Να αδράξουμε τις ευκαιρίες και να οικοδομήσουμε μια διεθνή για την επανάσταση και τον κομμουνισμό

Δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο στο πλαίσιο του διαλόγου ενόψει του Παγκοσμίου Συνεδρίου της 4ης Διεθνούς, που θα γίνει το Φλεβάρη του 2018. Όλα τα κείμενα του συνεδρίου θα δημοσιευτούν σε ειδικό φάκελο στην ιστοσελίδα 

 

Ι - Η σημερινή κατάσταση της 4ης Διεθνούς 

Α. Η πολιτική των «πλατιών κομμάτων»: αποτίμηση μιας καταστροφής

Η ηγεσία της 4ης Διεθνούς αντικατέστησε τον στρατηγικό στόχο της οικοδόμησης επαναστατικών κομμάτων με αυτόν της οικοδόμησης «πλατιών κομμάτων». Εκατό χρόνια μετά τη Ρώσικη Επανάσταση, μπαίνει το ερώτημα: είναι η ιδέα ότι «δεν γίνεται επανάσταση χωρίς επαναστατικό κόμμα» ξεπερασμένη? Εμείς πιστεύουμε πως όχι. Στα τελευταία συνέδρια, η ηγεσία της 4ης Διεθνούς έθεσε ρητά τον στόχο της οικοδόμησης «πλατιών κομμάτων» χωρίς σαφή προγραμματικά και στρατηγικά όρια. Ποια ήταν τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής;


Τον τελευταίο καιρό έχουμε γνωρίσει μεγάλες αποτυχίες. Στο Ισπανικό Κράτος, οι
Anticapitalistas ετοιμάζονται να σχηματίσουν κοινή πλειοψηφία με τον Πάμπλο Ιγκλέσιας., προσαρμοζόμενοι έτσι σε μια γραφειοκρατική ηγεσία που ρητά επιδιώκει να κυβερνήσει εντός του πλαισίου των καπιταλιστικών θεσμών. Στην προσπάθεια να κερδίσουμε επιρροή στις εκλογές ή στα κυρίαρχα ΜΜΕ, οδηγούμαστε στο να θυσιάσουμε το στόχο – την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

 Το πείραμα ΣΥΡΙΖΑ αγκαλιάστηκε σε τέτοιο βαθμό, που το ελληνικό τμήμα, το οποίο αρνήθηκε να το υποστηρίξει, κατηγορήθηκε ακόμα και ως «αντεπαναστατικό». Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιαζόταν ως πρότυπο για αρκετό καιρό, όμως οδήγησε σε καταστροφή. Προβλήθηκε ως κόμμα και κυβέρνηση «ενάντια στη λιτότητα», αλλά αποδείχτηκε μηχανή καταστροφής για τους εργαζόμενους και τον λαό.  Η χειρότερη επίθεση που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες εναντίον των εργαζομένων και της νεολαίας στην Ελλάδα έγινε από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτά είναι μόνο δύο παραδείγματα από μια σειρά καταστροφών, για την οποία δεν έχει γίνει καμία σοβαρή ανάλυση, που να οδηγεί σε συμπεράσματα. Η λίστα των αποτυχιών είναι μεγάλη: στη Βραζιλία, το τμήμα της 4ης συμμετείχε στην κυβέρνηση Λούλα· στην Ιταλία, οι σύντροφοι και συντρόφισσες της 4ης έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Πρόντι και υπερψήφισαν τον πολεμικό προϋπολογισμό· στην Πορτογαλία, το τμήμα υποστήριξε πρόσφατα την κυβερνητική ατζέντα του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το κοινό όλων αυτών των αποτυχιών είναι η υποστήριξη πολιτικών δυνάμεων και κυβερνήσεων που δρουν εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής διαχείρισης, με αποτέλεσμα και την αποσύνθεση των τμημάτων της 4ης Διεθνούς.

Η πολιτική της οικοδόμησης «πλατιών κομμάτων» αντί για επαναστατικά κόμματα οδήγησε όντως στη διάλυση των δυνάμεων μας μέσα σε ρεφορμιστικούς σχηματισμούς. Πράγματι, γιατί να οικοδομήσει κανείς ένα επαναστατικό ρεύμα, εάν δεν υπάρχει ένα επαναστατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα για να υπερασπιστεί;  Η κατάσταση είναι πολύ ανησυχητική. Με το πέρασμα των χρόνων έχουμε δει τμήματα της Διεθνούς να εξαφανίζονται, να διαλύονται  ή να προσαρμόζονται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Η δυνατότητά μας να υπερασπιζόμαστε την αρχή της ταξικής ανεξαρτησίας ή να ενισχύσουμε την ικανότητα της κοινωνικής μας τάξης να δρα αυτόνομα από την αστική τάξη και το κράτος υπονομεύεται όταν υποστηρίζουμε πολιτικούς που συνδέονται με αστικά κόμματα, όπως ο Σάντερς, ή προσωπικότητες χωρίς δεσμούς με το εργατικό κίνημα, όπως ο Ιγκλέσιας. 

Β. «Νέα κατάσταση, νέο πρόγραμμα…» ή επικαιρότητα της επανάστασης και του επαναστατικού κομμουνιστικού προγράμματος σήμερα;

Γιατί η ηγεσία της 4ης Διεθνούς συνεχίζει να υποστηρίζει την ίδια πολιτική εδώ και χρόνια, παρά τις συνεχείς αποτυχίες;  Η ηγεσία εγκατέλειψε σιωπηρά την ιδέα της επικαιρότητας της επανάστασης, την οποία βλέπει ως κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο μακρινό μέλλον.  Κατά την άποψή της, ο συσχετισμός δυνάμεων είναι τόσο δυσμενής, ώστε για την ώρα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επανοικοδομήσουμε μια στοιχειώδη ταξική συνείδηση, βασισμένη στους αγώνες των καταπιεσμένων ως αντίδραση στην επίθεση της άρχουσας τάξης. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για επαναστατικό προσανατολισμό, καμία ανάγκη για οργανωμένη μάχη για το μεταβατικό πρόγραμμα και καμία ανάγκη για κομμουνιστικό πρόγραμμα. Είναι αρκετό για την ηγεσία να συσπειρωθούν όλοι εκείνοι που είναι έτοιμοι να αντισταθούν, ρεφορμιστές και επαναστάτες μαζί, για να συσσωρευτούν, με αργό ρυθμό, εμπειρίες και δυνάμεις, περιμένοντας καλύτερες μέρες. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, το κατάλληλο εργαλείο είναι πράγματι τα «πλατιά κόμματα».

Αυτό γίνεται η δικαιολογία για να  συμμαχούν παντού με κοινωνικές δυνάμεις που δεν είναι καν ρεφορμιστικές με την κλασσική έννοια του όρου.  Απευθύνονται σε δυνάμεις χωρίς καμία κομμουνιστική προγραμματική βάση και χωρίς κοινωνική βάση στην εργατική τάξη.

Ωστόσο, η σημερινή αναγκαιότητα ενός επαναστατικού προγράμματος αποδεικνύεται από τις επαναστατικές διαδικασίες νότια της Μεσογείου και από την κατάσταση στην Ελλάδα: οι αναδυόμενες και ριζικές μορφές ταξικής αναμέτρησης απαιτούν επαναστατικές απαντήσεις.  Ήταν ή δεν ήταν απολύτως απαραίτητα τα αιτήματα για την διαγραφή του χρέους και την εθνικοποίηση των τραπεζών και των βασικών τομέων της οικονομίας κάτω από εργατικό έλεγχο; Τα αιτήματα αυτά δεν υπάρχουν για να αναπολούμε διαβάζοντας τα βιβλία για τη ρωσική επανάσταση. Η ηγεσία της 4ηςΔιεθνούς δεν υποστήριξε το ίδιο το ελληνικό τμήμα της, που, με τις μικρές του δυνάμεις, προσπάθησε να υλοποιήσει μια τέτοια επαναστατική πολιτική. Αυτό βέβαια σήμαινε και μια πολιτική μάχη ενάντια στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή ακριβώς η μάχη δεν δόθηκε από την 4η Διεθνή. Στο όνομα της αναγκαιότητας ενός «νέου προγράμματος» και «νέων κομμάτων» προσαρμοσμένων στη «νέα κατάσταση», η ηγεσία της 4ης Διεθνούς στήριξε τον Αλέξη Τσίπρα μέχρι την 11η ώρα (απόσπασμα από την ανακοίνωση του ΠΓ της 4ης Διεθνούς, Αύγουστος 2015). Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό. Αποδεικνύει την αδυναμία του ρεφορμισμού να αποτελέσει λύση σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης.  Δεν είναι μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που αποδείχτηκε μια από τις πιο σκληρές αστικές κυβερνήσεις, αλλά και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, που μεταλλάχτηκε ολοκληρωτικά, μέσα σε ένα χρόνο όλο κι όλο, από ρεφορμιστικό κόμμα σε αστική σοσιαλδημοκρατία. Ο σχηματισμός κυβέρνησης με το εθνικιστικό αστικό κόμμα ΑΝΕΛ - για τον οποίο ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν όσοι αργότερα δημιούργησαν τη ΛΑΕ, το κόμμα που τώρα υποστηρίζει η ηγεσία της 4ης Διεθνούς στην Ελλάδα - η ένταξη σε αυτή την κυβέρνηση πολιτικού και διοικητικού προσωπικού προερχόμενου από τα δύο κύρια αστικά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) και, πάνω απ’ όλα, η ρήξη με τη συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας και της αγωνιστικής του βάσης άλλαξαν αμετάκλητα τον χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή είναι η κοινή μοίρα όλων των ρεφορμιστικών κομμάτων που επιθυμούν να διαχειριστούν την κρίση μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια, ανεξαρτήτως των προθέσεων των ηγεσιών τους. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα στο οποίο η ηγεσία της 4ης δεν έφτασε ποτέ. Αντ’ αυτού, αναφέρεται σε μια ανεξήγητη «συνθηκολόγηση» του Τσίπρα, χωρίς αναφορά σε κανένα ταξικό περιεχόμενο. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι η ηγεσία της 4ης Διεθνούς είναι πρόθυμη να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Συνεχίζει σήμερα να συμμαχεί και να προσαρμόζεται στην πολιτική του Ιγκλέσιας, μέσω της πλειοψηφίας του ισπανικού τμήματος. 

Γ. Αγωνιστική ανεπάρκεια και σοβαρό πρόβλημα δημοκρατίας

Οι συναντήσεις της Διεθνούς Επιτροπής της 4ης Διεθνούς αναλώνονται πια σε συζητήσεις και αναλύσεις που δεν καταλήγουν σε κανένα πρακτικό συμπέρασμα. Οι συζητήσεις συνεχίζουν χωρίς να αποφασίζεται ή να σχεδιάζεται καμία καμπάνια, διεθνώς συντονισμένη. Κι όμως, έχουμε συντρόφους και συντρόφισσες σε όλο τον κόσμο που ηγούνται αγώνων σε άμεση σύγκρουση με τον καπιταλισμό. Οι θεωρητικές συζητήσεις θα έπρεπε να αντλούν υλικό από την πράξη: ο απολογισμός της δράσης των τμημάτων θα έπρεπε να τροφοδοτεί τη συζήτηση. Η αντιπαράθεση των ιδεών θα έπρεπε να οδηγεί στον καθορισμό κοινών καθηκόντων. Χωρίς κοινούς στόχους σε διεθνές επίπεδο και χωρίς πολιτική και έμπρακτη αμοιβαία υποστήριξη, από ένα σημείο και μετά είναι αδύνατον να ενισχύσουμε τις οργανώσεις μας σε κάθε χώρα. Αλλά πάνω απ’ όλα, η Διεθνής μας θα έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από έναν όμιλο συζητήσεων: θα έπρεπε να είναι εργαλείο για την επαναστατική δράση. Η κοινή αντιμετώπιση των πολιτικών προβλημάτων της ταξικής πάλης, κατανοώντας τα ιδιαίτερα προβλήματα σε κάθε χώρα, και η προσπάθεια να τα επιλύσουμε με ενιαίο τρόπο είναι αυτό που θα έπρεπε να κάνει ένα «παγκόσμιο κόμμα».  Η οικοδόμηση ενός τέτοιου διεθνούς κόμματος, ή τουλάχιστον το να γίνουν βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, είναι το σημερινό μας καθήκον.

Η πρόσφατη διαγραφή, από την πλευρά της πλειοψηφίας του τμήματος στο Ισπανικό Κράτος, της μειοψηφίας των Anticapitalistas που υποστηρίχθηκε από το 20% του τελευταίου συνεδρίου τους, και η οποία αποτελεί τώρα την IZAR, αναδεικνύει ένα σοβαρό πρόβλημα δημοκρατίας. Η ηγεσία αρνείται να επιτρέψει την κριτική στον πλειοψηφικό προσανατολισμό της 4ης Διεθνούς. Ακόμα χειρότερη είναι η άρνηση να επιτραπεί στη διαγραμμένη μειοψηφία του Ισπανικού Κράτους να απευθυνθεί στη Διεθνή Επιτροπή, με αιτιολογία το βέτο του ίδιου του τμήματος, σε αντίθεση με κάθε αρχή της εργατικής δημοκρατίας. Οι αρχές μας περιλαμβάνουν τη δυνατότητα κάθε συντρόφου ή συντρόφισσας να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή της σε περίπτωση διαγραφής. Αυτή η δυνατότητα υπάρχει ακόμα και σε πολλές ρεφορμιστικές οργανώσεις, αλλά δεν υφίσταται στην 4η Διεθνή για τους συντρόφους και συντρόφισσες της IZAR. Έτσι, έγινε αποδεκτό η πλειοψηφία ενός τμήματος να διαγράφει τη μειοψηφία κατά το δοκούν… χωρίς καμία δυνατότητα προσφυγής. Ευτυχώς, η πλειοψηφία των γάλλων συντρόφων και συντροφισσών μελών του ΝΡΑ δεν έχει την ίδια αυταρχική άποψη για την επίλυση των πολιτικών διαφωνιών και δεν συμπεριφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο στη μειοψηφία!

Οι σύντροφοι και συντρόφισσες της Socialist Action του Καναδά διεγράφησαν και είναι ακόμα και σήμερα θύματα του ίδιου είδους αποκλεισμού. Φυσικά υπάρχει μια πολιτική λογική πίσω από αυτούς τους αποκλεισμούς. Οι βασικές δημοκρατικές αρχές παραμερίζονται όταν έχουν να κάνουν με συντρόφους και συντρόφισσες  που κάνουν αριστερή κριτική στην πολιτική της ηγεσίας. Την ίδια στιγμή, μέλη της ηγεσίας της 4ης Διεθνούς συνεργάζονται με ομάδες εκτός Διεθνούς και πιέζουν για την απομόνωση του τμήματος, όπως έγινε στην Ελλάδα. Η ηγεσία της 4ης συχνά παρουσιάζει τη Διεθνή μας ως την «πιο δημοκρατική» διεθνή τάση. Στην πραγματικότητα, μπροστά σε καταστάσεις διασπάσεων λόγω πολιτικών διαφορών, η IST στο Ισπανικό Κράτος και η IWL (LIT) στη Βραζιλία επέδειξαν πιο ανοιχτόμυαλη λογική, διατηρώντας και στις δύο περιπτώσεις σχέσεις με τις ομάδες που προέκυψαν από τις διασπάσεις.

Δεν μπορούμε να αποφύγουμε μια αποτίμηση της πολιτικής που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία στο τελευταίο συνέδριο της Διεθνούς (2010). Η επόμενη Διεθνής Επιτροπή (Φλεβάρης 2017) πρέπει να καθορίσει ημερομηνίες και να ξεκινήσει τη συζήτηση για το παγκόσμιο συνέδριο, που πρέπει να γίνει το 2018. 

ΙΙ - Μια κατάσταση με ευκαιρίες για την ενίσχυση των επαναστατών και των κομμουνιστικών ιδεών 

Δεν συμμεριζόμαστε την εκτίμηση της ηγεσίας της 4ης Διεθνούς για τη σημερινή κατάσταση. Παρότι  χαρακτηρίζεται από μια όλο και πιο βίαιη επίθεση από την πλευρά των αστικών τάξεων, η κατάσταση είναι αντιφατική και προσφέρει δυνατότητες στα επαναστατικά κομμουνιστικά ρεύματα να εισακουστούν και να ενισχυθούν. 

Α. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους: η ρίζα της κρίσης

Το θεμελιώδες πρόβλημα για τους καπιταλιστές εξακολουθεί να είναι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Η οικολογική κρίση συνδυάζεται με την οικονομική κρίση, έτσι ώστε ο καπιταλισμός να βρίσκεται σε μια κατάσταση παρατεταμένης κρίσης, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει αυτόματα. Για να ανατάξουν το ποσοστό κέρδους, οι καπιταλιστές είναι αναγκασμένοι να κάνουν άνω κάτω το καθεστώς της κυριαρχίας τους και να υποχρεώσουν την εργατική τάξη σε μια ιστορική ήττα. Αυτό είναι το νόημα της συνεχιζόμενης καπιταλιστικής επίθεσης. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές εντάσεις αυξάνονται και οι στρατιωτικές επεμβάσεις πολλαπλασιάζονται. Ο αριθμός των προσφύγων μεγιστοποιείται, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία υποστηρίζονται και ενθαρρύνονται ανοιχτά από τις κυβερνήσεις όλων των ισχυρών χωρών.  Η βαρβαρότητα δεν είναι απλά μια πρόβλεψη για το μέλλον, είναι μια πραγματικότητα για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. 

Β. Παραδοσιακές ηγεσίες και «νέος ρεφορμισμός» - Προσαρμογή στην τρέχουσα καπιταλιστική επίθεση

Οι παραδοσιακές ηγεσίες του εργατικού κινήματος όχι μόνο δεν αντιπαλεύουν την καπιταλιστική επίθεση, αλλά προσαρμόζονται σε αυτήν. Η σοσιαλδημοκρατία είναι πλήρως ενσωματωμένη στον κρατικό μηχανισμό και οι ηγέτες που προήλθαν από τον σταλινισμό συμβαδίζουν με τις πολιτικές της εθνικής αστικής τάξης.

Η μαζική υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας και των σχηματισμών του τύπου των εργατικών κομμάτων δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη, αλλά είναι παγκόσμια. Στον Καναδά, για παράδειγμα, είδαμε την ηγεσία του συνδεδεμένου με τα συνδικάτα NDP να δεσμεύεται, στην καμπάνια ενόψει των ομοσπονδιακών εκλογών του Οκτώβρη του 2015, για  έναν «ισορροπημένο προϋπολογισμό» με κάθε κόστος. Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής θα απαγόρευε σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση του NDP να αναστρέψει τα μέτρα λιτότητας που εισήγαγε η προηγούμενη κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος, υπό τον Stephen Harper. H πολιτική κατάπτωση του NDP και η στάση της “στρατηγικής ψήφου” την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας διοχέτευσαν τη δυσαρέσκεια των εργαζομένων για τη λιτότητα σε μια νίκη του Φιλελεύθερου Κόμματος του Trudeau, που έκανε ένα σύντομο προσποιητό ελιγμό στα αριστερά του NDP.

Όσον αφορά τα λεγόμενα «λαϊκιστικά» ρεύματα της Νοτίου Αμερικής, απέδειξαν την αδυναμία τους να αλλάξουν τα πράγματα  σε σοβαρό βαθμό και απέρριψαν κάθε σαφή ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και το εγχώριο κεφάλαιο.

Ο λεγόμενος «νέος ρεφορμισμός» είναι σύμπτωμα της ανόδου της πολιτικής συνείδησης, αντανάκλαση της ανάπτυξης των αγώνων. Αλλά η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει το πόσο πολύ αυτές οι δυνάμεις προσαρμόζονται στον καπιταλισμό της κρίσης, σε χρόνο ρεκόρ, και το πόσο έτοιμες είναι να εφαρμόσουν την αστική ατζέντα οι ίδιες, αφού δεν έχουν καν τους μαζικούς δεσμούς με την εργατική τάξη που ο «παλιός» ρεφορμισμός είχε αποκτήσει.

Τα αναρχικά και αυτόνομα ρεύματα καταφέρνουν να προσεγγίσουν ένα μέρος της εξεγερμένης νεολαίας. Πρέπει να έχουμε μια πολιτική απεύθυνσης προς αυτά τα ρεύματα, με ανοιχτή κάποιες φορές τη δυνατότητα τακτικής συνεργασίας με ορισμένα από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε το πεδίο του ριζοσπαστισμού σε αυτά τα ρεύματα, εξηγώντας ταυτόχρονα γιατί η πολιτική του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού χώρου είναι αδιέξοδη. 

Γ. Χρόνια αστάθεια του συστήματος, μαζική αντίσταση και πολιτικοποίηση

Ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι πολύ δυσμενής για εμάς, αλλά η μαζική αντίσταση ταρακουνάει κάθε ήπειρο. Η κρίση του συστήματος δημιουργεί χρόνια πολιτική αστάθεια.

Η βαρβαρότητα της καπιταλιστικής επίθεσης θρέφει φαινόμενα κοινωνικής και πολιτικής οπισθοδρόμησης. Η παραδοσιακή αριστερά, όταν παίρνει την εξουσία, καθοδηγεί η ίδια την αστική επίθεση, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ακροδεξιά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ιδέες της ακροδεξιάς είναι πλειοψηφικές στην εργατική τάξη. Στην εκλογική βάση αυτών των ακροδεξιών ρευμάτων, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε έναν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, που ήταν ανάμεσα στα πρώτα θύματα της καπιταλιστικής επίθεσης. Μια σύσσωμη αντεπίθεση της εργατικής τάξης, που θα πετύχαινε σημαντικές νίκες, θα μπορούσε να κερδίσει ξανά πολλούς από αυτούς που προσωρινά γοητεύονται από την ακροδεξιά δημαγωγία.

Το αποτέλεσμα της επίθεσης, στο πλαίσιο της κρίσης, δεν είναι μονόπλευρο. Πυροδοτεί επίσης μαζικά κινήματα αντίστασης και μια νέα πολιτικοποίηση. Η δυναμική της πόλωσης φαίνεται ξεκάθαρα στην εκλογή του Τραμπ. Παρόλο που ο ίδιος συμβολίζει την ολοένα και πιο αντιδραστική πολιτική της άρχουσας τάξης, εξελέγη μέσα σε μια συγκυρία όπου οι κινητοποιήσεις αναπτύσσονται και το ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές ιδέες στην καρδιά της μεγαλύτερης παγκόσμιας δύναμης είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι εδώ και δεκαετίες. Με παρόμοιο τρόπο, οι ανά τον κόσμο δυνατότητες για κοινωνικές εκρήξεις και συλλογικούς αγώνες μεγαλώνουν.

Μεταξύ σημαντικών τμημάτων της νεολαίας και της εργατικής τάξης υπάρχει η πεποίθηση ότι έχουμε ένα σάπιο σύστημα που οδηγείται σε αποτυχία. Τις περισσότερες φορές, οι μάζες που αγωνίζονται ξέρουν τι δεν θέλουν πλέον και νιώθουν βαθιά αποστροφή για το καπιταλιστικό σύστημα, χωρίς όμως να ξέρουν με τι να το αντικαταστήσουν και πώς. Δεν βλέπουμε, όμως, μόνο αγώνες ως μηχανική απάντηση στις επιθέσεις, αλλά επίσης διεργασίες συσσώρευσης εμπειριών, πολιτικοποίησης, ανασυγκρότησης και οργάνωσης. Οι τεράστιες πανεθνικές κινητοποιήσεις ενάντια στην αναθεώρηση του εργασιακού νόμου στη Γαλλία, ο αγώνας των χαμηλόμισθων εργαζομένων για το δικαίωμα δημιουργίας σωματείου και για $15 ελάχιστο ωρομίσθιο, καθώς και η άνοδος του κινήματος Black Lives Matter στις ΗΠΑ, οι πρωτοφανείς φοιτητικές κινητοποιήσεις στο Κεμπέκ, οι μαζικές εργατικές απεργίες στην Ασία, και κυρίως στην Κίνα και την Ινδία, είναι ήδη γνωστά παραδείγματα. Αλλά βλέπουμε επίσης το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον σοσιαλισμό, όπως αντικατοπτρίζεται στις δύο νίκες του Corbyn στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, και το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές ιδέες στις ΗΠΑ. Όλα αυτά τα σημάδια δείχνουν ότι στοιχεία αντικαπιταλιστικής συνειδητοποίησης υπάρχουν. Πρόκειται όμως ακόμα για μια άνιση και περιορισμένη διαδικασία. Τα εχθρικά προς τον σοσιαλισμό ρεύματα δρέπουν τους καρπούς της βαθιάς δυσαρέσκειας. Η εκλογική απήχηση του FIT στην Αργεντινή, η ανασύνθεση του συνδικαλιστικού κινήματος στη Νότια Αφρική, παρά τις αδυναμίες κάθε περίπτωσης, και βέβαια το ενδιαφέρον για τον σοσιαλισμό στις ΗΠΑ  δείχνουν ότι οι αντικαπιταλιστικές ιδέες μπορούν να αποκτήσουν μαζική αποδοχή. 

ΙΙΙ - Η εργατική τάξη παίζει πάντα κεντρικό ρόλο 

Μια ευρέως διαδεδομένη άποψη στους κινηματικούς κύκλους θρέφει τον σκεπτικισμό για το κατά πόσο η επανάσταση είναι επίκαιρη. Αυτή η άποψη ισχυρίζεται ότι η νεοφιλελεύθερη επίθεση έχει εξαλείψει τη μόνιμη εργασία και έχει αποδυναμώσει τόσο πολύ την εργατική τάξη, που αυτή δεν μπορεί να παίξει πια κεντρικό ρόλο.

Στην πραγματικότητα, η εργατική τάξη παγκοσμίως είναι σήμερα αριθμητικά μεγαλύτερη παρά ποτέ. Στη Νότια Κορέα μόνο υπάρχουν σήμερα τόσοι μισθωτοί, όσοι υπήρχαν παγκοσμίως τον καιρό του Μαρξ. Η εργατική τάξη, η οποία κατά την άποψή μας αποτελείται από όλους τους μισθωτούς οι οποίοι δεν έχουν διευθυντική εξουσία, αποτελούν σήμερα το 80-90% του πληθυσμού στις πιο εκβιομηχανισμένες χώρες και περίπου το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού.

Ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών παγκοσμίως, από 490 εκ. το 1991, έφτασε στα 715 εκ το 2012 (στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας). Η ανάπτυξη της βιομηχανίας ήταν ταχύτερη από αυτή της παροχής υπηρεσιών μεταξύ του 2004 και του 2012! Ο βιομηχανικός τομέας δεν συρρικνώνεται, αλλά ο γεωργικός συρρικνώνεται, από 44% σε 32% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού.

Είναι αλήθεια ότι η βιομηχανική εργατική τάξη μειώθηκε αριθμητικά στις παλιές καπιταλιστικές δυνάμεις. Αλλά ο ρόλος της στο εργατικό κίνημα απέχει πολύ από το να γίνει δευτερεύων, όπως για παράδειγμα αποδείχθηκε από τους σιδηροδρομικούς και τους εργάτες των διυλιστηρίων στη Γαλλία, στις μαζικές απεργίες του 2010 και του 2016. Και η προλεταριοποίηση των εργαζομένων στην παροχή υπηρεσιών δημιουργεί νέους κλάδους μισθωτών στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, που πρόσφατα απέδειξαν τη μαχητικότητά τους. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα στην Ολλανδία το 2010 και 2012, όπως και οι εργαζόμενοι στο εμπόριο και τα fast food που συμμετείχαν στο κίνημα για τα $15 στις ΗΠΑ, αντανακλούν αυτή την τάση.

Δεν είναι αλήθεια ότι η αύξηση της μερικής απασχόλησης κάνει την εργατική τάξη ανίκανη να οδηγήσει σε σημαντικούς αγώνες και να παίξει επαναστατικό ρόλο. Στο παρελθόν, η πολύ μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια και η απουσία μεγάλων βιομηχανιών δεν σταμάτησαν την παριζιάνικη εργατική τάξη από το να πάρει την εξουσία στην Κομμούνα του 1871. Σήμερα, οι εργαζόμενοι βρίσκουν τον τρόπο να κινητοποιηθούν παρόλα τα εμπόδια που έχει δημιουργήσει η καπιταλιστική επίθεση. Η μεγαλύτερη απεργία εδώ και δεκαετίες στη Γαλλία, σε συμμετοχή και διάρκεια, ήταν η απεργία των εργατών χωρίς χαρτιά το 2009-2010, που ενέπλεξε 6000 απεργούς για 10 μήνες, συμπεριλαμβανομένων 1500 εργαζομένων με μικρές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που οργανώθηκαν σε απεργιακή επιτροπή.

Με την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας σε παγκόσμιο επίπεδο, η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δημιούργησε νέες εργατικές τάξεις στις χώρες του Νότου, των οποίων η δυναμική φάνηκε στις πρόσφατες κινητοποιήσεις: στο κύμα απεργιών στην Κίνα από το 2010, στις μαζικές απεργίες στην Προύσα της Τουρκίας το 2015, στη δημιουργία μαζικών μαχητικών συνδικάτων στην Ινδονησία, στο ρόλο των σωματείων και των μαζικών απεργιών που απαιτούσαν την παραίτηση του πρωθυπουργού στη Νότια Κορέα στο τέλος του 2016.

Οι αγώνες αυτοί αναπτύχθηκαν, ως επί το πλείστον, παρά τις ηγεσίες των συνδικάτων. Για να καταλήξουν αυτοί οι αγώνες στην αμφισβήτηση του συστήματος, είναι απαραίτητο να ξαναχτίσουμε μια εργατική ηγεσία για την παγκόσμια ταξική πάλη. Η οικοδόμηση μιας ταξικής πτέρυγας μέσα στο υπάρχον εργατικό κίνημα, ανεξάρτητης από τις επίσημες ηγεσίες, ικανής να κινητοποιήσει διαδικασίες για την οικοδόμηση δομών αυτοοργάνωσης και απεργιακών επιτροπών, είναι κεντρικό καθήκον για μια επαναστατική διεθνή. Οι διαφοροποιήσεις ή οι ρήξεις εντός του εργατικού κινήματος δείχνουν ότι υπάρχουν νέες δυνατότητες. Τέτοια παραδείγματα είναι η διαδικασία για τη δημιουργία μιας νέας συνδικαλιστικής ομοσπονδίας, σε ρήξη με το ANC (Αφρικανικό Εθνικό Κονγκρέσο), στη Νότια Αφρική, οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της CGT στη Γαλλία και οι συζητήσεις για την προοπτική σχηματισμού ενός ταξικού «μπλοκ εργατών» μετά το κίνημα ενάντια στη μεταρρύθμιση του εργασιακού νόμου. 

Αν συνυπολογίσουμε όλους τους παραπάνω παράγοντες, η παγκόσμια εργατική τάξη δεν είχε ποτέ ξανά έναν τόσο δυνητικά ισχυρό ρόλο. Κάθε τομέας της εργατικής τάξης δεν έχει το ίδιο αντικειμενικό βάρος στην παραγωγική διαδικασία και δεν είναι ικανός να παίξει τον ίδιο ρόλο. Κι αυτό πρέπει να το συνυπολογίσουμε στην προσπάθειά μας να οργανώσουμε και να στρατολογήσουμε. Αλλά οι επαναστάτες πρέπει να παίρνουν στα σοβαρά τον κεντρικό ρόλο της εργατικής τάξης, και να αναπτύσσουν μια συμπαγή πολιτική παρέμβαση σε σχέση με αυτόν. Αυτό το καθήκον δεν πρέπει να αναληφθεί μόνο σε επίπεδο εθνικών τμημάτων, αλλά να αποτελέσει θέμα συζήτησης και σε διεθνές επίπεδο.  

IV - Οι δικές μας προτάσεις 

Α. Οικοδόμηση επαναστατικών κομμάτων της πρωτοπορίας - Η επικαιρότητα του Λενινισμού

Στο “Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού”, ο Λένιν όρισε με τον παρακάτω τρόπο την κομματική πειθαρχία και το πώς οικοδομείται ένα επαναστατικό κόμμα στελεχών, σε πλήρη αντίθεση με τη σταλινική καρικατούρα:

«Και πριν απ’ όλα γεννιέται το ερώτημα: πώς κρατιέται η πειθαρχία του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου; Πώς ελέγχεται; Πώς δυναμώνει; Πρώτο, με τη συνειδητότητα της προλεταριακής πρωτοπορίας και την αφοσίωσή της στην επανάσταση, την αντοχή, την αυτοθυσία της, τον ηρωισμό της. Δεύτερο, με την ικανότητά της να συνδέεται, και ως ένα ορισμένο βαθμό, αν θέλετε, να συγχωνεύεται με την πιο πλατιά μάζα των εργαζομένων, πρώτα-πρώτα με την προλεταριακή, μα ακόμη και με τη μη προλεταριακή εργαζόμενη μάζα. Τρίτο, με την ορθότητα της πολιτικής καθοδήγησης, που την πραγματοποιεί αυτή η πρωτοπορία, με την ορθότητα της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής της, με τον όρο ότι οι πλατιές μάζες θα πείθονται από την ίδια τους την πείρα γι΄ αυτή την ορθότητα. Χωρίς αυτούς τους όρους είναι απραγματοποίητη η πειθαρχία μέσα σ’ ένα επαναστατικό κόμμα, πραγματικά ικανό να είναι το κόμμα της πρωτοπόρας τάξης, που έχει καθήκον να ανατρέψει την αστική τάξη και να μετασχηματίσει όλη την κοινωνία. Χωρίς αυτούς τους όρους, κάθε απόπειρα να δημιουργηθεί πειθαρχία μετατρέπεται αναπόφευκτα σε σαπουνόφουσκα, σε λογοκοπία, σε πιθηκισμούς. Από το άλλο μέρος, οι όροι αυτοί δεν μπορούν να παρουσιαστούν αμέσως. Τους διαμορφώνει μόνο μια μακρόχρονη δουλειά, μια δύσκολη πείρα,. η επεξεργασία τους διευκολύνεται με τη σωστή επαναστατική θεωρία που με τη σειρά της δεν είναι δόγμα, αλλά διαμορφώνεται τελικά μόνο σε στενή σύνδεση με την πρακτική δράση ενός πραγματικά μαζικού και πραγματικά επαναστατικού κινήματος.» [Β.Ι. Λένιν, “ο «Αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού”, Σύγχρονη Εποχή, Ιούλιος 2001, σελ. 10].

“Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς επαναστατικό κόμμα”. Αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις διαφορετικές τακτικές που οι επαναστάτες μπορεί να υιοθετήσουν για την οικοδόμηση του κόμματός τους ανάλογα με τη χώρα και την κατάσταση, στρατηγικός στόχος παραμένει η οικοδόμηση επαναστατικών κομμάτων, κομμάτων για την κατάληψη της εξουσίας και για τον κομμουνισμό.

Για να μην χτίσουμε επαναστατικές οργανώσεις που θα ικανοποιούνται με διακηρυκτικές αρχές, στόχος μας είναι να οικοδομήσουμε ένα κόμμα στελεχών ικανό να δίνει ζωή στις προγραμματικές μας αρχές, πράγμα που σημαίνει ότι προσπαθούμε να εφοδιάσουμε κάθε μέλος με τα απαραίτητα μέσα για να φτάσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο εκπαίδευσης, για να είναι σε θέση να παίξει ρόλο στην καταστροφή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας. Αλλά η εκπαίδευση πρέπει να είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μαχητική πολιτική πρακτική μας. Για να μπορέσουμε να απαλλαγούμε από το σύστημα που γεννά την εκμετάλλευση και την καταπίεση, πρέπει να περιορίσουμε όσο περισσότερο μπορούμε το κενό μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας. Αυτό το κενό είναι προϊόν του καπιταλιστικού συστήματος στο οποίο ζούμε. Απέναντι λοιπόν στη λογική αυτή του “διαχωρισμού”, θα πρέπει συνειδητά να προβάλλουμε την προοπτική της επανάστασης και να είμαστε συνεπείς στις επιλογές και τον τρόπο ζωής μας. Ένα τέτοιο κόμμα είναι απολύτως αντίθετο με την ατομική απογοήτευση. Είναι μια ελεύθερη ένωση ενάντια στην κυρίαρχη ιδεολογία που προωθείται μέσω του κράτους, του σχολείου και της οικογένειας. Είναι σχεδιασμένο για την ανασύνταξή μας ώστε να πετύχουμε ένα κοινό στόχο: την καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος, που βασίζεται στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, και την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η προσπάθεια να αποκτήσουμε ρίζες στην εργατική τάξη και τα καταπιεσμένα στρώματα είναι καθοριστική. Είναι απαραίτητο να συζητιέται συστηματικά και να δουλεύεται με τα κατάλληλα εργαλεία. Ως εκ τούτου, η επικαιρότητα της εξεγερσιακής γενικής απεργίας ως κύρια “στρατηγική πρόταση” στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και η ανάλυσή μας για την κεντρικότητα της εργατικής τάξης πρέπει να καθορίζει άμεσα την πρακτική, τόσο των τμημάτων μας όσο και διεθνώς. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι έχουμε μια ενεργή προσέγγιση στο να κερδίσουμε έδαφος στους βασικούς τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας. Είναι λοιπόν αναγκαίο να γίνει προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση σε κάθε τμήμα αλλά ταυτόχρονα είναι επίσης αναγκαίο και η Διεθνής να συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου και να συμμετάσχει ενεργά στην προσπάθεια. Με τον απαραίτητο θεωρητικό εξοπλισμό αλλά και με τη συγκεντροποίηση των πληροφοριών. Σημαίνει όμως επίσης, ότι αναπτύσσουμε συστηματικά μια ανεξάρτητη πολιτική παρέμβαση για να απευθυνθούμε στην εργατική τάξη.

Κάθε επαναστάτης και επαναστάτρια πρέπει να σκέφτεται ταυτόχρονα πώς θα αντεπιτεθούμε τόσο στις πολιτικές λιτότητας, όσο και στο καπιταλιστικό-πατριαρχικό σύστημα. Ο μόνος τρόπος για να υπερασπιστούμε τα κοινωνικά μας κεκτημένα και να κερδίσουμε περισσότερα παραμένει η κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Κάθε κοινωνική κατάκτηση έχει κερδηθεί μέσω τέτοιων αγώνων και αυτό αποδεικνύει και η ιστορία του 20ου αιώνα. Τα δικαιώματα των εργαζομένων και των γυναικών δεν κερδήθηκαν στις κάλπες, αλλά μέσω απεργιών και διαδηλώσεων. Υπό αυτή την έννοια το κυριότερο καθήκον μας είναι να ξαναχτίσουμε την ταξική συνείδηση. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να γίνει αυτό παραμένει ο αγώνας για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης ενάντια σε εκείνα της μπουρζουαζίας. Συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, καταλήψεις, συνελεύσεις, απεργίες, αυτά συνεχίζουν να είναι τα καταλληλότερα εργαλεία για την άνοδο της ταξικής συνείδησης των καταπιεσμένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις βουλευτικές εκλογές, αλλά ότι τις υποτάσσουμε στο σχεδιασμό μας για την κινητοποίηση των εργαζομένων. Για εμάς στρατηγικά δεν είναι δυνατόν οι εκλογές να αποτελούν αυτοσκοπό, παρά μόνο ένα μέσο για την ενδυνάμωση της κινητοποίησης της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων και την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης. Οι εργαζόμενοι και η νεολαία πρέπει να παλεύουν ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση και να συνδέουν αυτούς τους αγώνες με την πάλη για συνολική χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Για να όμως γίνει αυτό, είναι απαραίτητο οι μαζικές εργατικές οργανώσεις να περιλαμβάνουν στο πλαίσιό τους αιτήματα όπως για παράδειγμα ίση αμοιβή για ίση εργασία, σεβασμός των δικαιωμάτων των LGBTQI και κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας.

Η στρατηγική διαδικασία να προχωρήσουμε στο τέλος του καπιταλισμού και της πατριαρχίας είναι μια σειρά κινητοποιήσεων χωρίς διαλείμματα, που κάνουν την εργατική τάξη να συνειδητοποιεί την αναγκαιότητα της κατάληψης της εξουσίας για την πραγματική κοινωνική αλλαγή. Οι απεργίες δεν αποτελούν φετίχ, αλλά έναν ουσιαστικό δρόμο ώστε οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες να πιστέψουν στις δικές τους δυνάμεις. Οι απεργίες είναι «σχολεία της ταξικής πάλης» ακριβώς επειδή αποτελούν στιγμές όπου η τάξη μπορεί να αυτοοργανώνεται. Είναι μέσα από τις συγκρούσεις που οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες δημιουργούν αυτόματες αντιδράσεις και μηχανισμούς για να αντισταθούν στις πολιτικές της αστικής τάξης. Οι επαναστάτες όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοούν τους αγώνες, ακόμα κι αν αυτοί είναι μικροί, αλλά αντίθετα να συμμετέχουν σε αυτούς. Ως εκ τούτου πρέπει να βρούμε λύσεις στην ανεπάρκειά μας να έχουμε ισχυρή παρουσία μέσα στην εργατική τάξη και να συμμετέχουμε ενεργά στους αγώνες της. 

Μια επαναστατική Διεθνής, που δε δίνει προτεραιότητα στη νεολαία, είναι καταδικασμένη σε εξαφάνιση

Η νεολαία συνεχίζει να παίζει το ρόλο της πρωτοπορίας σε επίπεδο τακτικής. Η θεωρία που ανέπτυξε ο Μαντέλ είναι ακόμα επίκαιρη. Το βλέπουμε στις διαδικασίες των αραβικών επαναστάσεων, ή τις κινητοποιήσεις στη Λατινική Αμερική, στο Μεξικό και στη Χιλή, ή στη Γαλλία στις κινητοποιήσεις ενάντια στο CPE, και κατά πάσα πιθανότητα θα το δούμε σύντομα στις κινητοποιήσεις ενάντια στον Τραμπ στις ΗΠΑ. Η νεολαία διαδραματίζει πάντα τεράστιο ρόλο στους αγώνες και έτσι η στρατολόγηση τους είναι σαφώς ζωτικής σημασίας για κάθε επαναστατική οργάνωση. Για να είμαστε συνεπείς με την παραπάνω θέση, πρέπει να επαναβεβαιώσουμε τα θεωρητικά, πρακτικά και μαχητικά χαρακτηριστικά του ρεύματός μας. Υπερασπιζόμαστε την αυτονομία των νέων, μια αυτονομία όμως η οποία είναι άμεσα συναρτημένη με το προλεταριάτο και τα ιστορικά του συμφέροντα, αλλά επιτυγχάνεται μέσα από δομές οργάνωσης που δεν είναι μεν ανεξάρτητες, αλλά αυτόνομες, από τις οργανώσεις του εργατικού κινήματος και των κομμάτων που οικοδομούμε. Γι’ αυτό και θέτουμε ως στόχο, όπου αυτό είναι δυνατόν, την οικοδόμηση επαναστατικών οργανώσεων της νεολαίας. Οι τομείς νεολαίας εντός των οργανώσεών μας μας είναι ένα ενδιάμεσο βήμα προς αυτό το στόχο. Πρέπει επίσης να έχουμε έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό για την παρέμβαση στους φοιτητές και μαθητές. Είναι ένα κομμάτι της νεολαίας που συμμετέχει ενεργά στις ανατροπές κατά τη διάρκεια των επαναστατικών διαδικασιών . Το διεθνές κάμπινγκ νεολαιών παίζει έτσι θεμελιώδη ρόλο στην υλοποίηση αυτή της πολιτικής και για αυτό δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε ένα χώρο όπου αποκλείονται όσες φωνές διαφωνούν με την ηγεσία της 4ης Διεθνούς. Η απαγόρευση της συμμετοχής της νεολαίας του NPA στο περσινό κάμπινγκ δείχνει μια ανησυχητική τόσο θεωρητική όσο και πρακτική/πολιτική αδυναμία. Αντίστοιχα ανησυχητική ήταν και η απαγόρευση σε 4 συντρόφους και συντρόφισσες της IZAR να μπουν και να κάνουν ένα εργαστήριο στο χώρο του κάμπινγκ. Κάποιοι από αυτούς οικοδομούσαν την 4η για δεκαπέντε χρόνια. Αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν το εργαστήριό τους στο χώρο του πάρκινγκ με περισσότερους από 70 συντρόφους και συντρόφισσες να παρευρίσκονται, για να καταλάβουν, να συζητήσουν και να μοιραστούν τις απόψεις τους με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της IZAR. Αυτά τα γεγονότα είναι συμπτώματα ενός παραλυτικού και φοβικού σεχταρισμού. Είναι μια de facto μορφή κακής εκπαίδευσης καθώς οι νέοι και νέες σύντροφοι και συντρόφισσες εξοικειώνονται με τέτοιες πρακτικές αποκλεισμού με το πρόσχημα της ιδεολογικής καθαρότητας και της μάχης ενάντια στο «φραξιονισμό».

Δεν υπάρχουν σινικά τείχη μεταξύ του σχεδίου που υπερασπιζόμαστε για την κοινωνία, του κομμουνισμού, και του κόμματος που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε. Πρέπει να υπάρχει συνοχή μεταξύ των δύο αυτών μορφών. Το κόμμα μας δεν μπορεί να είναι μια νησίδα κομμουνισμού, γιατί ζει και αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων που κυριαρχούνται από την πατριαρχία και το καπιταλιστικό σύστημα. Θα πρέπει, όμως, να προσεγγίζουμε όσο μπορούμε το στόχο μας. Αυτό, βέβαια, αφορά και τη σχέση μεταξύ των μελών, τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται στις δημοκρατικές αρχές και να μην έρχονται σε αντίθεση με το πρόγραμμα πάλης ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης. Αλλά πάνω απ’ όλα, το ίδιο το κόμμα είναι η ελεύθερη ένωση μεταξύ ανδρών και γυναικών που παλεύουν μαζί για τον κομμουνισμό, αναπτύσσοντας σχέσεις που δεν  μπορεί να έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της χειραφέτησης. Είμαστε αντίθετοι σε κάθε κατασκευασμένη από το κεφάλαιο μορφή διαχωρισμού μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών, μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Απορρίπτουμε κάθε ταμπού μέσα στις οργανώσεις, αλλά αντιθέτως οικοδομούμε μια προγραμματική και πρακτική μαχητική ενότητα όλων των συντρόφων και συντροφισσών μέσα από συζήτηση και επαλήθευση στην πράξη. 

B. Υποστηρίζοντας ένα μεταβατικό πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα

Η 4η Διεθνής θα πρέπει να προβάλει μια σειρά βασικών μέτρων, σε μια μεταβατική προσέγγιση, αρχίζοντας από καθημερινά ζητήματα και αιτήματα και συνδέοντάς τα με το ζήτημα της εξουσίας και το ιδανικό για μια άλλη κοινωνία. Τελικά, η σύνδεση των σημερινών αγώνων θεμελιώνεται στο στόχο της αμφισβήτησης των πυλώνων του καπιταλιστικού συστήματος.

Πρωταρχικός στόχος αυτού του προγράμματος είναι η απαλλοτρίωση των βασικών τομέων της οικονομίας. Η τραπεζική κρίση και οι διασώσεις τραπεζών δημιουργούν μια νέα ευκαιρία για να εξηγήσουμε και να διαδώσουμε την ανάγκη για εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Οι πτωχεύσεις εταιρειών, οι μαζικές απολύσεις και οι αγώνες τους οποίους προκαλούν προσφέρουν μια ευκαιρία για να έρθει η μάχη για εργατικό έλεγχο στο προσκήνιο και για να εξηγήσουμε την ανάγκη για απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής. Μια μεταβατική προσέγγιση ενσαρκώνεται στο αίτημα «Καμία απόλυση, εργατικός έλεγχος στις προσλήψεις».

Οι ορυκτοί πόροι δεν είναι άπειροι. Σύντομα θα φτάσουμε στο ανώτατο όριο των εξορύξεων. Με τη δομική του λογική, ο καπιταλισμός πάντα στοχεύει στην αύξηση της κατανάλωσης και τη μεγαλύτερη αξιοποίηση πρώτων υλών και ενέργειας. Σκοπός του καπιταλισμού είναι να παράγει όλο και περισσότερο και να μεγιστοποιεί το κέρδος. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να είναι «πράσινος». Ο καπιταλισμός καταστρέφει το περιβάλλον και τα φυτικά και ζωικά είδη. Καταστρέφει τον πλανήτη. Και πάλι όμως, δεν μπορεί να υπάρξει συνεπής οικολογική πολιτική χωρίς συνεπή μάχη ενάντια στον καπιταλισμό και χωρίς την κατανόηση ότι το μόνο υποκείμενο που είναι ικανό να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να σταματήσει την οικολογική καταστροφή που αυτός δημιούργησε είναι η εργατική τάξη. Αν μοιραζόμαστε αυτή την ανάλυση, θα πρέπει να βγάλουμε και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτήν, όσον αφορά την κοινωνική μας βάση, την παρέμβαση και τον προσανατολισμό μας. Πράγματι, απέναντι στην οικολογική καταστροφή, η εργατική τάξη μαζί με τα σύμμαχα στρώματα είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να επιβάλει μια αντικαπιταλιστική οικολογική μετάβαση. Μια τέτοια μετάβαση θα εστίαζε στην αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας με πράσινες, βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις και στην ανάγκη για μια παγκόσμια σχεδιασμένη οικονομία.

Ο καπιταλιστικός κόσμος εξακολουθεί να δομείται και να οργανώνεται από τον ιμπεριαλισμό, του οποίου τα συμφέροντα αδιαφορούν πλήρως για κάθε λαό. Αυτό παρά το γεγονός ότι το κεφάλαιο μπορεί σποραδικά να επιλέγει να υποστηρίξει ένα συγκεκριμένο αγώνα, με τις δικές του μεθόδους και για την εκπλήρωση των δικών του στόχων.

Ο αντιιμπεριαλισμός θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο της παρέμβασης και της δράσης μας. Είμαστε ενάντια σε όλες τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και υπέρ της απόσυρσης όλων των ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων. Το ότι είμαστε αλληλέγγυοι στον Κουρδικό λαό, για παράδειγμα, δεν σημαίνει ότι αποφεύγουμε να αναδείξουμε την κεντρική ευθύνη του ιμπεριαλισμού τόσο για την ανάπτυξη αντιδραστικών ρευμάτων, όπως το ISIS, όσο και για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των λαών της περιοχής. Ακόμα κι έτσι, και αναγνωρίζοντας ότι τα αντιδραστικά ρεύματα έχουν μια δική τους λογική και αυτονομία, συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις για την υπεράσπιση του Κουρδικού λαού, συνδυάζοντας ταυτόχρονα την αμέριστη υποστήριξή μας με την κάθετη απόρριψη κάθε ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αποδεχόμαστε τις εκκλήσεις προς τις κυβερνήσεις να στείλουν όπλα στους Κούρδους. Δεν καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι η δική μας αστική τάξη θα μπορούσε να υπερασπιστεί τους λαούς της περιοχής.

Απέναντι στον δικό μας ιμπεριαλισμό, ο ρόλος μας δεν είναι να δημιουργούμε ψευδαισθήσεις του τύπου: όπλα, όχι βόμβες. Αυτό ακριβώς συνέβη όταν βουλευτές της Κοκκινοπράσινης Συμμαχίας στη Δανία ψήφισαν τον πολεμικό προϋπολογισμό, με το πρόσχημα ότι θα επέτρεπε την αποστολή όπλων, για να βρεθούν όμως πολύ γρήγορα μπροστά στο δεύτερο βήμα, που ήταν και το μόνο για το οποίο νοιαζόταν η δανέζικη κυβέρνηση και όλοι οι υπόλοιποι, δηλαδή να στείλουν τα δανέζικα F16 που σήμερα βομβαρδίζουν το Ιράκ, σε συμμαχία με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ.

Οι εξεγερμένες εργατικές τάξεις θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα και το δικό τους εθνικό κράτος και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, όπως η ΕΕ. Το ότι «στην ίδια μας τη χώρα βρίσκεται ο εχθρός» σημαίνει ότι παλεύουμε και ενάντια στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς στους οποίους συμμετέχει η «δικιά μας» αστική τάξη. Ενώ εναντιωνόμαστε κάθετα σε κάθε εθνικιστική καπιταλιστική εναλλακτική, γνωρίζουμε ότι μια αντικαπιταλιστική επαναστατική πολιτική είναι εντελώς ασύμβατη με τη συμμετοχή στην ΕΕ.

Γνωρίζουμε ότι ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το ρατσισμό, τη λιτότητα και την καπιταλιστική κυριαρχία δεν είναι ένας αγώνας που περιορίζεται εντός των εθνικών συνόρων. Ούτε όμως μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ρήξη με τις καπιταλιστικές πολιτικές της ΕΕ και της ΕΚΤ, με το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, με τις ξενοφοβικές, αντιμεταναστευτικές πολιτικές της «Ευρώπης Φρούριο». Επίθεση εναντίον της εξουσίας της εθνικής αστικής τάξης σημαίνει επίσης ρήξη με όλους τους θεσμούς της ΕΕ. Ενάντια στην Ευρώπη της τρόικα, προτάσσουμε τη διεθνή αλληλεγγύη, αγωνιζόμαστε για μια ελεύθερη σοσιαλιστική συμμαχία των εργατών και των λαών της Ευρώπης.

Η αύξηση των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την επιβολή της παγκόσμιας λιτότητας. Κάθε μέρα γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες πολέμων με ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς, μαζικές δολοφονίες, πολέμους ιδιωτικών ή μισθοφορικών στρατών, επιθέσεις με μη επανδρωμένα μαχητικά, πολεμικές κυρώσεις και εμπάργκο και σχεδόν μυστικούς πολέμους, όπως στην περίπτωση της επαναποικιοποίησης και λεηλασίας της Αφρικής από την Αμερικανική Διοίκηση Αφρικής.  Όλα αυτά καθοδηγούμενα από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, την παγκόσμια υπερδύναμη, και τις σύμμαχές του ιστορικές ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός, επίσης, όπως και άλλες ευρωπαϊκές πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις, παρεμβαίνουν όλο και περισσότερο στην Αφρική και αλλού, προκειμένου να ενισχύσουν και να επεκτείνουν τα συμφέροντά τους.

Κανένας πόλεμος που διεξάγεται από το ιμπεριαλιστικό κτήνος δεν είναι «ανθρωπιστικός». Και ποτέ δεν έχουν υπάρξει τέτοιοι. Ο όρος, αυτός καθαυτός, είναι αποκρουστικός για τους επαναστάτες, ο λόγος ύπαρξης των οποίων είναι να αντιμάχονται κάθε ιμπεριαλιστική επέμβαση και κάθε πόλεμο. Η άνευ όρων υποστήριξη του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των καταπιεσμένων λαών είναι θεμελιώδης επαναστατική σοσιαλιστική αρχή. Η 4η Διεθνής πρέπει να απορρίψει δίχως δεύτερη σκέψη κάθε έκκληση για ιμπεριαλιστική βοήθεια ενάντια σε τοπικούς τυράννους και δικτάτορες. Μια τέτοια «βοήθεια» έρχεται μαζί με θανατηφόρες συνέπειες και μοιάζει περισσότερο με το σχοινί της κρεμάλας παρά με κάποια “καλοπροαίρετη” ή “δημοκρατική” αρωγή.

Η απελευθέρωση των καταπιεσμένων μπορεί να κατορθωθεί μόνο μέσω των δικών τους ανεξάρτητων μαζικών οργανώσεων και της οικοδόμησης, συν το χρόνω και ασχέτως των δυσκολιών, επαναστατικών σοσιαλιστικών κομμάτων λενινιστικού τύπου. Η απόρριψη ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων κάθε τύπου είναι προϋπόθεση για κάθε νικηφόρο εθνικό-απευλευθερωτικό αγώνα. Ελεύθεροι από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό, οι καταπιεσμένοι λαοί είναι σε καλύτερη θέση να καθορίσουν το δικό τους μέλλον και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τη δική τους αστική τάξη.

Απέναντι στους  ασταμάτητους κατακτητικούς πολέμους του ιμπεριαλισμού, τα κεντρικά αιτήματα της 4ης Διεθνούς θα πρέπει να είναι «Φέρτε πίσω τους φαντάρους» και «Δικαίωμα στην αυτοδιάθεση όλων των καταπιεσμένων λαών».

Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, αλλά δεν ακολουθούμε την ηγεσία καμίας αστικής τάξης, ακόμα κι αν αυτή προέρχεται από ένα καταπιεσμένο έθνος. Για τους καταπιεσμένους λαούς υποστηρίζουμε ταυτόχρονα τον δημοκρατικό αγώνα για αυτοδιάθεση και τον αγώνα για την αταξική κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι, στο πλαίσιο της στρατηγικής μας, ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία είναι χρήσιμος για την ταξική χειραφέτηση μόνο αν καθοδηγείται από την ίδια την εργατική τάξη. Επομένως, αγωνιζόμαστε για την ταξική ανεξαρτησία των εργαζομένων από την αστική τάξη και μέσα στα καταπιεζόμενα έθνη. Για παράδειγμα, ο αγώνας για την αυτοδιάθεση των λαών που καταπιέζονται από το Ισπανικό Κράτος είναι χρήσιμος μόνο αν είναι ταυτόχρονα αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό κι αν καθοδηγείται από την τάξη μας.

Το πρόγραμμά μας δεν είναι εκλογικό πρόγραμμα ή πρόγραμμα διακυβέρνησης. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από την κινητοποίηση της ίδιας της τάξης και των καταπιεσμένων, φέρνοντας στην εξουσία μια Εργατική Κυβέρνηση, που θα καταστρέψει το αστικό κράτος, στηριζόμενη στις δομές αυτοοργάνωσης που προκύπτουν από την κίνηση της τάξης μας σε συμμαχία με όλους τους καταπιεσμένους. 

Γ. Οικοδομώντας μια επαναστατική διεθνή

Επιμένουμε πως πρέπει να θέσουμε ως στόχο την οικοδόμηση μιας μαχητικής διεθνούς, μιας οργάνωσης ικανής να ηγηθεί διεθνώς συντονισμένων παρεμβάσεων.  Ακόμα και με μικρές δυνάμεις, μια οργάνωση με βάσεις σε μια πληθώρα χωρών, που δρα συντονισμένα, μπορεί να πολλαπλασιάσει την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της παρέμβασης.

Η διεθνής μας πρέπει να ανανεώσει τη συζήτηση για το επαναστατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα που απαντά στην καπιταλιστική πραγματικότητα του 21ου αιώνα, αντί να μένει προσκολλημένη σε θεωρητικές συζητήσεις χωρίς σύνδεση με την πολιτική πρακτική.

Εμείς, μόνοι μας δεν μπορούμε να αποτελέσουμε την επαναστατική κομμουνιστική διεθνή. Πρέπει να ενώσουμε επαναστάτες από διαφορετικές παραδόσεις, στη βάση της συμφωνίας για τη σημερινή κατάσταση και τα καθήκοντα. Η πολιτική συζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε ενότητα με αρχές μόνο αν βασίζεται στην κοινή δράση. Η συσπείρωση των επαναστατών διεθνώς πρέπει να περιληφθεί στους στόχους που συζητούμε εντός της 4ης Διεθνούς. Η οικοδόμηση μια επαναστατικής διεθνούς με σημαντική επιρροή δεν θα γίνει μόνο μέσα από στρατολογήσεις στις δικές μας οργανώσεις. Η 4η Διεθνής πρέπει να προσκαλέσει άλλες επαναστατικές ομάδες, σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, ώστε να ξεκινήσει τη συζήτηση για μια κοινή απάντηση στην καπιταλιστική κρίση, για κοινές καμπάνιες, και να προτείνει τι είδους οργάνωση μπορούμε και πρέπει να οικοδομήσουμε.

Ξέρουμε ότι η πολιτική συζήτηση με αγωνιστές και αγωνίστριες άλλων πολιτικών παραδόσεων δε θα οδηγήσει άμεσα σε ενότητα. Γνωρίζουμε ότι οι ηγεσίες κάθε μιας από τις τροτσκιστικές «διεθνείς» είναι πεπεισμένες για την ορθότητα των προγραμματικών, στρατηγικών και τακτικών επιλογών τους. Επίσης, κάθε ομάδα είναι κατά κανόνα πεπεισμένη ότι χρειάζεται να οικοδομήσει μια «διεθνή» αποκλειστικά γύρω από τον εαυτό της. Ακόμα κι έτσι, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε μια διεθνή για την επανάσταση και τον κομμουνισμό απλώς με “πρωταρχική συσσώρευση” γύρω από τον δικό μας πυρήνα. Υπάρχει πάντα κάτι που μπορούμε να διδαχθούμε από τις διαφορετικές τροτσκιστικές επαναστατικές παραδόσεις, και ακόμα και από δυνάμεις έξω από αυτές. Υπάρχουν διαφορετικές εμπειρίες και αξιόλογοι αγωνιστές και αγωνίστριες σε πολλά ρεύματα και οργανώσεις. Οι διασπάσεις, συσπειρώσεις και η ανασυνθέσεις δυνάμεων θα επιτευχθούν μέσα από θεωρητικές και προγραμματικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, σε δημιουργικό συνδυασμό με την παρέμβαση στο πεδίο της ταξικής πάλης. 

Προσωρινό συμπέρασμα

Αυτό το κείμενο συμβολής αποτελεί τη βάση για μια πρώτη κοινή προσπάθεια να ξεκινήσει μια συζήτηση ενόψει του επόμενου παγκοσμίου συνεδρίου της 4ης Διεθνούς. Υπερασπιζόμαστε την επικαιρότητα μιας διεθνούς που αρπάζει τις ευκαιρίες στο σήμερα και οικοδομεί μια διεθνή για την επανάσταση και τον κομμουνισμό. Με βάση τα κεντρικά πολιτικά σημεία αυτής της συμβολής, θέλουμε να ανοίξουμε μια ευρεία συζήτηση, που απευθύνεται σε επαναστατικά ρεύματα μέσα και έξω από την 4η Διεθνή. Θα υποστηρίξουμε τις ιδέες μας στη Διεθνή Επιτροπή, και πέρα από αυτή, επιμένοντας ότι το επόμενο παγκόσμιο συνέδριο δεν μπορεί να πάρει άλλη αναβολή και πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μέσα στο 2018. Με βάση την οπτική αυτού του κειμένου, θα συνομιλήσουμε με κάθε μέλος και κάθε τμήμα της 4ης Διεθνούς που θέλει να έρθει σε επαφή μαζί μας. Αποσκοπούμε σε μια συζήτηση στην οποία οι διαφωνίες θα γίνονται σεβαστές και σε μια διαδικασία που θα συμβάλει στην ενίσχυση της 4ης Διεθνούς στο περιβάλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Ως επόμενο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση, θα διοργανώσουμε μια διεθνή διάσκεψη, για την προώθηση μιας πολιτικής συσπείρωσης εντός της 4ης για μια εναλλακτική στη σημερινή πλειοψηφία της Διεθνούς. Πρωταρχικός μας στόχος μας παραμένει η οικοδόμηση του ευρύτερου δυνατού πολιτικού ρεύματος για την επιβεβαίωση της επικαιρότητας και την υπεράσπιση της προοπτικής της οικοδόμησης μιας διεθνούς για την επανάσταση και τον κομμουνισμό. 

 

Xavier Guessou, μέλος πολιτικής επιτροπής NPA, Γαλλία

Armelle Pertus, μέλος εκτελεστικής επιτροπής NPA, Γαλλία

Gaël Quirante, μέλος εκτελεστικής επιτροπής NPA, Γαλλία

Juliette Stein, μέλος πολιτικής επιτροπής NPA, Γαλλία

Mariajo Teruel, μέλος πολιτικής επιτροπής IZAR-Μάλαγα, Ισπανικό Κράτος

Javier Castillo, μέλος πολιτικής επιτροπής IZAR- Μαδρίτη, Ισπανικό Κράτος

Tomás Martínez, μέλος πολιτικής επιτροπής IZAR-Αλμερία, Ισπανικό Κράτος

Rubén Quirante, μέλος πολιτικής επιτροπής IZAR-Γρανάδα, Ισπανικό Κράτος

Jeff Mackler, γενικός γραμματέας Socialist Action, ΗΠΑ

Michael Schreiber, συντάκτης εφημερίδας Socialist Action, ΗΠΑ

Christine Marie, μέλος πολιτικής επιτροπής Socialist Action, ΗΠΑ

Barry Weisleder, γενικός γραμματέας Socialist Action/Ligue pour l’Action Socialiste, Καναδάς

Elizabeth Byce, οικονομική υπεύθυνη SA/LAS, Καναδάς

Julius Arscott, μέλος κεντρικής επιτροπής SA/LAS, Καναδάς

Giuseppe Caretta, μέλος Collettivo Guevara, Ιταλία

               Angelo Cardone, μέλος Collectivo Guevara, Ιταλία

Κλεάνθης Αντωνίου, μέλος πολιτικού γραφείου ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, Ελλάδα

Ταξιάρχης Ευσταθίου, μέλος κεντρικής επιτροπής ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, μέλος ΠΣΟ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μέλος Γενικού Συμβουλίου ΑΔΕΔΥ, Ελλάδα

Φανή Οικονομίδου, μέλος πολιτικού γραφείου ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, Ελλάδα

Μάνος Σκούφογλου, μέλος κεντρικής επιτροπής ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, μέλος ΚΣΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Ελλάδα

Κώστας Σκορδούλης, μέλος εξελεγκτικής επιτροπής ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, Ελλάδα