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με το υπολογιζόμενο κόστος της κάλυψης των στοιχειωδών αναγκών των παιδιών για τα οποία έγιναν αιτήσεις στους δήμους. Το αποτέλεσμα ήταν 40.000 οικογένειες ελλήνων και ξένων που διαμένουν «νόμιμα» στην Ελλάδα να μη βρουν θέση στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς και στην πραγματικότητα τροφεία δια της πλαγίας!
Με δεδομένη την ανεπάρκεια των υποδομών των κρατικών παιδικών σταθμών μέρος των δικαιούχων οικογενειών εξυπηρετείται από τους ιδιωτικούς σταθμούς με κάλυψη των εξόδων από τους πόρους του ΕΣΠΑ. Η ελλιπής χρηματοδότηση οδήγησε κι εκεί τα αρμόδια υπουργεία να κάνουν «αλχημείες». Αποφάσισαν τη μείωση της κατά κεφαλήν επιδότησης και μάλιστα αφού ήδη οι γονείς είχαν  εγγράψει τα νήπιά τους στους ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς που δέχονται την κρατική χρηματοδότηση. Οι ιδιοκτήτες των παιδικών σταθμών επέβαλαν με τη σειρά τους έξτρα τροφεία από 70 ως 100 ευρώ το μήνα στους γονείς που είχαν ήδη επιδοτηθεί και που μπροστά στον κίνδυνο να διαγραφούν τα παιδιά τους αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν στην καταβολή του συγκεκριμένου ποσού.
Παρ’ όλα αυτά υπό τη χυδαία ναζιστική απαίτηση των χρυσαυγιτών να δοθεί η λίστα με τα ονόματα των παιδιών μεταναστών που πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς, ο Στυλιανίδης ζήτησε από τους δήμους της χώρας να αποστείλουν στο υπουργείο τα ποσοστά των παιδιών μεταναστών στους παιδικούς σταθμούς κάθε δήμου, δείχνοντας για ακόμα μια φορά ποιος καθορίζει την πραγματική πολιτική της κυβέρνησης.
Η απάντηση όμως ήρθε ακαριαία μεταξύ άλλων και από την ίδια την ΠΟΕ-ΟΤΑ, αρχικά όμως από το Δήμο Ιεράπετρας όπου σε ανακοίνωσή του το Διοικητικό Συμβούλιο του αρμόδιου για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς του δήμου νομικού προσώπου (ΚΟΙΝΩ.ΠΟΛΙΤΙ.Α Ιεράπετρας) κατήγγειλε την κυβέρνηση: «Διαπιστώνουμε ότι δεν είστε πλέον σε θέση να ορθώσετε το ανάστημά σας και να υπερασπιστείτε στοιχειώδη δικαιώματα, που μάλιστα αφορούν βρέφη και νήπια! Με την προθυμία που επιδεικνύετε στην προώθηση του αιτήματος του εν λόγω βουλευτή, συμβάλετε στην μετατροπή μιας ειρηνικής και δημοκρατικής κοινωνίας σε ένα φασιστικό καθεστώς που στοχοποιεί τους αδύναμους και “ανεπιθύμητους”, ώστε εύκολα να γίνονται στόχος του όχλου, ταγμάτων εφόδου ή μιας οργανωμένης ναζιστικής επιχείρησης εξόντωσης. Τον εφιάλτη αυτόν η περιοχή μας έχει ήδη ζήσει και πληρώσει με αίμα κατά τη διάρκεια της Κατοχής.» Ανάλογη απάντηση πήρε η κυβέρνηση από την Ανεξάρτητη Αγωνιστική Παρέμβαση των Εργαζομένων του Δήμου Βύρωνα και σ’ όλους τους δήμους της χώρας έχει ξεκινήσει αγώνας δρόμου για να μπλοκαριστούν οι αποστολές τέτοιων στοιχείων προς το Υπουργείο Εσωτερικών του Στυλιανίδη. Να σημειωθεί εδώ ότι υπήρξαν ορισμένοι ιδιαίτερα «πρόθυμοι» να στείλουν τα εν λόγω στοιχεία, όπως ο Κουράκης στο Δήμο Ηρακλείου Κρήτης και στο Δήμο Ρεθύμνου η δημοτική πλειοψηφία. Το όλο θέμα είναι πιασάρικο για τα φασιστοκάναλα  -  υπάρχει άραγε κάτι πιο βολικό για το σύστημα από το να στραβοκοιτάζει ο έλληνας γονιός το μετανάστη με το παιδί του γιατί τάχα φταίνε για όλα τα προβλήματα του τόπου; Ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό που μας λένε οι αστέρες της τηλεθέασης είναι ότι ούτε η υποχρηματοδότηση ούτε τα αυξημένα τροφεία ούτε καν οι ελλείψεις εκπαιδευτικών ούτε τα μνημόνια αλλά οι οικογένειες των «νομίμων» μεταναστών φταίνε, που παρεμπιπτόντως - όχι ότι έχει και μεγάλη σημασία για μας - το ποσοστό τους ούτε 3% δεν είναι σ’ όλη την ελληνική επικράτεια. Το γεγονός ότι οι μετανάστες που είναι «νόμιμοι» έχουν θεωρητικά το τυπικό δικαίωμα να μπορούν να γράψουν τα παιδιά τους στους παιδικούς σταθμούς δεν σημαίνει ότι αυτό γίνεται κιόλας.
 
Εν κατακλείδι
Όλα τα παραπάνω (αγωνιστικές αποφάσεις και αντιφασιστικές κινήσεις) μαζί με πολλές άλλες πρωτοβουλίες που λάβαμε όλο αυτό το διάστημα οι εργαζόμενοι στους δήμους, πχ πέταγμα σκουπιδιών στην Τρόικα κατά την επίσκεψή της στα γραφεία της ΚΕΔ (Κεντρικής Ένωσης Δήμων), «μοτο-πορεία», συγκρούσεις με ΜΑΤ έξω από Βουλή και γραφεία ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ αλλά και τα δυνατά μπλοκ στις δύο τελευταίες πανεργατικές απεργίες έχουν δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα ώστε να πιάσουμε πάλη από την αρχή το νήμα του περσινού Οκτώβρη.