Η γραμμή για την Ελλάδα χωρίς πρίσμα και χωρίς παραλήψεις

του Leon C., μέλους της Διεθνούς Επιτροπής, Γαλλία

 

Το κείμενο του Μάνου (“Ελλάδα, μια ιστορία χωρίς το παραμορφωτικό πρίσμα του ΣΥΡΙΖΑ”) ακολουθεί μια σαφή θέση:

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ θα απεικόνιζε το αδιέξοδο των “πλατιών κομμάτων”, των “κυβερνήσεων κατά της λιτότητας” και την αποτυχία των κινημάτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που κατηγορούνται ότι υποστήριξαν τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως θα το είχε κάνει και η ηγεσία της 4ης Διεθνούς.

Το πλεονέκτημα του κειμένου του είναι ότι ασχολείται άμεσα με τη συζήτηση που υπήρξε μέσα στην επαναστατική αριστερά για την Ελλάδα και ότι υποστηρίζει τις κατευθύνσεις της ΟΚΔΕ Σπάρτακος επιτιθέμενος στην ηγεσία της 4ης χωρίς να πέφτει στις γελοιογραφίες συζήτησης που έχουμε δει αλλού. Αυτό επιτρέπει, έτσι, μια συγκεκριμένη συζήτηση, χωρίς να χρειάζεται να επιτεθεί κανείς ενάντια σε μια ολόκληρη σειρά από λαθεμένες πληροφορίες και συκοφαντίες. Αλλά ταυτόχρονα ο Μάνος ανακατεύει μαζί ατομικές και συλλογικές θέσεις καθώς και θέσεις διάφορων ρευμάτων με τις θέσεις της 4ης.

Από τη μεριά μας, θα συζητήσουμε μόνο για αυτό που μας αφορά, δηλαδή για τους προσανατολισμούς που επεξεργαστήκαμε μέσα στα όργανα της 4ης και για τα κείμενα και τις αποφάσεις των οργάνων που δημοσιεύτηκαν, ιδιαίτερα από την Άνοιξη του 2012 και, κυρίως από το Γενάρη ώς το Σεπτέμβρη του 2015, δηλαδή από την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ ώς την επαύριο της αποδοχής του 3ου μνημονίου από τον Τσίπρα.

Εμείς ακολουθήσαμε μια πολιτική γραμμή, όχι ελπίδες, φόβους ή απογοητεύσεις, μια γραμμή που συμμερίζονταν η μεγάλη πλειονότητα των τμημάτων της 4ης. Είχαμε πολλές διαφωνίες με τους συντρόφους της ΟΚΔΕ από την αρχή της εμπειρίας αυτής, συμμεριζόμενοι παρόλα αυτά και πολλές κοινές αναλύσεις:

Θα προσπαθήσουμε να πάρουμε με τη σειρά τα διάφορα ζητήματα, ξαναπιάνοντας τα ίδια ερωτήματα που θέτει ο Μάνος:

Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα το 2012, έκφραση της ανόδου του μαζικού κινήματος;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το προϊόν της συσπείρωσης του Συνασπισμού (ευρωκομμουνιστική οργάνωση, που προήλθε από διαδοχικές διασπάσεις του κομμουνιστικού κινήματος) και ομάδων της άκρας αριστεράς. Ακόμα και αν η μεγάλη πλειοψηφία του συνδικαλιστικού κινήματος οργανωνόταν, το 2012, από το ΠΑΣΟΚ, τη δεξιά και το ΚΚΕ, με το ΠΑΜΕ, ο Μάνος αφήνει να εννοηθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν το 2012 παρά μόνο ένα εκλογικό κέλυφος, χωρίς καμία σύνδεση με το μαζικό κίνημα. Ο καθένας ξέρει ότι στη δεκαετία του 2000, ο ΣΥΡΙΖΑ διέθετε κάποιο ρίζωμα στο συνδικαλιστικό κίνημα (ιδιαίτερα στους καθηγητές) και με συνδικαλιστικά στελέχη που προήλθαν από το ΚΚΕ, ρίζωμα πιο μικρό από της σοσιαλδημοκρατίας, των σταλινικών και της δεξιάς, αλλά συγκρίσιμο με της άκρας αριστεράς. Και, κυρίως, ο ΣΥΡΙΖΑ αναπτύχθηκε στη νεολαία, όπως όλη η ριζοσπαστική αριστερά, με την άνοδο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε, το 2013, 30.000 μέλη και, ακόμα και αν τα κριτήρια αυτών είναι διαφορετικά από της άκρας αριστεράς, κατά μέσον όρο, δεν μπορούμε να πούμε, όπως το λέει ο Μάνος, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ “ποτέ δεν είχε οργανική σχέση με το κίνημα”, γιατί από την άποψη των αγωνιστικών δυνάμεων στους χώρους, η παρουσία του ήταν τουλάχιστον ισοβαρής με των 3.000 αγωνιστών που διεκδικεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμείς ποτέ δεν είπαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν “η οργάνωση του μαζικού κινήματος”. Αντίστροφα, όμως, ναι, από το 2012 ώς το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η εκλογική έκφραση του μαζικού κινήματος των λαϊκών τάξεων, ενός κινήματος εναντίωσης στο μνημόνιο, εκλογική δύναμη που βασιζόταν γερά στις λαϊκές συνοικίες και περιοχές. Εάν αυτό επιτεύχθη το 2012, οφείλεται και στο ότι τα προηγούμενα χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτιζόταν από μαζική σκοπιά με τους αγώνες, τις συγκεντρώσεις, το κίνημα των αγανακτισμένων. Το εκλογικό του αποτέλεσμα του 2012, όταν πέρασε από το 4,6% στο 16,8%, μέσα σε 3 χρόνια, δεν έπεσε επομένως από τον ουρανό. Αντίστροφα, μοιάζει εντυπωσιακό να διαβάζει κανείς, αν ακολουθήσουμε αυτό που λέει ο Μάνος, ότι μηχανικά, η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η έκφραση της κούρασης, της επιβράδυνσης του κινήματος, ή και χειρότερα ότι η υποχώρηση του μαζικού κινήματος πριν την Άνοιξη του 2012 οφείλεται στον ΣΥΡΙΖΑ και στις πολιτικές του προτάσεις.

Τα κύματα γενικών απεργιών και κινημάτων ήταν αρκετά ισχυρά το 2011 και στις αρχές του 2012 για να υποχρεώσουν τα παραδοσιακά κόμματα να συνασπιστούν απέναντι στη λαϊκή εξέγερση και να αποφασίσουν πρόωρες εκλογές, για να αποκαταστήσουν τη νομιμοποίησή τους. Οι εκλογές του 2012 δεν ήταν ηθελημένες και η ελληνική αστική τάξη όπως και οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις ευχαρίστως θα τις είχαν αποφύγει.

Το διακύβευμα των εκλογών αυτών ήταν, επομένως, και ελληνικό και ευρωπαϊκό. Με αυτή την έννοια βγάλαμε μια ανακοίνωση, ανάμεσα στις δύο εκλογές, (“Το μέλλον των εργαζομένων στην Ευρώπη αποφασίζεται στην Ελλάδα”), την ώρα που η ευρωπαϊκή δεξιά και η σοσιαλδημοκρατία είχαν ξεσαλώσει υποστηρίζοντας τον Σαμαρά.

Λέγαμε εκεί:

“Η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά, ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, που κατέχει σήμερα μια κεντρική θέση, υποστηρίζει ένα επείγον πρόγραμμα σε 5 σημεία:

1. Κατάργηση των “μνημονίων” και όλων των μέτρων λιτότητας και αντιμεταρρυθμίσεων στην εργασία που καταστρέφουν τη χώρα.

2. Εθνικοποίηση των τραπεζών, που κατά πολύ πληρώθηκαν από τις δημόσιες ενισχύσεις.

3. Παύση πληρωμής του χρέους και έλεγχός του που θα επιτρέψει να καταγγελθεί και να καταργηθεί το αθέμιτο χρέος.

4. Κατάργηση της ασυλίας των υπουργών.

5. Αλλαγή του εκλογικού νόμου που επέτρεψε στο ΠΑΣΟΚ και στη Νέα Δημοκρατία να κυβερνούν σε βάρος του ελληνικού λαού και να οδηγήσουν τη χώρα στην κρίση.

Η 4η Διεθνής καλεί το σύνολο του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, όλους τους αγανακτισμένους, όλους όσους αναφέρονται στα ιδεώδη της αριστεράς, να υποστηρίξουν ένα τέτοιο επείγον πρόγραμμα”(1).

Ήμασταν πεπεισμένοι για τη σημασία που θα μπορούσε να έχει ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας στις επόμενες εκλογές για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη. Η άνοδος μιας τέτοιας κυβέρνησης θα μπορούσε να αυξήσει την αυτοπεποίθηση και να συμβάλει, με ορισμένες προϋποθέσεις, σε μια νέα άνοδο των αγώνων.

Τα 5 σημεία που προβάλλαμε ήταν η σύνθεση των σημείων που πρότεινε, την άνοιξη του 2012, όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και συνδέαμε τα σημεία αυτά με την απαίτηση για μια κυβέρνησης κατά της λιτότητας, μια κυβέρνησης των αριστερών κομμάτων, ιδιαίτερα των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ/ΚΚΕ, σε σύνδεση με πρακτικές προτάσεις ενιαίου μετώπου στη δράση απέναντι στις ίδιες δυνάμεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ταχθεί υπέρ μιας τέτοιας κυβέρνησης. Δυστυχώς, το ΚΚΕ, προφανώς, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρνούνταν μια προοπτική ενιαίου μετώπου.

Ο Μάνος, μαζί και με άλλους συντρόφους της 4ης, αναγνωρίζουν οι ίδιοι, σε μια συμβολή τους του 2012, τη σημασία του να προσφέρει κανείς μια πολιτική απάντηση στην ελληνική κρίση. Όμως, ταυτόχρονα, έγραφαν ότι η απάντηση αυτή δεν μπορούσε να είναι παρά προπαγανδιστική: “Στην κατάσταση που γνωρίζει η Ελλάδα, το σύνθημα για κυβέρνηση των εργαζομένων γίνεται επίκαιρο. Προφανώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως: είναι μάλιστα δύσκολο να προβλέψουμε από τώρα την ενδεχόμενη σύνθεσή της. Μια τέτοια κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι σε θέση να προωθήσει ένα επείγον πρόγραμμα πάλης κατά της κρίσης, να είναι έτοιμη να εφαρμόσει κρίσιμα μεταβατικά μέτρα, για παράδειγμα την απαλλοτρίωση των τραπεζών και άλλων τομέων της οικονομίας”.(2) Βρισκόμασταν την Άνοιξη του 2012, τη στιγμή που η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ κατέρρεαν και που ο ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ξεπερνούσαν το 30% των ψήφων, με ένα πρόγραμμα άρνησης των μνημονίων, ένα πρόγραμμα κατά της λιτότητας... Σε μια τέτοια κατάσταση πολιτικής κρίσης, μας φαινόταν αναγκαίο να προωθήσουμε μια πολιτική απάντηση, μιας κυβέρνησης των αριστερών κομμάτων, μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΚΚΕ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που θα ήταν μια συγκεκριμενοποίηση του συνθήματος για κυβέρνηση των εργαζομένων, πάνω σε ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, που τις υποστήριζε συγκεκριμένα η ελληνική αριστερά. Παραδόξως, αρνούμενοι ένα συγκεκριμένο σύνθημα τέτοιου τύπου, οι σύντροφοι έγραφαν στο ίδιο κείμενο: “Εάν μια κυβέρνηση με επικεφαλής το ΣΥΡΙΖΑ έπαιρνε μέτρα που να ευνοούν τους εργαζόμενους, όπως την αμφισβήτηση των μνημονίων, είναι προφανές ότι οι επαναστάτες θα τα υποστήριζαν”(2), αλλά λέγοντας ταυτόχρονα ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από έναν κοινοβουλευτικό συνασπισμό, και χωρίς να προτείνουν καμία εναλλακτική. Εμείς προσπαθούσαμε να προτείνουμε μια συνολική πολιτική απάντηση που να ξεπερνάει την προπαγάνδα, σε μια κατάσταση όπου ακριβώς το κίνημα έθετε το ζήτημα μιας πολιτικής απάντησης και όπου οι θέσεις μας ανταποκρίνονταν προφανώς σε υπαρκτές θέσεις της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς. Συγκεκριμένα, ο Μάνος και η ηγεσία της ΟΚΔΕ θεωρούσαν άχρηστο να παρουσιάσουν τέτοια συνολική πολιτική απάντηση, πράγμα που επίσης το θεωρούσε και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που αρνιόταν ακόμα και να απαντήσει σε προτάσεις “κυβέρνησης της αριστεράς” από τον ΣΥΡΙΖΑ, καλώντας τότε απλώς στην ανάπτυξη των αγώνων χωρίς να θέτει το ζήτημα της κυβέρνησης.

Ο Μάνος θέτει το ζήτημα της εναλλακτικής στρατηγικής στην πρόταση για μια κυβέρνηση των αριστερών κομμάτων που πρότεινε η ΟΚΔΕ:

Και εδώ η απάντηση είναι σαφής. Απέναντι σε μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική κρίση, που απαιτεί εφαρμογή μεταβατικών πολιτικών συνθημάτων, ο Μάνος επιμένει να λέει ότι η μόνη απάντηση δεν μπορούσε να είναι παρά το κάλεσμα για γενικευμένη αυτο-οργάνωση. Ακόμα και αν πραγματικές εμπειρίες αυτο-οργάνωσης υπήρχαν στην Ελλάδα το 2012, ήταν ωστόσο πολύ περιορισμένες και περιθωριακές. Το κάλεσμα για γενίκευσή τους και, κυρίως, για να τους αποδοθεί ένας κεντρικός πολιτικός ρόλος, εναλλακτικός στο κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν μπορούσε να αποτελεί την απάντηση της στιγμής. Εάν ένα σύνθημα για κυβέρνηση των εργαζομένων δεν μπορούσε, κατά τους συντρόφους, να είναι παρά προπαγανδιστικό, τί να πούμε για ένα ανάλογο σύνθημα όπως “όλη η εξουσία στα σοβιέτ”;

Η αντιμετώπισή μας, λοιπόν, του ΣΥΡΙΖΑ και του κυβερνητικού ερωτήματος το 2012 δεν είχε σχέση με αυταπάτες ή ελπίδες, αλλά με την ανάλυση της σημασίας που είχε το διακύβευμα και η ανάγκη συγκεκριμένων πολιτικών απαντήσεων. Είναι μια μέθοδος πολύ κλασική για μαρξιστές επαναστάτες. Ακόμα περισσότερο που μια εφαρμογή ορισμένων από τα κρίσιμα σημεία που είχε αποδεχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του Μάη, και μια ενότητα των αριστερών δυνάμεων κατά της λιτότητας αντιστοιχούσαν στη συγκεκριμένη κατάσταση εκείνη, και σε αντίθεση με τις προτάσεις που υπήρχαν στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή σωτηρίας μαζί με καπιταλιστές εκπρόσωπους. Επιπλέον, αυτή η γραμμή ενιαίου μετώπου που υποστηρίξαμε αφορούσε προφανώς επαναστατικές δυνάμεις που ήταν παρούσες στον ΣΥΡΙΖΑ όπως και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι, η ουσιαστική διαφωνία που εκφράζαμε δεν αφορούσε την επιλογή οικοδόμησης της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, να μην ενταχθεί στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον προσανατολισμό που ακολουθήθηκε. Θα ήταν εξάλλου σημαντικό οι σύντροφοι να βγάλουν τον απολογισμό του προσανατολισμού τους τόσο ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και ως ΟΚΔΕ-Σπάρτακος σε αυτή την περίοδο 2011/2013.

Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ διαφορετικός από ένα ρεφορμιστικό κόμμα;

Δεν χρειαζόταν να βάψουμε κόκκινο τον ΣΥΡΙΖΑ για να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο. Πάντα λέγαμε, και γράφαμε, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καθοδηγείται από ένα ρεφορμιστικό ρεύμα, που προέρχεται από το Συνασπισμό και από την σταδιακή ευρωκομμουνιστική παράδοση. Και ακριβώς, μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ διεξαγόταν μια συνεχής και συγκεκριμένη μάχη ανάμεσα σε αυτά τα ρεφορμιστικά ρεύματα και την αντιπολίτευση στην οποία βάραιναν και ρεύματα της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς. Εμείς επιμέναμε, άλλωστε, ότι, ανεξάρτητα από τις γραφειοκρατικές μεθόδους της ηγεσίας Τσίπρα (στις οποίες προσέκρουσαν επανειλημμένως οι σύντροφοι της ΔΕΑ), δεν υπήρχε ακόμα, στο ΣΥΡΙΖΑ, μια τόσο ισχυρή κρυστάλλωση των ρεφορμιστικών γραφειοκρατικών μηχανισμών σε σύνδεση με τοπικές θεσμικές δομές ή και με τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, όπως συμβαίνει με το γαλλικό PCF, το ισπανικό PCE ή το ελληνικό ή το πορτογαλικό ΚΚ. Αντίθετα, οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ, από τη μεριά τους, θέλουν να κάνουν το ΣΥΡΙΖΑ του 2012 με 2015, μια οργάνωση ανάλογη με τα σοσιαλδημοκρατικά ή τα σταλινικά κόμματα. Αλλά, και εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού το μέλλον της λογικής των συντρόφων επιβεβαιώνει το παρελθόν: απόδειξη ότι ήταν ενσωματωμένοι στον κρατικό μηχανισμό είναι ότι τελικά εύκολα τη χώθηκαν σε αυτόν ήδη από το Γενάρη του 2015. Εμείς λέγαμε, ταυτόχρονα, ότι το πλαίσιο -στο οποίο δε χρειάζεται να επανέλθουμε- συνέβαλε στο να αποδώσει στο ΣΥΡΙΖΑ ένα ριζοσπαστικό ρόλο αρκετά διαφορετικό από το ρόλο που παίζουν τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα, χωρίς να μιλήσουμε προφανώς για σοσιαλδημοκρατία.

Ο Μάνος προσάπτει στους διεθνείς υποστηριχτές του ΣΥΡΙΖΑ (και μας συμπεριλαμβάνει και εμάς) ότι είχαν τυφλωθεί απέναντι στις συνεχείς προγραμματικές υποχωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

“Υποστήριζαν ένα “επείγον πρόγραμμα” χωρίς να βλέπουν ότι ούτε καν αυτό δεν ήταν πραγματοποιήσιμο, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δεσμευτεί στους αστικούς και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως και για την ιδιωτική ιδιοκτησία και την καπιταλιστική οικονομία” διαβάζουμε στο κείμενό του.

Προφανώς απείχαμε πολύ από την ηλιθιότητα που περιγράφει ο Μάνος. Μια πολιτική ενιαίου μετώπου δεν σημαίνει ούτε απλοϊκότητα ούτε τύφλωση, ούτε και να παίρνει κανείς τα κουρέλια για μεταξωτές κορδέλες ούτε και τις υποσχέσεις για πράξεις. Η γραμματεία του Γραφείου επεσήμαινε την παραμονή της 25ης Ιανουαρίου του 2015:

“Πολλά πράγματα παίζονται σήμερα μέσα σε έναν ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκεται σε διασταύρωση. Το προεδρικό γραφείο και ο Αλέξης Τσίπρας -η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ- πολλαπλασιάζουν τις αντιφατικές δηλώσεις: απόρριψη των “μνημονίων” της τρόικας, παύση πληρωμών των τόκων του χρέους ενός μεγάλου τμήματός του, την ίδια στιγμή όμως και αναζήτηση συμφωνίας με τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που, για να συνεχίσουν τα δάνειά τους, απαιτούν την εφαρμογή δημοσιονομικών πολιτικών. Σε αυτό το στάδιο, αυτό που προτείνει η καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι δεσμεύσεις του προγράμματος της Θεσσαλονίκης: να επανέλθουν οι μισθοί και οι συντάξεις στο επίπεδό τους πριν από την κρίση, να επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις πριν την κρίση, να επανέλθει το ελάχιστο φορολογούμενο εισόδημα στο 12.000 ευρώ, να καταργηθεί ο φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης. Τα μέτρα αυτά, εάν εφαρμόζονταν, θα είχαν σημασία για τον ελληνικό λαό και πιο πέρα στην Ευρώπη: η λιτότητα μπορεί να σταματήσει. Αυτός είναι και ο λόγος που τα διφορούμενα αυτά λόγια θα προσκρούσουν γρήγορα στην πολιτική των κυρίαρχων τάξεων, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: ή θα γίνουν δεκτές οι διαταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η προσπάθεια θα ηττηθεί, ή θα μείνουν πιστοί στην πορεία της πάλης κατά της λιτότητας, καλώντας σε κινητοποίηση και τότε υπάρχει η δυνατότητα νέου κοινωνικού άλματος. Θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί αυτό το δίλημμα”.

(...)

Και για να ξαναπιάσουμε την επόμενη παράγραφο αυτής της ανακοίνωσης, που την αναφέρει ο Μάνος, αλλά την κόβει στη μέση...:

“Το διακύβευμα είναι σαφές, κρίσιμο: πρέπει να ηττηθεί η ελληνική δεξιά και ακροδεξιά και να γίνουν τα πάντα για να μπορέσει η ελληνική αριστερά, της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την κύρια συνιστώσα, να κερδίσει στις εκλογές, ούτως ώστε να δημιουργηθεί μια πολιτική και κοινωνική δυναμική για μια αριστερή κυβέρνηση που θα πρέπει να προσπαθήσει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις που είναι έτοιμες να έρθουν σε ρήξη με την πολιτική της λιτότητας και να παλέψουν ενάντια στις παγίδες του σωβινίστικου εθνικισμού. Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να είναι μια κυβέρνηση της αριστεράς και όχι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας που θα ετοιμάσει το συμβιβασμό με τις κυρίαρχες τάξεις και την ΕΕ. Η απόρριψη των μνημονίων, των δημοσιονομικών διαταγών της ΕΕ, της μη αποπληρωμής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, των πρώτων μέτρων μια κυβέρνησης κατά της λιτότητας, είναι τα ζητήματα όπου θα παιχτεί η σύγκρουση με την ΕΕ, αλλά και δεν θα μπορέσουν να ισχυροποιηθούν χωρίς μια πολιτική που ήδη από την αρχή δεν θα ανατρέπει όλες τις αντικοινωνικές επιθέσεις που έχουν επιβληθεί στον ελληνικό λαό εδώ και τέσσερα χρόνια στο χώρο των μισθών, της υγείας, του δικαιώματος στην εργασία και στη στέγη, μια πολιτική που θα πρέπει να αρχίσει να παίρνει αντικαπιταλιστικά μέτρα, ανάμειξης στην καπιταλιστική ιδιοκτησία, εθνικοποίησης των τραπεζών και ορισμένων κρίσιμων τομέων της οικονομίας, αναδιοργάνωσης της οικονομίας για να ικανοποιηθούν οι στοιχειώδεις κοινωνικές ανάγκες. Για να επιβληθούν οι λύσεις αυτές, είναι απαραίτητη η κοινωνική κινητοποίηση, ο έλεγχος των εργαζομένων στις δικές τους υποθέσεις, η αυτο-οργάνωση και η κοινωνική αυτοδιαχείριση. Τέλος, η κατάκτηση της κυβέρνησης, σε ένα κοινοβουλευτικό πλαίσιο, σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να είναι ένα πρώτο βήμα στο δρόμο μιας αντικαπιταλιστικής ρήξης, αλλά και εδώ αυτό δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί παρά μόνο εάν η κυβέρνηση κατά της λιτότητας δημιουργήσει τις συνθήκες ανάδυσης μιας νέας εξουσίας που να στηρίζεται στις λαϊκές συνελεύσεις, στις επιχειρήσεις, στις συνοικίες, στις πόλεις”(3).

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα. Όμως το ζήτημα που θέταμε επίμονα ήταν το ζήτημα της ενότητας της ριζοσπαστικής αριστεράς:

“Για να μπορέσει το σύνθημα “ούτε ένα βήμα πίσω” να συγκεκριμενοποιηθεί με μεγάλη δύναμη, θα πρέπει να στηριχτεί σε μια ενωτική πολιτική, του συνόλου της ελληνικής αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο εσωτερικό του ίδιου του ΚΚΕ οι αμφιβολίες για την υπερ-σεκταριστική γραμμή της ηγεσίας του πολλαπλασιάζονται. Όσο για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή είναι διαιρεμένη πάνω στην καταλληλότητα μιας συμμαχίας με ένα “εθνο-κομμουνιστικό” ρεύμα -το Σχέδιο Β του Αλαβάνου. Η ελληνική αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έχουν ιδιαίτερη ευθύνη για την οικοδόμηση ενός ενωτικού σχεδίου που να ξεπερνάει τις οργανώσεις αυτές, και που να μπορέσει να συσπειρώσει αγωνιστές από συνδικάτα, συλλόγους, οικολόγους”(3).

Το Φλεβάρη του 2015, κατά τη συνάντηση της Διεθνούς Επιτροπής, μετά τη συμφωνία Βαρουφάκη – Τσίπρα -τρόϊκας, δεν μπορούσαμε παρά να επιβεβαιώσουμε τον προσανατολισμό αυτόν:

“Οι απαιτήσεις που επέβαλε το eurogroup δείχνουν σαφώς ότι η ιδέα σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε κανείς να κόψει με τις πολιτικές λιτότητας αποφεύγοντας τη σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ακυρώνεται από τα γεγονότα.

Πέρα από τις λέξεις, με τις πρώτες συμφωνίες ανάμεσα στο eurogroup και στην κυβέρνηση Τσίπρα, η κυβέρνηση δεσμεύεται να αποπληρώσει πλήρως και εγκαίρως τους δανειστές. Αυτό αποτελεί υποχώρηση των δεσμεύσεων που είχαν παρθεί έναντι του ελληνικού λαού”(3).

Πρέπει εξάλλου να επισημάνουμε ότι η απόφαση αυτή είχε ψηφιστεί με ομοφωνία (με 4 αποχές) από τα μέλη της Διεθνούς Επιτροπής. Ο ίδιος ο Μάνος δεν πρότεινε ούτε τροποποίηση ούτε και αντίθετη απόφαση, περιοριζόμενος σε αποχή (τρεις άλλοι σύντροφοι επίσης απείχαν, καθώς η ΔΕ δεν είχε δεχτεί τροποποιήσεις που μείωναν τις κριτικές απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ). 

Απέχουμε επομένως πολύ από μια υποτιθέμενη γραμμή της 4ης που θα υποστήριζε πολιτικά τον Τσίπρα, ή που θα ήταν ουρά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο Μάνος καταγγέλλει στο κείμενό του.

Η ίδια συζήτηση επεκτάθηκε και κατά την τελική κρίση της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα, τον Ιούνιο/Ιούλιο του 2015, γύρω από την υιοθέτηση ενός τρίτου μνημονίου. Και για μια ακόμα φορά, ο Μάνος παραμορφώνει τις θέσεις του Γραφείου, για να δικαιολογήσει τη θέση του της “στήριξης του Γραφείου της 4ης στον Τσίπρα”.

Ο Μάνος γράφει ότι “...[την επαύριο], η απόφαση του Γραφείου της 4ης στήριζε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και καλούσε το λαό να τον υποστηρίξει για ακόμα μια φορά”, αναφερόμενος στην απόφαση της 7 Ιουλίου, που γράφτηκε την επόμενη της συντριπτικής νίκης του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα.

Ό,τι και να λέει ο Μάνος, ούτε τον Ιούνη, ούτε το Φλεβάρη, δεν είχαμε δείξει εμπιστοσύνη στον Τσίπρα. Είχαμε την ίδια θέση με αυτή που εκφράσαμε και το Φλεβάρη και τις παραμονές του δημοψηφίσματος. Εξηγούσαμε ότι ο Τσίπρας, από τον Φλεβάρη, ήταν έτοιμος για τις μέγιστες υποχωρήσεις και για την εφαρμογή νέων μέτρων λιτότητας που απαιτούσε η τρόϊκα, αλλά ότι το πρόβλημα ήταν πως οι ηγέτες της ΕΕ ήθελα μια πολιτική συνθηκολόγηση και με κανέναν τρόπο μια έξοδο που θα μπορούσε να ήταν έντιμη για τον Τσίπρα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Επίσης λέγαμε προφανώς αυτό που έλεγε και η ελληνική αριστερά, είτε οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, ότι η συνέχεια του ΟΧΙ θα έπρεπε να είναι η πλήρης ρήξη με τις διαταγές, το σταμάτημα της αποπληρωμής του χρέους, η εθνικοποίηση και ο άμεσος έλεγχος όλου του τραπεζικού συστήματος. Η πραγματοποίηση αυτών των καθηκόντων δεν μπορούσε να γίνει παρά με λαϊκή κινητοποίηση. Και ξαναλέγαμε (δήλωση της 7 Ιουλίου 2015) ότι “το δίλημμα για την ελληνική κυβέρνηση θα είναι το ίδιο με τις προηγούμενες εβδομάδες: να δεχτεί μια συμφωνία που θα συνεχίζει και θα επιδεινώνει τις επιθέσεις κατά του πληθυσμού ή να πάρει έναν άλλο δρόμο, αυτόν της ρήξης”(4). Και είχαμε την ίδια μέθοδο με προηγουμένως, σε σχέση με την ελληνική κυβέρνηση: να τονίσουμε ότι “οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι της Ευρώπης, που πλήττονται από τις ίδιες πολιτικές, θα πρέπει να κινητοποιηθούν στο πλευρό του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού κινήματος που αντιτάσσεται στη λιτότητα, μαζί με την κυβέρνησή του, σε όλα τα μέτρα που θα οδηγηθεί να πάρει για να αντισταθεί στις διαταγές της τρόϊκας”(4) (όπως και πριν, ο Μάνος κάνει αποκομμένα τσιτάτα των αποφάσεών μας...). Δεν απαρνούμαστε ούτε λέξη από αυτή την απόφαση που, προφανώς, σε τίποτα δεν αποτελεί “στήριξη” της κυβέρνησης Τσίπρα.

Εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τη θέση που είχαμε και τότε: υποστήριξη στο κίνημα, στους(τις) έλληνες(-ίδες) εργαζόμενους(-νες), σε όλες τις οργανώσεις τους, μαζί και με τη βασική τους συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, απέναντι στις επιθέσεις της τρόϊκας και των ευρωπαίων καπιταλιστών ηγετών. Επίσης εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τη συμμετοχή και τη στήριξη στην καμπάνια για έλεγχο του χρέους στην Ελλάδα, ως μοχλό στήριξης για την απόρριψη των μνημονίων και τη μονομερή άρση πληρωμής του χρέους, καμπάνια που οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος κρίνουν ως συγκεχυμένη. Η 4η και τα τμήματά της στην Ευρώπη, ιδιαιτέρως, έριξαν τις δυνάμεις τους για να αναπτυχθεί ένα συγκεκριμένο δίκτυο αλληλεγγύης με το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, μέσα από πολιτικές πρωτοβουλίες, οικοδόμηση δικτύων, ... , πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με αφέλεια απέναντι στην κυβέρνηση και είχε για στόχο, αντίστροφα, να στηρίξει αυτούς που στην Ελλάδα οικοδομούσαν την κοινωνική κινητοποίηση. Σε αυτό πρέπει, πάντως, να αναγνωρίσουμε την αδυναμία της κινητοποίησης στην Ευρώπη, παρά την αποφασιστική δράση πολλών αγωνιστών.

Αντίθετα, εμείς επίσης πήραμε θέση μετά την τελική συνθηκολόγηση του Τσίπρα, υπέρ μιας κοινής δράσης στην Ελλάδα όλων των δυνάμεων της αριστεράς που αντιτάχθηκαν σε αυτή τη συνθηκολόγηση, ενώ οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος (όπως το επαναλαμβάνει ο Μάνος στο κείμενό του) έθεταν πρακτικά στην ίδια πλευρά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερή αντιπολίτευση που θα έφτιαχνε κατόπιν τη Λαϊκή Ενότητα.

Η συζήτηση αυτή είναι ουσιαστική. Είμαστε ή μπορούμε να βρεθούμε, στην Ευρώπη, μπροστά σε καταστάσεις που να μοιάζουν με την ελληνική εμπειρία, με την κρίση των θεσμικών κομμάτων. Πρέπει, επομένως, να αναπτύξουμε τη σκέψη μας για τις πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρουμε για να οικοδομηθούν, να συγκροτηθούν αντικαπιταλιστικά μέτωπα που να συσπειρώνουν τις δυνάμεις που αντιτάσσονται στις πολιτικές λιτότητας. Να αναπτύξουμε επίσης τη σκέψη μας για την ανάγκη μιας πολιτικής στρατηγικής που να θέτει το ζήτημα των κυβερνήσεων κατά της λιτότητας οι οποίες θα δεσμεύονται να πάρουν επείγοντα μέτρα για να μπλοκάρουν τις καπιταλιστικές πολιτικές. Επίσης, η ελληνική εμπειρία, και η συνθηκολόγηση του Τσίπρα, μας ενισχύει στην άμεση αντίφαση μεταξύ μιας πολιτικής κατά της λιτότητας και του σεβασμού των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, επανειλημμένως, οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θεώρησαν ότι το άνυσμα “έξοδος από το ευρώ” θα μπορούσε να είναι ο κύριος άξονας μιας συσπείρωσης, με ανοίγματα προς την πλευρά Αλαβάνου, ιδιαίτερα απέναντι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι αδιέξοδο.

Επίσης, πρέπει να κάνουμε το συγκριτικό απολογισμό των ετών 2011-2014 στην Ελλάδα και στο Ισπανικό Κράτος, ακόμα και αν οι συγκρίσεις έχουν πάντα κάτι το αυθαίρετο. Στο Ισπανικό Κράτος, μετά το κίνημα των αγανακτισμένων, οι Podemos υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας συγκρότησης που στηρίχτηκε στην κατάληψη των πλατειών. Με ένα πιο ισχυρό κίνημα στην Ελλάδα, μια ευκαιρία ίσως χάθηκε για να ξεκινήσει μια ανάλογη διαδικασία ανοίγματος των αντικαπιταλιστικών ρευμάτων στις νέες δυνάμεις νεολαίας του κινήματος...

Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι η ανεξάρτητη ύπαρξη οργανώσεων σε επαναστατικές βάσεις, με την πρόσθεση μιας προπαγάνδας για την αυτο-οργάνωση, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη στρατηγικής, ιδιαίτερα όταν η κοινωνική και πολιτική κρίση θέτει αντικειμενικά το ερώτημα των κυβερνήσεων κατά της λιτότητας.

Πρέπει όλοι μας να αισθανόμαστε τη σεμνότητα των αποτυχιών μας, αλλά και τη βεβαιότητα ότι οι πολιτικές απαντήσεις είναι αναγκαίες.

 

Leon C.

[μέλος της Διεθνούς Επιτροπής, Γαλλία]

 

 

Σημειώσεις:

1/ Inprecor Μάης 2012 n° 583-584 “L’avenir des travailleurs européens se joue en Grèce” [Το μέλλον των ευρωπαίων εργαζομένων παίζεται στην Ελλάδα]

http://www.inprecor.fr/article-EUROPE%20-%20GRECE-L%E2%80%99avenir%20des

%20travailleurs%20europ%C3%A9ens%20se%20joue%20en%20Gr%C3%A8ce?id=1304

2/ στο site του Inprecor : “Pour un programme de confrontation avec le capitalisme, pour un parti

anticapitaliste et révolutionnaire indépendant” [Για ένα πρόγραμμα σύγκρουσης με τον καπιταλισμό, για ένα ανεξάρτητο επαναστατικό και αντικαπιταλιστικό κόμμα]

http://www.inprecor.fr/article-EUROPE%20-%20GRECE-L%E2%80%99avenir%20des

%20travailleurs%20europ%C3%A9ens%20se%20joue%20en%20Gr%C3%A8ce?id=1314

3/ Inprecor Φλεβάρης-Μάρτης 2015 n° 612-613 “SOLIDARITÉ AVEC LE PEUPLE GREC” [Αλληλεγγύη με τον ελληνικό λαό”]

http://www.inprecor.fr/article-GR%C3%88CE-SOLIDARIT%C3%89%20AVEC%20LE

%20PEUPLE%20GREC?id=1718

4/ Inprecor Αύγουστος 2015 n°618 “La victoire du NON annonce les batailles décisives contre la troïka” [Η νίκη του ΟΧΙ αναγγέλλει κρίσιμες μάχες κατά της τρόϊκας]

http://www.inprecor.fr/article-GR%C3%88CE-La%20victoire%20du%C2%A0NON

%20annonce%20les%20batailles%20d%C3%A9cisives%20contre%20la%20tro

%C3%AFka?id=1775