ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΟΚΔΕ-ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ, Μάιος 2019

  • Εκτύπωση

Μετά από τέσσερα και παραπάνω χρόνια με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους σοσιαλδημοκράτες, δεξιούς και ακροδεξιούς συμμάχους του στην κυβέρνηση, το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας και σύγχυσης. Οι ελπίδες ότι μια κυβέρνηση «της αριστεράς» ή «της κοινωνικής σωτηρίας» θα μας έβγαζε χωρίς κόπο από τη λιτότητα διαψεύστηκαν πικρά, όπως ήταν αναμενόμενο. Το μαζικό ΟΧΙ της εργατικής τάξης και των φτωχών και καταπιεσμένων στρωμάτων στο δημοψήφισμα του 2015 ακυρώθηκε με τον πιο προκλητικό τρόπο, δείχνοντας για μια ακόμα φορά ότι η ψήφος δεν αρκεί για να μας σώσει. Από την άλλη πλευρά, χρόνια ολόκληρα αγώνων και απεργιών έχουν δώσει στους εργαζόμενους σημαντική πολιτική εμπειρία, η οποία θα αποδειχτεί πολύτιμη σε έναν νέο γύρο αγώνων. Τα σημάδια μιας ανάκαμψης του κινήματος υπάρχουν, καθώς η σύγχυση και η απογοήτευση θα υποχωρούν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε γρήγορα και απόλυτα μια πολιτική για τα συμφέροντα των ισχυρών, των βιομηχάνων, των εφοπλιστών, των πολυεθνικών και ντόπιων μεγάλων επιχειρήσεων. Έφερε το τρίτο μνημόνιο και τη διαρκή λιτότητα της μεταμνημονιακής εποπτείας. Ιδιωτικοποίησε λιμάνια, τρένα και αεροδρόμια, χαρίζοντας τον δημόσιο πλούτο στους επιχειρηματίες. Εξανέμισε τα εργασιακά δικαιώματα και γενίκευσε την επισφαλή εργασία, με τα αφεντικά να αποχαλινώνονται ακόμα περισσότερο. Μόνο μέσα στο 2019, μετράμε δεκάδες νεκρούς εργαζόμενους σε ώρα εργασίας, τη στιγμή που σκληραίνει το νομικό πλαίσιο για τα λεγόμενα εργατικά ατυχήματα.  Έκλεισε τους πρόσφυγες σε άθλια στρατόπεδα συγκέντρωσης. Συμμάχησε μόνιμα με την «κεντροαριστερά», δηλαδή με στελέχη του ΠΑΣΟΚ που ήταν υπεύθυνα για τη βρώμικη διαχείριση του συστήματος για δεκαετίες.  Έκανε κολλητές φιλίες με μεγαλοεπιχειρηματίες και τους πήγε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας για να μοιράσουν τη λεία. Διεκδίκησε επιτυχημένα τον ρόλο του νόμιμου εκπροσώπου του αιματοβαμμένου ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο.

 Στο παρά πέντε τον εκλογών, ακολουθώντας τη γνωστή συνταγή, ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοινώνει στοιχειώδεις παροχές και μέτρα εξορθολογισμού που ανέβαλλε τόσα χρόνια: μια αναιμική αύξηση του κατώτατου μισθού, ρυθμίσεις για τα χρέη στο δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, αναβολή της περαιτέρω περικοπής των συντάξεων, επαναφορά ενός μικρού μέρους του δώρου στις συντάξεις, επιστροφή αναδρομικών σε ορισμένες κατηγορίες μισθωτών, που πιθανότατα να εξανεμιστούν με τη μείωση του αφορολόγητου. Ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία, όμως, ότι ακόμα και αυτές τις παροχές, που είναι γελοίες σε σχέση με τις ανάγκες των εργαζομένων και των ανέργων, δεν θα τις είχαμε κερδίσει ποτέ χωρίς τους αγώνες χρόνων και αν δεν φοβόταν ο ΣΥΡΙΖΑ την οργή που θα εισπράξει στις εκλογές. Καμία χάρη δεν χρωστάμε στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το μικρότερο κακό.

Από την άλλη, η ΝΔ περιμένει άπληστα να γυρίσει στην εξουσία. Υπόσχεται στους επιχειρηματίες μια ακόμα πιο σκανδαλώδη υπεράσπιση των συμφερόντων τους: μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, ουσιαστικό πάγωμα των μισθών «μέχρι να έρθει η ανάπτυξη», δηλαδή μέχρι να αναστηλωθούν τα κέρδη των καπιταλιστών. Φέρνει απολύσεις στο δημόσιο, τη μόνη συνταγή διαχείρισης που ξέρουν τα στελέχη της από τη θητεία τους στις κυβερνήσεις Παπαδήμου και Σαμαρά, όπου έδειξαν το ποιόν τους. Εξαγγέλλει ένα ασφαλιστικό πλήρως ανταποδοτικό και εξατομικευμένο, στο οποίο μόνο όσοι έχουν λεφτά θα έχουν δικαίωμα στην ασφάλιση υγείας και στη σύνταξη. Συντάσσεται με τους φασίστες στα εθνικιστικά συλλαλητήρια. Προαναγγέλλει ακόμα περισσότερο αυταρχισμό και αστυνομία παντού.

Τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, ΚΙΝΑΛ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων, ΑΝΕΛ, προσπαθούν να εξασφαλίσουν μια θέση σε μια μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας, αλλά απειλούνται με τη διάλυση που τους αξίζει. Οι συνεχείς μεταγραφές βουλευτών από το ένα κόμμα στο άλλο δείχνουν ότι οι διαφορές μεταξύ τους είναι πολύ σχετικές. Ακόμα περισσότερο, δείχνουν ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα σαπίζει ηθικά και πολιτικά.

Την κατάσταση αυτή προσπαθούν να εκμεταλλευτούν η ακροδεξιά και οι ναζί της Χρυσής Αυγής. Παρά τις ήττες της στο δρόμο από το αντιφασιστικό κίνημα, που τους οδήγησε και στη δίκη, η Χρυσή Αυγή εξακολουθεί να έχει εκλογική επιρροή και  προσπαθεί να αξιοποιήσει τη δυσφήμιση της αριστεράς από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, από τη μια, και το εθνικιστικό κλίμα που συντηρούν τα ΜΜΕ, η δεξιά αλλά και η κυβερνητική πολιτική, από την άλλη. Η ΝΔ έχει από τη φύση της αδερφική σχέση με τη Χρυσή Αυγή. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ και οι «δημοκρατικές δυνάμεις» γύρω του, όμως, δεν είναι ανάχωμα ενάντια στους φασίστες, ίσα ίσα, τους θρέφει με την πολιτική του.

Η άνοδος της ακροδεξιάς, άλλωστε, είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Εξίσου πανευρωπαϊκό φαινόμενο είναι και η αποσταθεροποίηση του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, με την εναλλαγή δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας στις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών. Πανευρωπαϊκή είναι και η διάψευση των ελπίδων των εργαζομένων στα «νέα» κόμματα που αναδείχτηκαν στο όνομα του αγώνα ενάντια στη λιτότητα, ακολουθώντας όμως την παλιά κοινοβουλευτική λογική της διαχείρισης του συστήματος, με πιο τρανταχτά παραδείγματα τον ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος. Οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, η νεολαία τα κόμματα αυτά τα βλέπουν όλο και περισσότερο ως «μία από τα ίδια». Η κρίση της κοινοβουλευτικής αριστεράς λόγω της συστημικής της λογικής τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς. Αυτό που της φράζει τον δρόμο είναι οι αντιφασιστικοί αγώνες που εξελίσσονται σε όλη την Ευρώπη.

Το αντίπαλο δέος στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, την καταπίεση και τον φασισμό δεν είναι κάποιο κόμμα που θα αναλάβει μια κυβέρνηση στο όνομά μας. Είναι οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες: οι απεργίες και τα κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία. Οι βιομηχανικές απεργίες στην Ουγγαρία. Ο τεράστιος όγκος των φεμινιστικών κινητοποιήσεων. Οι αγώνες ενάντια στην κλιματική αλλαγή που γίνεται στο βωμό του κέρδους. Το κύμα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες. Η διεθνιστική αλληλεγγύη μεταξύ των λαών της Ευρώπης και των άλλων ηπείρων, που έχουν κοινό εχθρό το καπιταλιστικό σύστημα.

Τέτοιοι αγώνες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, και σε τοπικό επίπεδο. Χρειάζεται να στηριχθούν αποφασιστικά, να οργανωθούν, να έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή, γιατί αυτοί είναι το μέλλον μας.

Χρειάζεται να απαιτήσουμε να σταματήσει το μεταμνημονιακό πρόγραμμα με τα πλεονάσματα που επιβάλλουν διαρκή λιτότητα. Να διαγραφεί το χρέος, που το χιλιοπληρώνουν και το  οι εργαζόμενοι χωρίς να το έχουν δημιουργήσει. Να ακυρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, που χαρίζουν στους καπιταλιστές τον δημόσιο πλούτο και δίνουν στους εργαζόμενους θέσεις εργασίας χωρίς δικαιώματα και με ψίχουλα για αμοιβή. Να γίνουν μαζικές προσλήψεις στην υγεία, την εκπαίδευση, τις υπηρεσίες, που να μπορούν να καλύψουν πραγματικές ανάγκες και να δώσουν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, αλλά δεν γίνονται γιατί πρέπει να αποπληρωθούν χρέη και να δοθούν κίνητρα στους επιχειρηματίες. Να απαιτήσουμε δημόσιες επενδύσεις με σταθερές θέσεις εργασίας, για παραγωγή ωφέλιμη για την κοινωνική πλειοψηφία και όχι για μια χούφτα καπιταλιστές. Να πετύχουμε νομιμοποίηση όλων των συμβασιούχων και ελαστικά εργαζόμενων, να απαγορευτούν οι απολύσεις, γιατί δεν δεχόμαστε ο κίνδυνος της καπιταλιστικής παραγωγής και οι κρίσεις τους να φορτώνεται στους εργαζόμενους, ενώ τα κέρδη πάνε στα αφεντικά. Να επιβάλουμε πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς.

Όλα αυτά δεν θα γίνουν αν δεν πάρουμε στα χέρια μας τις τράπεζες, για να μην διαθέτουν όπου θέλουν τα λεφτά όλης της κοινωνίας. Οι κυβερνήσεις τις έσωσαν άλλωστε με δικά μας λεφτά, για να τις ξαναχαρίσουν μετά σε ντόπιους και ξένους καπιταλιστές. Αν δεν πάρουμε στα χέρια μας τις μεγάλες μονάδες παραγωγής, την ενέργεια, τη βιομηχανία, τις μεταφορές, τις επικοινωνίες, χωρίς αποζημίωση για τους καπιταλιστές, γιατί αρκετά κέρδη έχουν βγάλει από εμάς. Αν δεν οργανωθούμε ανεξάρτητα, απέναντι σε ένα κράτος φτιαγμένο για τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Στα σωματεία, σε κινήματα πόλης, αλλά και στις λαϊκές συνελεύσεις, εμπνεόμενοι από τα παραδείγματα των πλατειών, των καταλήψεων δημαρχείων και υπουργείων του 2011, των αντιφασιστικών επιτροπών. Σε τέτοιες δομές μόνο μπορεί να βασιστεί μια εξουσία δική μας, των εργαζομένων, των παραγωγών του πλούτου της κοινωνίας, ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Αν δεν παλέψουμε ενάντια στην ΕΕ. Η ΕΕ δεν είναι ανάχωμα στον εθνικισμό, είναι το βασικό άντρο των φασιστών στον πλανήτη. Δεν είναι ο εγγυητής της ευημερίας και των δικαιωμάτων, είναι ένας χώρος όπου αλωνίζουν οι μεγάλες επιχειρήσεις και τσαλαπατάνε τα εργασιακά δικαιώματα. Δεν είναι ο ναός της δημοκρατίας και της ανεκτικότητας, είναι η Ευρώπη-Φρούριο που δολοφονεί τους φτωχούς και τους κυνηγημένους στα σύνορά της. Είναι με λίγα λόγια το λόμπι των καπιταλιστών της Ευρώπης ενάντια στους εργαζόμενους όλων των χωρών. Απέναντί της, να βάλουμε μπροστά τη δική μας ενότητα, να  αγωνιστούμε για ένα μέλλον διεθνιστικής συναδέλφωσης και συνύπαρξης των λαών της Ευρώπης, για μια μεγάλη ομοσπονδία απαλλαγμένη από τον καπιταλισμό.

Για αυτό τον αγώνα για πραγματική απελευθέρωση δεν αρκεί η αριστερά του κοινοβουλίου, που έχει και αυτή ενταχθεί στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Δεν αρκεί το γραφειοκρατικό ΚΚΕ, που υποτάσσει τους αγώνες στην κομματική του ανάπτυξη και συκοφαντεί όποιον αγωνιστή ή αγωνίστρια δεν συμφωνεί με την ηγεσία του Περισσού. Δεν αρκεί η εθνικιστική ΛΑΕ, που καλοβλέπει τα εθνικιστικά συλλαλητήρια και οραματίζεται μάταια έναν νέο ΣΥΡΙΖΑ, τίμιο αυτή τη φορά. Όλους αυτούς, όλους τους αγωνιστές των κινημάτων τους χρειαζόμαστε στον δρόμο του αγώνα. Χρειαζόμαστε όμως και μια ανεξάρτητη πολιτική έκφραση όσων κατανοούν τη σημασία των ακηδεμόνευτων αγώνων, του αντικαπιταλιστικού προγράμματος που περιγράψαμε παραπάνω, της πλήρους ανεξαρτησίας από το κράτος, τους θεσμούς του και όσους θέλουν να τους διαχειριστούν, για όφελος δικό τους ή, δήθεν, όλων των εργαζομένων.

Η αντικαπιταλιστική αριστερά, με κορμό τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι μια τέτοια δύναμη, μειοψηφική αλλά πραγματική. Αρνήθηκε εξαρχής να υποστηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ και το διαχειριστικό του σχέδιο. Και δεν το έκανε αφ’ υψηλού, γιατί ήταν παρούσα και συχνά πρωταγωνίστησε σε όλους τους σημαντικούς αγώνες. Στην εξέγερση του 2008. Στις μεγάλες απεργίες της εποχής των μνημονίων και στις πλατείες του 2011. Στην κατάληψη της ΕΡΤ. Στην απεργία των καθηγητών που μπορούσε να μπλοκάρει τις πανελλήνιες το 2013, αλλά ματαιώθηκε από την γραφειοκρατία των συνδικάτων. Στο αντιφασιστικό κίνημα που ξανακέρδισε τους δρόμους από τις φασιστικές συμμορίες. Στους νικηφόρους αγώνες των συμβασιούχων για να κερδίσουν τη δουλειά τους. Στην οργάνωση των ελαστικά εργαζομένων. Στις μαθητικές κινητοποιήσεις ενάντια στην εθνικιστική υστερία για τη Μακεδονία και στο νόμο Γαβρόγλου. Στις καταλήψεις των πανεπιστημίων. Στους φεμινιστικούς αγώνες και στους αγώνες των ΛΟΑΤΚΙ. Στην αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και μετανάστες, που οργανώνονται και αγωνίζονται οι ίδιοι. Στους αγώνες για το περιβάλλον, στις Σκουριές, στη Λευκίμμη, στην Κερατέα. Στις κινητοποιήσεις των αγροτών και των εργατών γης. Στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στις σχολές.

Για αυτό τον λόγο στηρίζουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ευρωεκλογές και τα αντικαπιταλιστικά ψηφοδέλτια στα οποία συμμετέχουν οι δυνάμεις της στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. Θέλουμε να φέρουμε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα αντικαπιταλιστικά σχήματα περισσότερες δυνάμεις, νέους αγωνιστές και αγωνίστριες που τώρα μπαίνουν στον δρόμο του αγώνα, αλλά και όσους και όσες έβγαλαν πολιτικά συμπεράσματα από την εμπειρία τους ή από τα αδιέξοδα του ΣΥΡΙΖΑ, της ΛΑΕ, του ΚΚΕ.

Δεν θα γίνουμε εμείς νέοι δελφίνοι της εξουσίας. Δεν υποσχόμαστε μια υποτιθέμενα καλή κυβέρνηση που θα λύσει το πρόβλημά μας στο όνομά μας. Υποσχόμαστε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με όσους και όσες αγωνίζονται. Να χρησιμοποιήσουμε τους εκλεγμένους της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα συμβούλια για να αποκαλύψουμε και να καταγγείλουμε τον ρόλο της εξουσίας των καπιταλιστών και των πολιτικών τους αντιπροσώπων. Να ανοίξουμε τις πόρτες πίσω από τις οποίες οι επαγγελματίες της πολιτικής παίρνουν αποφάσεις στα κρυφά, για να μπουν τα κινήματα και οι εργαζόμενοι και να επιβάλουν τις απαιτήσεις και τα δικαιώματά τους. Οι εκλεγμένοι της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε περιφερειακά και δημοτικά συμβούλια έχουν αποδείξει ότι το κάνουν αυτό. Για αυτό έχει σημασία η δύναμή τους να αυξηθεί.

Ψήφο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αντικαπιταλιστική αριστερά, για να φοβηθούν όσοι μας εκμεταλλεύονται και μας καταπιέζουν. Κινητοποίηση, οργάνωση και αγώνας για να γίνουν οι φόβοι τους πραγματικότητα.