Για τη Συμφωνία των Πρεσπών και τα εθνικιστικά συλλαλητήρια

  • Εκτύπωση

Η Συμφωνία των Πρεσπών εμπεδώνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την ηγεμονία του ελληνικού κράτους απέναντι στο γειτονικό μακεδονικό κράτος και αποτελεί μια συντριπτική διπλωματική και πολιτική νίκη της ελληνικής αστικής τάξης. Το πρόβλημα που υποτίθεται ότι λύνει η Συμφωνία είναι ένα πρόβλημα που δημιούργησε αποκλειστικά η Ελλάδα, βασιζόμενη στην οικονομική της διείσδυση στη Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΔΜ) και στην ικανότητα να ασκεί σε αυτή οικονομικό και πολιτικό εκβιασμό, μέχρι και οικονομικό στραγγαλισμό. Η ελληνική πλευρά αναδεικνύεται οριστικά νικήτρια, καθώς και κατάφερε να επιβάλει συνταγματική αλλαγή της ονομασίας ενός άλλου κράτους, γεγονός, που, όπως και η ίδια η κυβέρνηση επαίρεται, είναι πρωτοφανές σε καιρό ειρήνης, και αναδείχθηκε για μια ακόμα φορά σε χώρα-κλειδί για την κυριαρχία και την επέκταση των διεθνών ιμπεριαλιστικών οικονομικών και στρατιωτικών θεσμών (ΕΕ-ΝΑΤΟ) στους οποίους συμμετέχει.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει τη Συμφωνία ως μια ορθολογική, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και οφέλη, επίλυση ενός φλέγοντος εθνικού προβλήματος και ως ένα δυνατό χτύπημα στον εθνικισμό και στις δύο πλευρές των συνόρων. Στην πραγματικότητα, όμως, τόσο το περιεχόμενο της ίδιας της Συμφωνίας, όσο και η επίσημη ρητορική των κυβερνητικών και κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφήνουν αμφιβολίες για την προοδευτικότητα της. Η κυβέρνηση από τη μία επαίρεται ότι πέτυχε, με τον δικό της δήθεν προοδευτικό τρόπο, εκεί όπου απέτυχαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και από την άλλη ότι είναι αυτή που υλοποίησε στο ακέραιο την εθνική γραμμή που είχαν βάλει προηγούμενοι, και κυρίως ο Καραμανλής με το διαβόητο βέτο στο Βουκουρέστι το 2008. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπερασπιστές της Συμφωνίας την υποστήριξαν στο όνομα των εθνικών συμφερόντων, αφενός, και της εξομάλυνσης της ικανότητας επενδύσεων στη ΔΜ, αφετέρου. Το επιχείρημα δε ότι η ένταξη και της ΔΜ στην ΕΕ και στον ΝΑΤΟ σημαίνει ευημερία για το λαό της και ασφάλεια στην περιοχή δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.

Όλα αυτά, βέβαια, είναι ψιλά γράμματα για τον εθνικιστικό εσμό, που διεκδίκησε δημόσιο χώρο για τον εαυτό του από πέρυσι, ενάντια στο δήθεν ξεπούλημα της Μακεδονίας και της Ελλάδας. Με αρχή τα περυσινά εθνικιστικά συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σταθμό τη συγκέντρωση στη ΔΕΘ και κατάληξη τα φετινά (πιο άμαζα πάντως από ποτέ) συλλαλητήρια τις μέρες κοντά στην ψήφιση της Συμφωνίας, ένας σωρός ανθρώπινης σκόνης από φασιστικές οργανώσεις, εκκλησιαστικές και παραεκκλησιαστικές ομάδες, εθνικιστικά σωματεία, απόστρατους αξιωματικούς, γραφικούς μακεδονομάχους και αντιδραστικούς κύκλους μέσα σε κοινοβουλευτικά κόμματα βγήκε στο δρόμο και προσπάθησε να καθορίσει τον δημόσιο λόγο. Με κέντρο το εξ ορισμού αλυτρωτικό σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», οι φασιστικές συνάξεις κατάφεραν να μαζέψουν κάποιες χιλιάδες ανθρώπων, πολλοί εκ των οποίων δεν ανήκουν πράγματι στην ακροδεξιά∙ σίγουρα όμως δεν πέτυχαν τον σκοπό τους, μένοντας παρασάγγας μακριά από τις αντίστοιχες των αρχών της δεκαετίας του 90. Ωστόσο, η διείσδυση που έχει σε λαϊκά στρώματα ο εθνικιστικός και λαϊκίστικος λόγος και οι εθνικοί μύθοι, καθώς και η προσπάθεια, πολλές φορές ανοιχτά επιθετική, των ομάδων κρούσης της Χρυσής Αυγής και άλλων φασιστικών συμμοριών να ξαναβγούν μαζικά και με κάποια νομιμοποίηση στο δρόμο, δημιούργησαν αυξημένα καθήκοντα στις δυνάμεις του αντιφασιστικού και διεθνιστικού κινήματος, τα οποία εξαρχής αναδείξαμε και προσπαθήσαμε να αναλάβουμε στον βαθμό που αναλογούσε στις δυνάμεις μας.

Η αστική κοινοβουλευτική αντιπολίτευση στην πλειοψηφία της έκλεισε το μάτι στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και με έναν ανέξοδο τρόπο έκανε στην κυβέρνηση μιας παλιάς κοπής και ανοιχτά αντιδραστική κριτική. Αυτό βέβαια δεν έγινε χωρίς αντιφάσεις. Η κοινοβουλευτική ομάδα του Ποταμιού διαλύθηκε, διχασμένη ανάμεσα στον φιλοευρωπαϊκό φιλελευθερισμό που υπαγόρευε θετική ψήφο στη συμφωνία και στο φλερτ με τη ΝΔ που επέβαλε ψήφο κατά. Το ΠΑΣΟΚ απέβαλε τη ΔΗΜΑΡ από το ΚΙΝΑΛ, ενώ και η σχέση του με το ΚΙΔΗΣΟ του Παπανδρέου δοκιμάστηκε. Η διγλωσσία ήταν εμφανής στη Νέα Δημοκρατία, η οποία, αν ήταν κυβέρνηση, είναι κοινό μυστικό ότι θα περνούσε την ίδια συμφωνία, ενώ και τώρα στελέχη της, με την επιχειρηματολογία τους, εμφανίστηκαν ουσιαστικά υπέρ, ανεξαρτήτως της αρνητικής ψήφου. Πάντως σε γενικές γραμμές, η επιχειρηματολογία της Νέας Δημοκρατίας θύμισε ΕΡΕ και διαγκωνίστηκε με τη ΧΑ σε εθνικοφροσύνη, ενώ το πάλι διαλυμένο ΠΑΣΟΚ-ΔΗΣΥ-ΚΙΝΑΛ επιστράτευσε τεχνικά και γενικά αντιΣΥΡΙΖΑ επιχειρήματα. Η συζήτηση στη Βουλή για τη Συμφωνία δεν είναι άσχετη ούτε από τη συζήτηση για την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ούτε από τις γενικότερες ανακατατάξεις του πολιτικού σκηνικού, οι οποίες φαίνεται ότι, μετά από χρόνια, οδηγούν στην επανεμφάνιση ενός νέου δικομματισμού, με την ελπίδα σχετικής σταθεροποίησης του πολιτική συστήματος.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι υπέρμαχοι και πολέμιοι της Συμφωνίας ταυτίζονται απόλυτα στα βασικά σημεία που έχουν να κάνουν τόσο με την υπηρέτηση της οικονομικής διείσδυσης του μεγάλου εγχώριου κεφαλαίου, ενάντια στις ανταγωνιστικές αστικές τάξεις, όσο και με την - στην ουσία ταυτόσημη - υπεράσπιση των εθνικών δικαίων απέναντι στις έξωθεν επιβουλές. Έτσι, απέναντι στις κατηγορίες της αντιπολίτευσης, οι κυβερνητικοί υπερασπιστές επέμειναν ότι η Συμφωνία απαντά στον αλυτρωτισμό των γειτόνων, διαφυλάσσει την ιστορία μας, μας προφυλάσσει από τα εθνικιστικά σχέδια της Αλβανίας και της Βουλγαρίας και αποσπά τη ΔΜ από την πιθανή επιρροή του βασικού εχθρού, της Τουρκίας, η οποία είναι κατά γενική συμφωνία, και ο μεγάλος κίνδυνος για «τη χώρα», δηλαδή για το ελληνικό κεφάλαιο. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο θέμα της μακεδονικής εθνικότητας που δήθεν αναγνωρίζει η Συμφωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ σωστά απαντάει στην αντιπολίτευση ότι η Συμφωνία αφορά το θέμα της ιθαγένειας και όχι της εθνικότητας. Η ΔΜ είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη ως πολυεθνικό κράτος, έχει πολλές αναγνωρισμένες εθνικές μειονότητες, και ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ως προς την εθνικότητά του. Στην Ελλάδα αυτό φαίνεται ακατανόητο για τον απλό λόγο ότι το ελληνικό κράτος είναι το μόνο κράτος των Βαλκανίων που δεν αναγνωρίζει καμία εθνική μειονότητα, κι επομένως ταυτίζει την ιδιότητα του πολίτη με την ελληνική εθνότητα. Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο σκάνδαλο της Συμφωνίας: ότι διαγράφει από το χάρτη το μακεδονικό έθνος, και γι’αυτό ο «προοδευτικός» ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ περήφανος. Προφανώς πιστεύει ότι ο καλύτερος τρόπος να πολεμήσεις τον εθνικισμό είναι η εξαφάνιση του επίμαχου έθνους. Το άλλο σημείο στο οποίο κυβέρνηση και αντιπολίτευση συμφωνούν είναι η απάρνηση της εθνικής μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, θέμα που κλείνει οριστικά η Συμφωνία, συνεχίζοντας και επικυρώνοντας τον εδώ και δεκαετίες διωγμό για δεκάδες χιλιάδες Μακεδόνες πολίτες του ελληνικού κράτους.

Δυστυχώς, η κυρίαρχη αριστερή αντιπολίτευση, κοινοβουλευτική (ΚΚΕ) και μη (ΛΑΕ), κινείται στις ίδιες παραδοχές. Προβάλλοντας αποκλειστικά το θέμα της ένταξης της ΔΜ στο ΝΑΤΟ και εξισώνοντας «τον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό» και από τις δύο πλευρές, στην ουσία απορρίπτουν τη Συμφωνία επειδή, κατ’ αυτούς, δεν θωρακίζει αρκετά την ελληνική πλευρά, η οποία σημειωτέον υφίσταται και την τουρκική επιθετικότητα.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, από την πρώτη στιγμή της πρότασης της Συμφωνίας αναδείξαμε ένα διπλό καθήκον: την εναντίωση στην ίδια τη Συμφωνία, από διεθνιστική σκοπιά, και τη μάχη ενάντια στις εθνικιστικές καμπάνιες και κινητοποιήσεις. Αυτό σήμαινε την προβολή των διεθνιστικών θέσεων, αλλά και την ανάγκη να διεκδικήσουμε τον δημόσιο χώρο ενάντια στην ακροδεξιά και τις φασιστικές ομάδες. Μαζί με άλλες διεθνιστικές και αντιφασιστικές οργανώσεις πήραμε την πρωτοβουλία της διοργάνωσης της διεθνιστικής συγκέντρωσης πέρυσι στις 4/2 στην Αθήνα, η οποία στην πράξη συνδιοργανώθηκε από σημαντικό κομμάτι της αριστεράς και της αναρχίας. Με την αταλάντευτη θέση ότι, προκειμένου να αρθρώσεις μια πραγματική διεθνιστική αντίθεση στη Συφωνία των Πρεσπών, αφετηρία είναι η αναγνώριση της ΔΜ με αυτό το όνομα και η αναγνώριση της εθνικής μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, διοργανώσαμε μια σειρά εκδηλώσεων και διαδηλώσεων στα πλαίσια αυτής της διεθνιστικής πρωτοβουλίας. Θεωρήσαμε και θεωρούμε ότι γύρω από τη Συμφωνία δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ προοδευτικής λύσης του ΣΥΡΙΖΑ και εθνικιστικής αντιπολίτευσης της δεξιάς και των φασιστών, αλλά σύγκρουση μεταξύ του πιο αστικά εκσυγχρονισμένου, εκλογικευμένου εθνικισμού της Συμφωνίας και του πιο οπισθοδρομικού, παραδοσιακού και φωνακλάδικου εθνικισμού της αστικής αντιπολίτευσης σε αυτήν. Επομένως η εναντίωσή μας στη Συμφωνία βασίζεται ακριβώς στο ρόλο που παίζει το ελληνικό κράτος ως αυτόνομος παίκτης και ως μέλος των υπερεθνικών συμμαχιών του.

Η εμφάνιση των φασιστικών συμμοριών σε επίπεδο δρόμου μας έβαλε ξανά φέτος το καθήκον της διοργάνωσης νέας κεντρικής διεθνιστικής διαδήλωσης στην Αθήνα, την Κυριακή 20/1. Η κινητοποίηση ήταν επιτυχημένη και έσπασε το μονοπώλιο των εθνικιστών στο κέντρο της Αθήνας. Η ποιοτική διαφορά από πέρυσι, που δείχνει και το επίπεδο ωρίμανσής της, ήταν η συμμετοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη διαδήλωση, γεγονός που παρείχε σημαντικά μεγαλύτερο πολιτικό εύρος και κάλυψη. Υπενθυμίζουμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πέρυσι είχε περιοριστεί μόνο σε σποραδική προπαγάνδα ενάντια στη συμμετοχή στα εθνικιστικά συλλαλητήρια (γεγονός βέβαια καθαυτό σημαντικό, αφού ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που το έκανε, ενώ πχ η ΛΑΕ παλινδρομούσε), στην περιφρούρηση των γραφείων των οργανώσεών της (επίσης σημαντική αλλά ανεπαρκής) και σε μια μάλλον άνευρη και άοσμη πολιτική πρωτοβουλία ανομοιογενών δυνάμεων, που κατέληξε σε ένα κείμενο χωρίς αξία χρήσης. Με τη συμμετοχή της στο διεθνιστικό συλλαλητήριο της 20ης Γενάρη, αλλά και στις κινητοποιήσεις τον τελευταίων χρόνων που ματαιώνουν σταθερά τη διαδήλωση της Χρυσής Αυγής για τα Ίμια, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αύξησε σημαντικά τη βαρύτητά της στο αντιφασιστικό και διεθνιστικό κίνημα.

Αντίθετα με ό,τι συνέβη την Κυριακή 20/1, το διεθνιστικό πολιτικό περιεχόμενο (εναντίωση στα μακεδονικά συλλαλητήρια και τον εθνικιστικό εσμό, εναντίωση στην εθνική κυβερνητική πολιτική, δικαίωμα ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με το όνομά της, αναγνώριση της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα) δεν μπορούσε να εκφραστεί στο στις κινητοποιήσεις που διοργανώθηκαν την ημέρα που αρχικά ήταν να ψηφιστεί η Συμφωνία (24/1). Οι εθνικιστικές θέσεις του ΚΚΕ και της ΛΑΕ έκαναν πρακτικά αδύνατη τη συμπόρευση μαζί τους. Η πρόταση κινητοποίησης από την ΠΑΚΣ και εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις είχε προβληματικό οργανωτικό σχέδιο και πολιτικό περιεχόμενο ελλειμματικό και προβληματικό, χωρίς καμία αναφορά στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της ΔΜ ή στον ρόλο του ελληνικού κεφαλαίου στην περιοχή, με καταγγελία της «υποταγής» της ελληνικής κυβέρνησης και μια γενική καταδίκη των εθνικισμών εκατέρωθεν, εξισώνοντας τον ισχυρό ελληνικό εθνικισμό με τον αδύναμο εθνικισμό της γειτονικής χώρας. Στην πραγματικότητα, η πρόταση ήταν στην ουσία συμμετοχή στην ατζέντα και την κινητοποίηση ΚΚΕ και ΛΑΕ, με το προβληματικό περιεχόμενο που αναφέραμε. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσκλήθηκε στο συλλαλητήριο τελεσιγραφικά, αφού είχαν ληφθεί όλες οι οργανωτικές και πολιτικές αποφάσεις. Τελικά, και καλώς, αρνήθηκε να συμμετάσχει, προασπίζοντας το διεθνιστικό προφίλ που επέδειξε συμμετέχοντας στη διαδήλωση της 20/1.

Ο αγώνας για να ηττηθεί ο ελληνικός εθνικισμός και οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο είναι κρίσιμος για τη συναδέλφωση των λαών της περιοχής. Είναι όμως και προϋπόθεση του αγώνα των εργαζομένων της χώρας για την απελευθέρωσή της, αφού ένας λαός που καταπιέζει άλλους δεν μπορεί να είναι και ο ίδιος ελεύθερος. Είναι ακόμα απαραίτητος όρος για την ήττα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών μηχανισμών, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, των οποίων η Ελλάδα φιλοδοξεί να είναι το αγαπημένο παιδί.